Μια ομάδα εικαστικών στήνει το πιο αναπάντεχο pop up δείπνο στο Bios
Γίνεται ένα γεύμα να είναι πιο απολαυστικό όταν ξεφεύγει από τα προμελετημένα σενάρια; Το Southern Discomfort είναι το νέο συλλογικό έργο του Lab12, μια «όπερα για όλες τις αισθήσεις» με άξονα το fusion ελληνικής και μαλαισιανής κουζίνας.
- 21 ΙΑΝ 2026
Πού αρχίζει και πού τελειώνει η τέχνη σε ένα pop up δείπνο το οποίο επιμελείται και παρουσιάζει το πιο ρηξικέλευθο εργαστήριο της Σχολής Καλών Τεχνών, προετοιμάζοντας τους καλεσμένους για εκπλήξεις από τον Νότο (southern) και αβολοσύνη (discomfort);
«Ακολουθήστε με». Μόλις φτάνουμε, ένας καλοντυμένος νεαρός με ξυρισμένο κεφάλι και μακριά rat-tail τούφα πάνω από τον αυχένα μάς οδηγεί στο ενδιάμεσο πάτωμα του Bios, ζητώντας ευγενικά να καθίσουμε όπου αισθανόμαστε περισσότερο άνετα. Όλα μοιάζουν φυσιολογικά. Προς το παρόν. Οι σερβιτόροι δείχνουν κάπως εκκεντρικοί στο λουκ, αλλά κατά τα άλλα είναι απόλυτα τυπικοί και εξυπηρετικοί. Μόνη παρέκκλιση από την αναμενόμενη συνθήκη που θα περιμέναμε σε ένα εστιατόριο, το μογγολικό throat singing από την Fátima Miranda που παίζει εκείνη τη στιγμή στα ηχεία.
Παρατηρώ ότι υπάρχει υποδόρια μια δραματικότητα που χτίζεται σταδιακά γύρω μου, μια υπόσχεση ότι το γεύμα αυτό δεν θα είναι όσο τυπικό φαίνεται.
Άγνωστες μεταξύ τους παρέες συμπληρώνουν σταδιακά τις θέσεις στο μεγάλο κοινό τραπέζι της σάλας, όσο ακριβώς από πάνω μας, στo ταβάνι, παρελαύνουν μυθικά πλάσματα, σε ένα ασπρόμαυρο animation που θυμίζει θέατρο σκιών. Η ένταση μέσα μας χαλαρώνει, αφήνοντας χώρο για τις πρώτες κουβέντες εκτός safe zone.
«Βοήθησα και εγώ στην παραγωγή», εξηγεί βλέποντας την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου το αγόρι με τα glossy χείλη που είχε αναλάβει το σέρβις στην πλευρά του τραπεζιού όπου καθίσαμε. «Συνδυάζει στοιχεία από τον ελληνικό Καραγκιόζη και την αντίστοιχη παράδοση στη Νότια Ασία, το ουάγανγκ κουλίτ, για να ταιριάζει στο concept του δείπνου», συμπληρώνει ο ίδιος, υπενθυμίζοντας ότι όλη η επιμέλεια του γεύματος έγινε στον άξονα του fusion μεταξύ ελληνικής και μαλαισιανής κουζίνας.
Το όλο υπονοούμενο ύφος του και οι αιθέριες κινήσεις των άκρων του όσο μιλάει, με κάνουν να απορήσω: είναι όντως αλήθεια όλα αυτά ή έγινα ξαφνικά μέρος μίας impromptu διαδραστικής περφόρμανς;
Βέβαια, το ένα δεν αναιρεί το άλλο, όπως θα επιβεβαιώσω ξανά και ξανά κατά τη διάρκεια του επόμενου δίωρου. Η τέχνη δεν αναιρεί την πραγματικότητα, αντίθετα την επεκτείνει.
Στην προκειμένη περίπτωση, ενεργοποιώντας και τις πέντε αισθήσεις παράλληλα με τη φαντασία των συνδαιτημόνων: Γίνεται ένα γεύμα να είναι πιο απολαυστικό όταν ξεφεύγει από τα προμελετημένα σενάρια; Όταν η ευγένεια εναλλάσσεται με την αμηχανία; Όταν τη μια στιγμή βυθίζεσαι στη ζεστή θαλπωρή μιας σούπας και την άλλη κρατάς το μικρόφωνο, δίπλα σε έναν υπέροχα μυστήριο περφόρμερ που επέλεξε την κενή θέση δίπλα σου για να καθίσει; Όταν η ατμόσφαιρα μυρίζει καρύδα, σκόρδο και παράλληλα σασπένς για το επόμενο act;
Όταν το τραπέζι μεταμορφώνεται σε σκηνή και το εστιατόριο σε queer καμπαρέ;
Και τελικά, μπορεί ένα γεύμα να αποτελέσει καλλιτεχνικό έργο;
«Από μόνο του το φαγητό δεν μπορεί να είναι ένα εικαστικό έργο, όσο όμορφο και αν είναι στο πιάτο, γιατί απευθύνεται σε διαφορετικά κέντρα του εγκεφάλου», απαντάει ο μόνιμα ανήσυχος Poka-Yio, γνωστός μεταξύ άλλων από την Μπιενάλε Αθήνας (ιδρυτικό μέλος και σταθερά συνεπιμελητής), αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών και διευθυντής στο Lab12 που βρίσκεται πίσω από το πρότζεκτ στο Bios. «Από την άλλη, όμως, το φαγητό μπορεί κάλλιστα να λειτουργήσει ως καλλιτεχνικό μέσο – έχει τη δύναμη να συγκινεί βαθιά, χρησιμοποιώντας ένα εξαιρετικά σύνθετο λεξιλόγιο από υλικά, υφές, μνήμες και πολιτισμικές αναφορές».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα από την ιστορία της τέχνης, όπως θυμίζει, η δουλειά του Rirkrit Tiravanija στη σχεσιακή αισθητική.
«Στο εργαστήριο έχουμε σταθερά προσκεκλημένους από πολύ διαφορετικά πεδία – designers, χορευτές, performers, γυμναστές, ακτιβιστές, θεωρητικούς, εικαστικούς κάθε μέσου, ακόμη και ζαχαροπλάστες. Στόχος δεν είναι η εξειδίκευση, αλλά η άνεση στη σύνθεση: το θέμα είναι ο δημιουργός που αποφοιτά από το Lab12 να νιώθει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει ό,τι χρειάζεται για τη δική του πρακτική — μέσα, ρόλους, συνεργασίες, πλαίσια». Να κινείται ελεύθερος να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο ανάλογα με τις ανάγκες του, μέχρι και τα τσουκάλια μιας κουζίνας για να ενεργοποιήσει τις αισθήσεις των καλεσμένων.
Όπως προσθέτει, «γύρω από το φαγητό, και μαζί με αυτό, μπορείς τελικά να σχεδιάσεις μια όπερα για όλες τις αισθήσεις. Αυτό ακριβώς πειραματιζόμαστε να κάνουμε με το Southern Discomfort: ένα δείπνο ως σκηνή, ως χρόνος, ως συλλογικό έργο».
Με αυτή τη λογική, μια μέρα που δύο φοιτητές μαγείρευαν στο εργαστήριο της Σχολής, έπεσε η ιδέα για το πρότζεκτ ενός εικαστικού pop up εστιατορίου και πέντε λεπτά (και ένα τηλέφωνο) αργότερα, είχε κλείσει ο χώρος.
Το fusion πάντρεμα με τη μαλαισιανή κουζίνα ήταν απόφαση του Poka Yio (ο οποίος έχει παρελθόν και στη γαστρονομία), αλλά η τελική διαμόρφωση του μενού ανήκει σε δύο σπουδαστές του εργαστηρίου, τη Neza και τον Γιώργο, που μαζί με έναν ακόμη μάγειρα, τον Νίκο, επιδόθηκαν σε αμέτρητες δοκιμές για το επόμενο δίμηνο, μέχρι το τελικό –υπέροχο είναι η αλήθεια– αποτέλεσμα που γευτήκαμε εκείνο το βράδυ, μέσα από το μενού πέντε πιάτων.
Σε αντιδιαστολή με όσα συνέβαιναν σε απρόοπτο χρόνο γύρω μας, οι γεύσεις παρέπεμπαν σε κάτι εξαιρετικά οικείο που σίγουρα δεν περιμέναμε ακούγοντας για μαλαισιανή κουζίνα – μία κοτόσουπα-tom kha kai αυγοκομμένη με λάιμ, καρυκευμένο κοτόπουλο με σάλτσα φυστικού, σταμναγκάθι που καίει ελαφρώς από το τσίλι, σιγομαγειρεμένο ρεντάγκ με κασρύδα και ένα ασυναγώνιστο ρυζόγαλο αλά mango sticky rice για φινάλε.
Όπως αναφέρει ο Poka Yio, το μαλαισιανό φαγητό (το οποίο τιμάει συχνά, κάνοντας ταξίδια στην ευρύτερη νοτιοανατολική Ασία) «ταιριάζει αρκετά στην Ελλάδα, είναι αντίστοιχα πλούσιο και παρότι γλυκό, έχει έναν χαρακτήρα που σαγηνεύει». Πράγματι. Οι συνδυασμοί πέτυχαν διάνα, χωρίς υπερβολή, κρατώντας τη γεύση σε θέση πρωταγωνιστή, παράλληλα με το αναπάντεχο και τη διάδραση που θα ήταν καλύτερο να μην περιγράψουμε λεπτομερώς, για προφανείς λόγους.
«Για ένα πετυχημένο fusion, πιστεύω πρέπει να κινείσαι ανάποδα», όπως μου λέει η Neza μόλις ολοκληρωθεί το γεύμα και αφήσει το πόστο της, «αντί να ψάχνεις παρόμοιες γεύσεις ανάμεσα στις δύο κουζίνες, καλύτερο είναι να σκέφτεσαι αυθόρμητα διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα και στη συνέχεια να βρίσκεις τον τρόπο. Από μία άποψη, έτσι λειτουργούμε και στο εργαστήριο: πρώτα κάνουμε αυτό που μας βγαίνει και έπειτα το πλαισιώνουμε».
***
INFO
Southern Discomfort
15-31/1/2026
Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή: 21:00-00:00
Περιορισμένες θέσεις
Πληροφορίες και κρατήσεις εδώ.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.