
Ο Papazó δεν χρειάστηκε ποτέ φτερά
- 5 ΝΟΕ 2026
Υπάρχει ένα άγαλμα στο κέντρο της Αθήνας που ο Βασίλης Παπαζώτος έβλεπε από παιδί. Ο μεταλλικος Ίκαρος (το Μνημείο Πεσόντων Αεροπόρων) έπεφτε αθόρυβα για χρόνια στην πλατεία Μεταξουργείου με τον Papazó να νιώθει ότι αυτός είναι ένας μύθος που έμοιαζε πολύ με τη δική του διαδρομή. Ο Ίκαρος έπεσε επειδή πέταξε με φτερά που δεν ήταν δικά του. Ο Βασίλης, από ένα μπαλκόνι στου Γκύζη, με ένα «Ζάρι» και χωρίς κανέναν να του δείξει τον δρόμο, κατάφερε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα χωρίς στην ουσία να έχει κι εκείνος φτερά.
«Ο τίτλος του νέου μου project Χωρίς φτερά, προέκυψε από αυτό το άγαλμα και τον μύθο του Ικάρου που πάντα μου άρεσε. Δεν το χρησιμοποιώ με την έννοια ότι μας κόβουν τα φτερά, αλλά με την έννοια ότι δεν χρειαζόμαστε να μας τα φορέσει κάποιος άλλος για να πετάξουμε, για να κάνουμε αυτά που ονειρευόμαστε».
Το ίδιο ισχύει, λέει, και για το project: «Ξεκίνησα και εγώ μέσα από το μπαλκόνι, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι και πού πηγαίνω, αλλά με πίστη μέσα μου, στον εαυτό μου».
Πόσο από τον Βασίλη του πρώτου βίντεο αναγνωρίζεις σήμερα;
Σίγουρα υπάρχει μία αναπόφευκτη ενηλικίωση και ίσως κάποια ωριμότητα. Αυτός ο Βασίλης ήταν πιο πολύ στα χαμένα. Τώρα είμαι σε άλλα χαμένα, πιο όμορφα χαμένα. Κάθε εποχή έχει και το δικό της δίλημμα. Το μπαλκόνι, όμως, μου έδωσε πολλά. Πριν δεν έκανα διασκευές καθόλου, αυτό ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα. Περισσότερο έγραφα τα δικά μου κομμάτια. Με βοήθησε και ως παραγωγό. Κάθε εβδομάδα έπρεπε να σκεφτώ μια νέα διασκευή και να παίξω όλα αυτά τα όργανα. Με βοήθησε και στα social media, γιατί κάθε εβδομάδα έπρεπε κάποιος νέος άνθρωπος να μπει ουσιαστικά στο σπίτι μου και μέσα από αυτούς έμαθε πολλά, ακόμη και για τα άγχη που κουβαλάει ο καθένας. Τώρα, με τον δίσκο που βγήκε, ο κύκλος κλείνει. Το μπαλκόνι διατηρείται, αλλά αυτό το project ολοκληρώνεται. Και πάμε στη φάση του τραγουδοποιού.
Ένα κομμάτι ρομαντισμού χάνεται στην πορεία;
Ήταν από τους μεγαλύτερους μου φόβους αυτή η αγάπη να μη χαθεί και ο λόγος που το κάνω. Και πιστεύω ότι το έχω καταφέρει, παρά τη σωματική και ψυχική κούραση με το νοσοκομείο. Είναι μια φθορά να βλέπεις σε μια εφημερία 60 άτομα, σου τρώει τα ψυχικά αποθέματα. Μετά όμως, γυρνάω σπίτι, στο στούντιο, και προσπαθώ να θυμάμαι τον λόγο που το κάνω και ότι απευθύνομαι κατά κύριο λόγο στο πώς θέλω εγώ να κάνω τη μουσική μου, όχι στο πώς πρέπει θεωρητικά να γίνει. Γι’ αυτό και κάθε κομμάτι του μπορεί να έχει διαφορετικό στιλ. Ό,τι μου έρθει εκείνη την ώρα, θα το κάνω. Τα δύο αυτά χρόνια με έφεραν αντιμέτωπο και με τη μουσική βιομηχανία και από την καλή και από την κακή. Γι’ αυτό και ο τίτλος είναι τέτοιος. Γιατί δεν μου άνοιξε κάποιος τα φτερά, οπότε δεν μπορεί να μου τα κόψει. Διατηρώ τον ρομαντισμό μου, θέλω να πιστεύω. Τώρα μπορεί να είμαι και αιθεροβάμων.
Πώς αποφάσισες ότι τα κείμενά σου θα γίνουν μουσική;
Ο τρόπος έκφρασης ήταν δεδομένος από το σπίτι. Με έγραψε η μητέρα μου στο ωδείο, ο πατέρας μου έπαιζε κιθάρα, η μητέρα μου έγραφε ποιήματα. Αυτός ήταν ο τρόπος έκφρασης που έμαθα από το σπίτι. Μου βγήκε κάπως πηγαία. Σκέψου ότι στην Πάτρα, που σπούδαζα Ιατρική, είχα γράψει χίλια κομμάτια που δεν είχα βγάλει. Όλο καθυστερούσα, όλο “δεν είμαι έτοιμος ακόμα”». Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά νομίζω σε κάποιον που εκτίθεται ότι πρέπει να είσαι λίγο «ό,τι είναι τώρα», πάντα θα υπάρχουν κάποιοι να κράξουν. Πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα τους αρέσει. Απλά αλλάζουν τα ποσοστά.
Τι σου δίνει έμπνευση;
Η προσωπική μου ζωή, σίγουρα. Και πάνω από όλα η παρατηρητικότητα, το κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ των δύο επαγγελμάτων. Πρέπει να είσαι παρατηρητικός για να γράψεις έναν στίχο ή να θεραπεύσεις σωστά έναν ασθενή. Περιστατικά που μπορεί να δω είτε στο νοσοκομείο είτε στην προσωπική μου ζωή, είτε πολλές φορές μου δίνει έμπνευση να γράφω ιστορίες που μου έχουν αφηγηθεί. Γιατί όταν σου αφηγείται κάποιος μια ιστορία από μόνος σου, την κάνεις κάπως εικόνα. Και μετά παίρνω κομματάκια από διάφορες ιστορίες και τα ενώνω σε ένα κομμάτι και βάζω και την φαντασία μου. Προσπαθώ ο στίχος μου να είναι κάπως αλληγορικός αλλά και περιγραφικός ταυτόχρονα. Δηλαδή πάντα σκέφτομαι να έχει μια οπτικοποίηση. Όταν το ακούει ο άλλος αυτό το κομμάτι, το πού, το πότε ένα μια μυρωδιά, ένα οτιδήποτε.
Για μένα ένα live είναι αισθητηριακή ολοκλήρωση. Αυτά που παίρνεις και από 50 και από 4.000 άτομα που έχουμε μαζέψει, δεν έχει διαφορά για μένα. Σε γεμίζει τόσο πολύ ένα live και η ανθρώπινη επαφή, που το διαδίκτυο και το να πάρεις 10.000 ή 1.000.000 views δεν είναι κάτι αντιληπτό και χειροπιαστό. Δηλαδή τα νούμερα δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός, αλλά το μέσο για να σηκώσω το χέρι μέσα στη «λαοθάλασσα» των καλλιτεχνών και να πω «παιδιά είμαι κι εγώ εδώ, αν θέλετε κοιτάξτε τι φτιάχνω». Ευτυχώς οι θεατές μεταφράστηκαν σε ακροατές στο Spotify και σε παρουσίες στα live και γι’ αυτό είμαι ευγνώμων.
Πώς νιώθεις με την τεχνητή νοημοσύνη και τη «συμμετοχή» της στη μουσική δημιουργία;
Αυτή τη στιγμή νιώθω λίγο boomer σε αυτόν τον τομέα, γιατί δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ τίποτα στη μουσική μου. Νιώθω ότι για τους μουσικούς παραγωγούς, η επαφή με ένα όργανο και το να φτιάχνεις εσύ το κομμάτι με όλες τις δυσκολίες που έχει αυτό, πώς θα το ηχογραφείς, πώς θα παίξεις σωστά και όλα τα λάθη που κάνεις και οι προσπάθειες σε φέρνει σε μία άλλη τριβή η οποία αποτυπώνεται μουσικά. Δεν με αγχώνει, πάντως. Κάποια στιγμή θα χρησιμοποιείται ως μέσο χωρίς καν να το καταλαβαίνουμε, όπως βάζουμε ένα plugin στο πρόγραμμα μουσικής και βάζουμε distortion ας πούμε στην κιθάρα. Ο σκοπός για μένα είναι τα live, η ανθρώπινη επαφή, η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί αυτή τη στιγμή με κάποιο άλλο μέσο, εκτός αν είμαστε ολογράμματα κάποια στιγμή όλοι.
Θεωρείς αναγκαίο οι καλλιτέχνες να παίρνουν μια πολιτική θέση στον κόσμο που ζούμε; Θα βγάλεις κάποιο «πολιτικό ραπ»;
Λίγο πριν χτυπήσει το τηλέφωνο, έγραφα ραπ και αναρωτιόμουν κι εγώ για τον εαυτό μου “Θα βγάλεις τραγούδι ραπ;” Γιατί όχι όμως; Η θέση υπάρχει ήδη στα live μου, αλλά δεν είναι «δηκτική». Δεν είμαι με το δάχτυλο να πω σε κανέναν τίποτα. Η θέση μου περνάει μέσα από τους στίχους μου και μέσα από τα τραγούδια που διαλέγω να τραγουδήσω. Δεν μου πάει να βγάζω λογύδρια. Στο διαδίκτυο ή στις συναυλίες μου ο κόσμος έρχεται για να ακούσει τα τραγούδια. Και μπορείς να περάσεις ένα μήνυμα και ένα συναίσθημα. Γιατί το συναίσθημα μένει τελικά. Όχι τα λόγια. Όταν ανεβαίνεις στη σκηνή έχεις και μια a priori άλλη θέση σε σχέση με το κοινό, και το να βγω εγώ και να λέω “ακούστε αυτό, κάντε αυτό” δεν το έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου για κανέναν. Δεν είναι του χαρακτήρα μου.
Υπάρχει ακυκλοφόρητο κομμάτι που σε τρομάζει να το παίξεις πρώτη φορά ζωντανά;
Ναι. Έχω βγάλει ένα κομμάτι, το έχω γράψει το καλοκαίρι, το έγραψα. Το οποίο δεν ξέρω πως μου ήρθε. Είναι τσιφτετέλι και ντάξει με τρομάζει λίγο αυτή η εναλλαγή. Το λέμε μαζί με την Άρτεμις (σ.σ. Κυριακοπούλου) που τραγουδάμε μαζί. Αλλά εντάξει, θέλω να τα δοκιμάσω όλα. Τι να πω; Δεν νομίζω ότι όσο και να έμενα στάσιμος, θα μπορούσα να βρω αυτό το συγκεκριμένο που πουλάει. Και δεν κάνω τη μουσική για αυτό το σκοπό και για την εμπορικότητα του θέματος.
Κάποιος που δεν σε ξέρει, φεύγει από το live, μπαίνει στο ταξί. Τι θέλεις να έχει στο κεφάλι του;
Δεν θέλω να αποκαλύψω τα πάντα. Έχω επιλέξει συγκεκριμένα ένα κομμάτι που έχω γράψει για το τέλος. Θέλω να βγαίνει από το live γεμάτος όρεξη για ζωή. Να νιώθει ικανός και περήφανος για αυτό που είναι. Αλλά στη διαδρομή αυτή τη μουσική, να έχουμε ζήσει και αρκετά από τα υπόλοιπα συναισθήματα που έχει η ζωή.
***
PAPAZÓ «Χωρίς φτερά»
Δευτέρα 9 Νοεμβρίου, Σταυρός του Νότου Plus
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.