Ο Θανάσης, ο Βαγγέλης και η Αντριάνα έφτιαξαν μια ταινία από την τσέπη τους και τελικά, το σήκωσαν στις Νύχτες Πρεμιέρας
Ο Θανάσης Φουσέκης, ο Βαγγέλης Παναγιωτακόπουλος και η Αντριάνα Ζαχαριάδου Κοροβέση ξεκίνησαν από μια πτυχιακή εργασία και, με ελάχιστα χρήματα, δημιούργησαν μια ταινία για έναν επίδοξο Αθηναίο σούπερ ήρωα.
- 24 ΟΚΤ 2026
Υπάρχει κάτι παράξενα οικείο στην εικόνα ενός ανθρώπου που προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδείξει ότι αξίζει. Ακόμη κι όταν ο τρόπος που το κάνει μοιάζει αλλόκοτος, ακόμη κι όταν οι γύρω του τον κοιτούν με απορία ή βγάζουν το κινητό για να τον καταγράψουν. Στον Αυτόκλητο Φτερωτό, ένας κινηματογραφικός φακός ακολουθεί έναν τύπο που περιφέρεται στην Αθήνα ως αυτοσχέδιος υπερήρωας, προσπαθώντας να καταπολεμήσει το έγκλημα και να βρει τη θέση του στον κόσμο.
Είναι ένας vigilante με τη μορφή περιστεριού, ένα πλάσμα που θέλει να γίνει ήρωας, αλλά καταλήγει να γίνεται θέαμα.
Η ταινία μικρού μήκους των Θανάση Φουσέκη, Βαγγέλη Παναγιωτακόπουλου και Αντριάνα Ζαχαριάδου Κοροβέση, ξεκίνησε ως μια σπουδαστική εργασία και κατέληξε να διακριθεί στις 32ες Νύχτες Πρεμιέρας, αποσπώντας τη Χρυσή Αθηνά Καλύτερης Ταινίας, το βραβείο σεναρίου και το βραβείο ανδρικής ερμηνείας για τον πρωταγωνιστή της, Γιώργο Μπουφίδη. Ένα αποτέλεσμα που δύσκολα θα μπορούσε να προβλέψει κανείς όταν η ιδέα άρχισε να παίρνει μορφή, σε μια περίοδο που οι τρεις δημιουργοί της προσπαθούσαν να βρουν τον τρόπο να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους και να κάνουν μια ταινία με τα ελάχιστα μέσα που διέθεταν.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα της ταινίας και πώς εξελίχθηκε το σενάριο;
Θανάσης: Στην πραγματικότητα, η ταινία ήταν η πτυχιακή εργασία που έπρεπε να κάνουμε για να αποφοιτήσουμε εγώ και ο Βαγγέλης από τη σχολή κινηματογράφου όπου σπουδάζαμε. Αρχικά, εγώ θα έκανα μια ταινία μυθοπλασίας και ο Βαγγέλης ένα ντοκιμαντέρ. Κάπως, όμως, μας έτρωγε μέσα μας η ιδέα να κάνουμε μαζί την πτυχιακή μας. Δεν θέλαμε να κάνουμε δύο διαφορετικές ταινίες. Έτσι, μια μέρα ο Βαγγέλης με πιέζει και μου λέει: «Ρε Θανάση, δεν έχεις καμία άλλη ιδέα;». Του είπα ότι είχα διάφορες και, ανάμεσά τους, υπήρχε και το mockumentary για έναν τύπο που προσπαθεί να γίνει σούπερ ήρωας στην Αθήνα. Αυτή ήταν η ιδέα που του άρεσε.
Βαγγέλης: Εμένα μου άρεσε πάρα πολύ η ιδέα του Θανάση και ήθελα πολύ να κάνουμε μαζί την ταινία. Είχα, όμως, ήδη υποσχεθεί στην Αντριάνα ότι θα κάναμε μαζί το ντοκιμαντέρ. Τη θεωρούσα πολύ σημαντική για την υλοποίηση της ταινίας, οπότε κάπως έτσι βρεθήκαμε οι τρεις μας.
Θανάσης: Μπορεί να είχα εγώ, ας πούμε, το lead στο σενάριο, αλλά στην πραγματικότητα δεν πήρα καμία απόφαση μόνος μου. Κρατούσα εγώ, κατά κάποιον τρόπο, το αρχείο του σεναρίου, κυρίως στο μυαλό μου, αλλά η τελική του μορφή προέκυψε έπειτα από ατελείωτες συζητήσεις και αναλύσεις και των τριών μας, αλλά και με τον Γιώργο Μπουφίδη, τον πρωταγωνιστή της ταινίας.
Αντριάνα: Εγώ θα σου πω την αλήθεια για το σενάριο (γελάει). Βρισκόμασταν σε κάποιο από τα μπαλκόνια μας, παραγγέλναμε φαγητό και μετά μαλώναμε, συζητούσαμε και ψάχναμε αυτόν τον άνθρωπο. Είχαμε αποφασίσει ότι θα βασιστούμε πολύ στον ηθοποιό που θα επιλέγαμε τελικά για τον ρόλο. Όλη αυτή η διαδικασία κράτησε σχεδόν επτά μήνες.
Όταν, όμως, βρήκαμε τον ηθοποιό, του είχαμε εξηγήσει τόσο καλά την ιστορία που είχαμε φτιάξει, ώστε στη συνέχεια αφήσαμε πολλά πράγματα πάνω του. Στην πραγματικότητα, το μόνο που κάναμε για αυτή την ταινία ήταν πρόβες με τον ηθοποιό. Για όλα τα υπόλοιπα, πήραμε τις κάμερες και βγήκαμε στους δρόμους. Ο πρωταγωνιστής, όμως, είχε ήδη καταλάβει πάρα πολύ καλά την ταινία μέσα από όσα του είχαμε μεταφέρει.
Πώς καταλήξατε στον Γιώργο Μπουφίδη για τον ρόλο του Αυτόκλητου Φτερωτού;
Θανάσης: Μια λεπτομέρεια που βοήθησε πολύ στο να είναι η ταινία αληθοφανής και ρεαλιστική, καθώς πρόκειται για mockumentary, ήταν ότι είχαμε αποφασίσει από την αρχή πως ο ρόλος θα χτιζόταν πάνω στον ηθοποιό που θα επιλέγαμε. Τελικά, επιλέξαμε τον ιδανικό για αυτό που είχαμε φανταστεί. Ο ηθοποιός θα έπρεπε να αυτοσχεδιάζει πολύ, οπότε δώσαμε μεγάλη σημασία στο να καταλάβουμε όλοι απόλυτα τον χαρακτήρα, ακόμη και το backstory του, στοιχεία δηλαδή που δεν υπάρχουν καν στην ταινία. Θέλαμε να έχουμε όλοι μια ολοκληρωμένη και σαφή εικόνα του ποιος είναι ο Αυτόκλητος Φτερωτός.
Αντριάνα: Εγώ γνώριζα τον Γιώργο, καθώς είχαμε δουλέψει κάποια στιγμή μαζί. Ψάχναμε, όμως, για πολύ καιρό ηθοποιό, γιατί είχαμε και εκεί κάποιες διαφωνίες. Όταν έδειξα στα παιδιά τον Γιώργο, είπαμε ότι ταιριάζει.
Βαγγέλης: Είπαμε ότι αυτός είναι ο Αυτόκλητος. Βασικά, πήγαμε για έναν καφέ οι τέσσερίς μας και ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά.
Η ταινία έγινε με περιορισμένα μέσα και χωρίς κάποια επιχορήγηση. Γιατί επιλέξατε να κινηθείτε με αυτόν τον τρόπο;
Θανάσης: Την ταινία την κάναμε πρωτίστως για να αρέσει σε εμάς, οπότε δεν είχαμε στο μυαλό μας κάτι μεγαλεπήβολο. Θεωρητικά, θα μπορούσαμε να έχουμε μαζέψει πολλά περισσότερα άτομα για να την κάνουμε, αλλά ήμασταν μια ομάδα που είχε πολλή αγάπη μεταξύ της και αποφασίσαμε ότι θα το κάνουμε εμείς, κι ας πάει όπου πάει. Κάπως έτσι λειτουργήσαμε και με τα χρήματα και δεν ζητήσαμε τελικά κάποια επιχορήγηση.
Βαγγέλης: Η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα, γενικά, για να φτιαχτεί μια ταινία χρειάζονται χρήματα. Από την αρχή που είπαμε ότι θα κάνουμε τον Αυτόκλητο Φτερωτό, είπα στον Θανάση ότι θα τα κάνουμε όλα μόνοι μας. Μοντάζ, φωτογραφία, σκηνοθεσία. Τα πάντα. Αυτό το κάναμε για δύο λόγους. Πρώτον, ήταν μια σπουδαστική ταινία από την οποία δεν θα βγάζαμε χρήματα. Δεύτερον, θέλαμε να αποδείξουμε ότι μπορεί να γίνει μια καλή ταινία χωρίς να υπάρχουν γιγάντια budgets.
Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε στην παραγωγή;
Θανάσης: Οι αντικειμενικές δυσκολίες του εγχειρήματος ξεκινούν από το γεγονός ότι όντως τα κάναμε όλα μόνοι μας και, καλώς ή κακώς, η ταινία που κάναμε τελικά το σήκωνε αυτό. Η αλήθεια, όμως, είναι πως δυσκολευτήκαμε. Ιδανικά, θα θέλαμε πολύ περισσότερο χρόνο, ώστε να μπορέσουμε να δώσουμε την ίδια σημασία σε κάθε κομμάτι της ταινίας. Τα χρήματα ήταν επίσης ένα θέμα, γιατί είχαμε μόνο όσα μπορούσαμε να διαθέσουμε από την τσέπη μας. Ήταν ελάχιστα σε σχέση με τα χρήματα που χρειάζονται για να γίνει μια ταινία, αλλά πολλά για εμάς, που τα βγάζουμε πέρα μήνα με τον μήνα.
Από εκεί και πέρα, η βασική δυσκολία του project ήταν ότι έπρεπε να βγούμε στους δρόμους της Αθήνας. Δεν βρισκόμασταν σε ένα ασφαλές πλαίσιο, το οποίο ελέγχαμε απόλυτα εμείς.
Αντριάνα: Στην πραγματικότητα, η ταινία έγινε στο σπίτι μου, με τον μπαμπά μου στο διπλανό δωμάτιο, και αυτό συμπυκνώνει όλο το project. Του λέγαμε, δηλαδή, «Μην κάνεις φασαρία, γιατί ακούγεσαι». Εγώ κοιμόμουν για έναν μήνα με το boom δίπλα στο κρεβάτι μου.
Πέρα από αυτό, είχαμε κάνει μεγάλη προετοιμασία για την τυχαιότητα που θα συναντούσαμε όταν θα βγαίναμε στον κόσμο, ώστε να έχουμε συνεννοηθεί με τον ηθοποιό για το πώς θα αντιμετωπίζαμε οποιοδήποτε πρόβλημα προέκυπτε. Επειδή ήμασταν πολύ καλά προετοιμασμένοι και πολύ δεμένοι σε όλη αυτή τη διαδικασία, αντιμετωπίσαμε ό,τι κι αν συναντήσαμε στον δρόμο. Οι γυναίκες αντιδρούσαν διαφορετικά, οι άνδρες διαφορετικά, οι γιαγιάδες διαφορετικά, οι τουρίστες διαφορετικά, ενώ τα παιδάκια τον έβγαζαν βίντεο.
Θανάσης: Ήταν και λίγο κοινωνικό πείραμα.
Αντριάνα: Αυτό που θυμάμαι είναι ότι εμείς, που δεν φορούσαμε τη μάσκα και δεν ήμασταν μέσα στον ρόλο, νιώθαμε πολύ μεγαλύτερη εξάντληση, επειδή βλέπαμε τον κόσμο και μας έβλεπε κι εκείνος ως τον πραγματικό μας εαυτό, με τις δικές μας προσωπικότητες. Ο Γιώργος, που βρισκόταν μέσα σε όλο αυτό, έλεγε ότι ήταν μια χαρά. Ευτυχώς που υποδυόταν έναν ρόλο, γιατί κάπως προστατευόταν κιόλας.
Βαγγέλης: Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε όσο φτιάχναμε τον Αυτόκλητο ήταν ότι δεν γνωρίζαμε όλα τα τεχνικά στοιχεία που απαιτούνταν για να δημιουργήσουμε αυτό που είχαμε στο μυαλό μας. Έπρεπε να χτίσουμε ένα συγκεκριμένο «σύστημα», ώστε να μπορέσουμε να γυρίσουμε την ταινία. Έπρεπε, δηλαδή, να έχουμε την κατάλληλη κάμερα, τον κατάλληλο εξοπλισμό για τον ήχο και ούτω καθεξής, γιατί ήμασταν δύο άτομα. Δύο άτομα που έπρεπε να γυρίσουν μια ταινία στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας, να σκηνοθετούν και ταυτόχρονα να προσπαθούν να δουν πώς θα κινηθεί ο ηθοποιός.
Αντριάνα: Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι στον δρόμο συναντήσαμε και πολύ καλούς ανθρώπους.
Θανάσης: Αυτό ήταν κάτι που φοβόμουν. Πίστευα ότι η Αθήνα θα ήταν πολύ πιο εχθρική απέναντι στον Αυτόκλητο, αλλά τελικά αποδείχθηκε πολύ πιο αγαπησιάρικη.
Γιατί επιλέξατε ένα περιστέρι ως κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας;
Θανάσης: Τα περιστέρια είναι πολύ παρεξηγημένα πλάσματα, όπως ακριβώς και ο Αυτόκλητος. Κάποτε ήταν πολύ χρήσιμα στους ανθρώπους. Έχουν υπάρξει ήρωες πολέμου, ενώ βρίσκονται και στο σύμβολο της ειρήνης. Από ένα σημείο και μετά, όμως, με την άνοδο της τεχνολογίας, κάπως τα παρατήσαμε. Από εκεί που μας ήταν τόσο χρήσιμα, έχασαν την αξία και τη χρησιμότητά τους και τα βλέπουμε πλέον σαν τα ποντίκια του ουρανού.
Αντίστοιχα, θεωρώ ότι και ο Αυτόκλητος είναι πολύ παρεξηγημένος και περιθωριοποιημένος από την κοινωνία, όπως τα περιστέρια, ενώ αξίζει αγάπη, όπως ακριβώς και εκείνα.
Πώς αντιμετωπίσατε την προοπτική συμμετοχής της ταινίας σε φεστιβάλ και τι σημαίνει για εσάς η βράβευση στις Νύχτες Πρεμιέρας;
Βαγγέλης: Δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή που αποφασίσαμε ότι θα στείλουμε την ταινία σε φεστιβάλ. Μοντάραμε την ταινία και όλοι μάς έλεγαν ότι, αν θέλαμε να πάει σε φεστιβάλ, θα έπρεπε να έχει διάρκεια μικρότερη των είκοσι λεπτών. Γενικά, μας πρότειναν να αφαιρέσουμε πολλά πράγματα, ώστε να μπορέσει να συμμετάσχει σε φεστιβάλ. Εμείς, λοιπόν, αποφασίσαμε να κρατήσουμε την ταινία όπως την είχαμε οραματιστεί.
Αντριάνα: Δεν θέλαμε να μικρύνει η ταινία μας για να πάει σε φεστιβάλ. Δεν θέλαμε να κάνουμε εκπτώσεις. Όταν την είδα σχεδόν ολοκληρωμένη, είπα στον Βαγγέλη ότι δεν θα αναδειχθούμε στην εποχή μας, αλλά θα είμαστε για πάντα μέρος της καλτ κουλτούρας. Δεν περιμέναμε ότι θα άρεσε τόσο, αλλά πιστεύαμε πολύ σε αυτό που είχαμε φτιάξει. Δεν περιμέναμε, όμως, ότι θα βραβευόμασταν στις Νύχτες Πρεμιέρας.
Βαγγέλης: Ο κύριος λόγος που χαρήκαμε όταν μάθαμε ότι η ταινία μας θα προβληθεί στις Νύχτες Πρεμιέρας ήταν ότι θα μπορούσαν να τη δουν οι φίλοι μας και όλοι όσοι μας βοήθησαν να τη φτιάξουμε. Δεν περιμέναμε, όμως, απολύτως τίποτα. Χαρήκαμε, βέβαια, γιατί κατά τη διάρκεια της προβολής ο κόσμος γέλασε και φάνηκε να του αρέσει πολύ. Ως εκεί, όμως.
Θανάσης: Στην πραγματικότητα, δεν είναι ότι, επειδή πήρε το βραβείο, η ταινία απέκτησε μια σημαντικότητα που δεν είχε προηγουμένως για εμάς. Όπως δεν έχασε τη σημαντικότητά της στο Φεστιβάλ Δράμας, όπου δεν πήραμε κάποιο βραβείο. Για εμάς ήταν επιτυχία επειδή μας δόθηκε η ευκαιρία να μοιραστούμε με το κοινό αυτό που κάνουμε. Και τελικά αυτή ήταν η μεγαλύτερη νίκη για εμάς: το γεγονός ότι κάποιος είδε την ταινία μας.
Στις Νύχτες Πρεμιέρας βρεθήκαμε δίπλα σε πολύ σπουδαίες ταινίες, φτιαγμένες από ανθρώπους που θαυμάζαμε και θαυμάζουμε. Δεν υπήρχε καν στο μυαλό μας η σκέψη ότι θα μπορούσαμε να τους ανταγωνιστούμε ή να συναγωνιστούμε μαζί τους. Ήμασταν ήδη αρκετά χαρούμενοι που βρισκόμασταν δίπλα σε αυτές τις ταινίες.
Ποια είναι τα βασικά ζητήματα που θέλατε να θίξετε μέσα από τον χαρακτήρα του Αυτόκλητου;
Θανάσης: Ο χαρακτήρας, όπως τον είχαμε στο μυαλό μας όταν γράφαμε το σενάριο, είχε δύο βασικούς πυλώνες. Ο πρώτος ήταν, σε ένα γενικότερο πλαίσιο, η προσπάθεια να χωρέσεις σε ένα καλούπι που στην πραγματικότητα δεν σου ταιριάζει. Στην ταινία, πιο συγκεκριμένα, αυτό είναι το καλούπι της πατριαρχίας. Οι ίδιοι οι άνδρες προσπαθούν να χωρέσουν το φύλο τους σε συγκεκριμένα καλούπια. Το «ο άνδρας δεν κλαίει» μπορεί να ακούγεται παλιό, αλλά υπάρχει ακόμη και σήμερα και είναι χαραγμένο μέσα μας.
Το πρώτο πράγμα που θίγει η ταινία είναι οι επιπτώσεις της πατριαρχίας στους ίδιους τους άνδρες και το πώς ο Αυτόκλητος, που δεν μπόρεσε ποτέ να χωρέσει σε αυτό το πλαίσιο, θέλει να αγαπηθεί, να αποκτήσει αξία και να νιώσει ότι τον έχουν ανάγκη. Θέλει να γίνει ήρωας, μεταφορικά και κυριολεκτικά.
Το δεύτερο ζήτημα είναι το τι θεωρούμε ηθικό να κάνουμε θέαμα. Ο Αυτόκλητος αντιπροσωπεύει τους ανθρώπους που βλέπαμε μεγαλώνοντας να χλευάζονται σε τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά και εκείνους που κάνουν περίεργα challenges σε livestreams στο TikTok για να πάρουν «δώρα». Είναι κάτι που συμβαίνει συνεχώς. Άτομα που στην πραγματικότητα χρειάζονται βοήθεια, αποδοχή και αγάπη μετατρέπονται από την κοινωνία σε θέαμα και γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης, ώστε οι άλλοι να γελάσουν μαζί τους και να νιώσουν οι ίδιοι καλύτερα και πιο δυνατοί.
Βαγγέλης: Εγώ θα το πάρω λίγο πιο προσωπικά. Όταν μου είπε ο Θανάσης την ιδέα για το σενάριο, και επειδή βρισκόμασταν και οι δύο σε μια πολύ περίεργη φάση στη ζωή μας, σκέφτηκα αμέσως και του είπα: «Γιατί οι άνδρες, όταν δεν είμαστε καλά, απομονωνόμαστε τόσο πολύ και κλεινόμαστε στον εαυτό μας;». Μπορεί να είμαστε χάλια, να μην μπορούμε να βγούμε από το σπίτι, και πάλι να μην το πούμε καν στους φίλους μας.
Ο Αυτόκλητος ήρθε ως ένα πλαίσιο για να μιλήσουμε για την τοξική αρρενωπότητα. Φοβόμαστε να είμαστε αδύναμοι και ο Αυτόκλητος ενσαρκώνει όλους αυτούς τους φόβους, σαν ένας χαρακτήρας που θέλει να αποδείξει ότι δεν έχει κανένα απολύτως τραύμα. Ο άνδρας είναι ταυτόχρονα θύμα της πατριαρχίας, καθώς διαμορφώνεται μέσα από αυτήν, αλλά μπορεί και να γίνει θύτης εξαιτίας της.
Θανάσης: Εγώ θέλω να πω ότι ήρωες υπάρχουν παντού εκεί έξω, αλλά δεν χρειάζεται ούτε να φοράνε μπέρτα ούτε να πληρούν τα ανδρικά στερεότυπα, ανεξαρτήτως φύλου.
Πόσο δύσκολο είναι να επιμένεις να κάνεις τέχνη όταν οι συνθήκες δεν είναι σχεδόν ποτέ ευνοϊκές;
Αντριάνα: Από πολύ μικρή ήξερα πως θέλω να κάνω μόνο αυτό το πράγμα. Κάνω τέχνη χωρίς να σκέφτομαι τις δυσκολίες που έχει, παρότι τις συναντάω συνέχεια. Την ημέρα που κερδίσαμε, εγώ δεν μπορούσα να πάω γιατί δούλευα. Την ημέρα που προβλήθηκε η ταινία, δεν μπορούσα να τη δω, γιατί δούλευα στο μπαρ του σινεμά όπου γινόταν η προβολή. Δηλαδή, η ταινία μου έπαιζε μέσα κι εγώ ήμουν έξω και σέρβιρα, και αισθανόμουν πολύ χάλια.
Αλλά σκέφτομαι πως θα κάνουμε ταινίες ακόμα και με τα λίγα μέσα που έχουμε. Αν σκέφτεσαι μόνο τις δυσκολίες, θα ακινητοποιηθείς. Η τέχνη είναι οι άνθρωποί σου. Κάνω χίλια δυο πράγματα για να βιοποριστώ, αλλά δεν διαπραγματεύομαι το ότι θα κάνω τέχνη.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.