ΠΗΓΑ ΕΙΔΑ

Πρώτη φορά στην Αθήνα και οι Limp Bizkit γλέντησαν τους απανταχού millennials

Πήγαμε στην πρεμιέρα του Release Athens στην Πλατεία Νερού και ευτυχώς, ακόμη ««το λέει ακόμα η καρδούλα μας». Limp Bizkit, Viagra Boys και Ecca Vandal άφησαν πίσω τους μελανιές και αναμνήσεις.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: © RELEASE ATHENS 2026

Ήταν από τις φορές που θα κατέβαζε τόσα ποτάμια ιδρώτα η Πλατεία Νερού λες και ήθελε να δικαιώσει το όνομά της. Τι είχαμε; Είχαμε την πρεμιέρα για το φετινό, επετειακό Release Athens και την τελευταία «γύρα» πριν το μεγάλο μουσικό φεστιβάλ αποχαιρετήσει το κοντινό ολυμπιακό ακίνητο για νέα τοποθεσία – και μαζί του, αποχαιρετήσουμε όλοι εμείς αναμνήσεις από μια ολόκληρη δεκαετία.

Είχαμε την πρώτη συναυλία των Limp Bizkit στην Ελλάδα, είχαμε Viagra Boys και γενικότερα ένα βράδυ το οποίο έμοιαζε σαν κάρτα «βγες από τη φυλακή» στα μάτια κάθε millenial που έψαχνε ξανά την εφηβεία, σαν αντίδοτο σε ακόμα μια πληκτική Δευτέρα.

Η δόση που θα έμπαινε στις αρτηρίες θα ήταν ευτυχώς αρκετή. Αρκετή για να νιώσουμε ότι δεν έχουμε γεράσει και ότι «το λέει ακόμα η καρδούλα μας», ακόμα και αν ο τρόπος που μιλάμε δείχνει το ακριβώς αντίθετο. Για να μιλήσουμε στη «γλώσσα» που προδίδει την ηλικία μας, αυτό το live ήταν τζάμι, ήταν τζαμάτο.

Πρώτη ανέβηκε στη σκηνή η Ecca Vandal και σαν να ακούω να ρωτάς, τι ειν’ τούτο ρε παιδιά; Είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, από τα πιο αταξινόμητα και ταχέως ανερχόμενα fem-power ονόματα από το «νέο αίμα» που πρέπει να αποθηκεύσεις στο Spotify.

Γεννημένη στη Νότια Αφρική από μια οικογένεια που κυλούσε στο αίμα της η gospel και η soul, μεγαλωμένη από μικρή ηλικία στην πόλη της Μελβούρνης όπου ανακάλυψε την ακατανίκητη έλξη που ασκεί η τζαζ, και σφυρηλατημένη μουσικά στην πολυποίκιλη εναλλακτική DIY σκηνή της αυστραλιανής μητρόπολης, η Ecca Vandal βγάζει όλη αυτή την ετερόκλητη και τελικά εκρηκτική ταυτότητα στη μουσική της.

Έχει την ενέργεια και την οργή της πανκ, έχει το χορευτικό σκύρτιμα που χαρακτηρίζει όσους έχουν τον ρυθμό μέσα τους, έχει το flow «του δρόμου» και τη «βρωμιά» του underground hip-hop που ακμάζει στη Μελβούρνη. Όλα αυτά, υπό το πρίσμα της φεμινιστικής ενδυνάμωσης απέναντι στη ματσίλα και την πατριαρχία, σε μια εποχή που τα στερεότυπα καταρρέουν και δημιουργείται χώρος για το γυναικείο βίωμα.

«Αιμορραγώ ξανά μέσα από το τζιν μου, ποιος δεν αγαπά ένα καλό κλάμα;», όπως τραγούδησε στο Bleed But Never Die, παίρνοντας μαζί όλο το ελληνικό κοινό στην πρώτη της συναυλία εδώ, σημειωτέον αμέσως μετά τη συμμετοχή της στο Coachella.

Φάνηκε να το καταφέρνει αβίαστα, σαν να το κάνει από πάντα. Τη μια στιγμή ουρλιάζοντας και την άλλη ραπάροντας, τη μία στιγμή χορεύοντας και την άλλη χοροπηδώντας, σαν ένα κορίτσι της διπλανής πόρτας που απηύδησε από τα «πρέπει» και πέρασε στην αντεπίθεση.

Μια αντεπίθεση στην καθιερωμένη αρρενωπότητα του σκληρού ήχου, την οποία σάρκαζε από παλιά με τη στάση του ο –σε κάθε εμφάνιση γυμνόστηθος– frontman της μπάντας που ακολουθούσε στο line up αυτής της νύχτας: ο «χαλαίος» Sebastian Murphy και οι αγαπημένοι Viagra Boys είχαν σειρά, τρία χρόνια μετά την τελευταία συνάντησή τους με το αθηναϊκό κοινό.

Τι έχει αλλάξει στο μεσοδιάστημα αυτών των χρόνων για τους Viagra Boys; Πρόσφατα, έδωσαν τη μεγαλύτερη συναυλία της καριέρας τους στη Βρετανία, στο εμβληματικό Alexandra Palace, έχοντας αποδείξει ότι ακόμη και σε γεμάτα στάδια παραμένουν αμετακίνητοι στον χαρακτήρα τους και τα ιδανικά τους, αλλά με έναν πιο ευπρεπή και performative τρόπο.

Τι εννοούμε;

Όπως αποδείχθηκε και αυτή τη φορά στην Πλατεία Νερού, ο σημαδεμένος με τη λέξη «Lös» (=χαλαρός) στο μέτωπο frontman παραμένει το αντι-παράδειγμα του ροκ σταρ που αγαπήσαμε.

Με μία μπίρα κουτάκι στο χέρι και μαύρο γυαλί, έσκασε στη σκηνή σαν φοιτητής που ξέχασε να ξυπνήσει ενώ είχε εξεταστική, παραπατώντας ελαφρώς πάνω στον ρυθμό, τρεκλίζοντας από αποσάθρωση, ξενερωμένος με το σύστημα και την όλη πραγματικότητα που μας περιβάλλει, μέχρι που σε ένα σημείο (στο Sports) βρέθηκε ξαπλωμένος στο πάτωμα να τραγουδάει ανάσκελα με τη γνωστή ειρωνεία, πόσο πολύ αγαπάει την άθληση και τον υγιή τρόπο ζωής.

Ένας αντι-σταρ που καταγγέλει το φασισμό, τη ματσίλα και το δήθεν. «Θέλω να πω, Λευτεριά στην Παλαιστίνη».

Κοινώς, ο γνωστός Sebastian Murphy, αλλά σε μια πιο προσεγμένη και επιμελημένη εκδοχή, χωρίς τις υπερβολές του παρελθόντος, έδειχνε δηλαδή χαοτικός, αλλά στην πραγματικότητα είχε απόλυτο έλεγχο κάθε του κίνησης. Δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Βασικά, όλη η μπάντα έδειχνε τέρμα καλοκουρδισμένη: με το σαξόφωνο, τα τύμπανα, τις κιθάρες, τα ντραμς, τα πλήκτρα, οι Viagra Boys ήταν σαν μια μηχανή που έτρεχε πάνω στις ράγες και κάθε τόσο πήγαινε να εκτροχιαστεί, αλλά τελικά επανερχόταν πάντα την κρίσιμη στιγμή. Και το κοινό ακολουθούσε.

Στα τελευταία τραγούδια του setlist των Viagra Boys, έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα moshpits, σαν ζέσταμα για όσα θα ακολουθούσαν. Πλησίαζε η μεγάλη στιγμή: η στιγμή για την πρώτη συναυλία των Limp Bizkit στην Αθήνα.

Με κόκκινα νούμερα στην μεγάλη οθόνη, ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση. Όταν έφτασε στο μηδέν, φάγαμε το πρώτο επικό «χαστούκι»: αντί να εμφανιστούν οι ίδιοι στη σκηνή, εμφανίστηκε μια φωτογραφία μητέρας αγκαλιά με ένα παιδί, του οποίου το πόδι βρισκόταν σε θέση που παραπλανούσε το μάτι οδηγώντας αυτόματα σε άσεμνους και αρκετά αμήχανους συνειρμούς.

Οι Limp Bizkit τρόλαραν το κοινό. Ακολούθησε δεύτερη αντίστροφη μέτρηση και το διάσημο troll face από τις πρώτες εποχές του ίντερνετ. Δεύτερο τρολάρισμα, αλλά και αρκετή νοσταλγία.

Τρίτη αντίστροφη μέτρηση και καταλυτική – το επόμενο δίωρο ανήκε στην εφηβεία μας.

Σε μια σκηνή με oldschool και ρετρό αναφορές (τεράστια στερεοφωνικά να κοιτούν προς το κοινό), πρώτα εμφανίστηκε η μορφή του Wes Borland, ντυμένος με ένα (iconic) ολόσωμο πολεμικό κιλτ, απ’ όπου ξεχώριζε η μοϊκάνα και τα χρυσά πέταλα που κάλυπταν το πρόσωπό του. Όλη η Πλατεία Νερού άρχισε να παραληρεί από ενθουσιασμό. Πίσω από τα decks, βρέθηκε ο Dj Lethal (τα χρόνια εμπειρίας μετράνε στο σκρατσάρισμα, όπως θα αποδεικνύει λίγο αργότερα) και μπροστάρης στη σκηνή ο πολύ κουλ για να αντέξεις Fred Durst.

«Μου είχαν πει ότι στην Ελλάδα είναι τρελοί, τώρα καταλαβαίνω τι εννοούσαν».

Δεν υπήρξε κομμάτι που να μην γίνεται πανικός. Βοήθησε το ότι έκαναν σύντομα διαλείμματα ανάμεσα, βοήθησε και το γεγονός ότι επέλεξαν να προβάλλουν τους στίχους στην κεντρική οθόνη, βοήθησε βέβαια και το επικοινωνιακό χάρισμα του Fred που καλλιέργησε απ’ το πρώτο λεπτό κλίμα οικειότητας αλλά και την εντύπωση ότι απόψε γράφεται ιστορία. «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι είναι η πρώτη φορά μας στην Ελλάδα».

Είδαμε μπουκάλια να ίπτανται, πρόσωπα να βγαίνουν κάθιδρα από το pit και άλλους να τρέχουν για να ορμήσουν στη λαοθάλασσα, ακούγοντας τις πρώτες νότες του “Keep Rolling”, του “Hot Dog” και του “Break Stuff”, το οποίο χαρήκαμε δύο φορές.

Βέβαια, δεν θυμάμαι σε ποια από τις δύο απέκτησα τις μελανιές στο δεξί χέρι.

Ήταν ένα δίωρο που η Πλατεία Νερού δεν σταμάτησε να πηγαίνει πάνω-κάτω. Ένα δίωρο έντασης και νοσταλγίας που απέδειξε (πρώτα απ’ όλα σε εμάς) ότι παραμένουμε ακόμα νέοι – τι κι αν κοιτάξαμε την ώρα φεύγοντας, για να υπολογίσουμε πόσες ώρες απομένουν μέχρι να πάμε γραφείο, το επόμενο πρωί.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.