Στο Astoria, Έβελυν Ασουάντ και Γιάννης Τσουμαράκης μας υπενθυμίζουν πόσο κοντή μνήμη έχουμε ως λαός
Οι δυο πρωταγωνιστές της μουσικοθεατρικής παράστασης που ανεβάζει ο Βασίλης Μαυρογεωργίου στο Παλλάς συνομιλούν για το πρωτότυπο έργο του Κωνσταντίνου Σαμαρά, που δεν είναι μία ιστορία του παρελθόντος, αλλά η Ιστορία της ανθρωπότητας που επαναλαμβάνεται σήμερα μπροστά στα μάτια μας.
- 25 ΜΑΡ 2026
Εδώ και μερικές ημέρες, η σκηνή του Θεάτρου Παλλάς έχει μετατραπεί σε χρονοκάψουλα. Κάθεσαι στα κόκκινα βελούδινα καθίσματα του θεάτρου και με το σβήσουν τα φώτα και ανοίξει η αυλαία μεταφέρεσαι στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, εκεί όπου μια μικρή Ελλάδα γεννιέται μπροστά στα μάτια σου μέσα σε ένα καφενείο στην καρδιά της Αστόριας.
Το ελληνικό καφενείο γίνεται τόπος συνάντησης, εξομολόγησης και ελπίδας. Το τραγούδι γίνεται φωνή, παρηγοριά και αντίσταση σε μια κοινότητα που παλεύει να ριζώσει, να επιβιώσει και να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη της.
Ο Κωνσταντίνος Σαμαράς έγραψε το Astoria και ο Βασίλης Μαυρογεωργίου -στη δεύτερη συνεργασία του με τον θεατρικό συγγραφέα μετά το περσινό, Τα πήρες όλα κι έφυγες για τον μύθο του Στράτου Διονύσιου- το ανεβάζει με έναν θίασο αξιώσεων που ενώνει την παλαιότερη με τη νεότερη γενιά του ελληνικού θεάτρου.
Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συναντάμε δύο ταλαντούχους εκπροσώπους της δεύτερης: την Έβελυν Ασουάντ και τον Γιάννη Τσουμαράκη. Μιλήσαμε μαζί τους για το πρωτότυπο μουσικοθεατρικό έργο, που δεν είναι μία ιστορία του παρελθόντος, αλλά η Ιστορία της ανθρωπότητας που επαναλαμβάνεται σήμερα μπροστά στα μάτια μας.
Η Τασουλα και ο Στέφανος
Έβελυν Ασουάντ: Η Τασούλα είναι μια από τις χιλιάδες γυναίκες της ελληνικής μετανάστευσης, που κουβαλούν πάνω τους μια ολόκληρη εποχή. Έρχεται από ένα μικρό ελληνικό χωριό της δεκαετίας του ’20, από έναν κόσμο φτωχό αλλά γεμάτο αληθινούς δεσμούς και μπαίνει στο πλοίο για την Αμερική, ως επιλογή της μητέρας της, για να συναντήσει τον μέλλοντα σύζυγό της που έχει δει μόνο σε μια φωτογραφία και να ζήσει μια ζωή ευτυχισμένη με γεμάτες τσέπες, γιατί «στο Αμέρικα τα δολάρια φυτρώνουν στους δρόμους», όπως χαρακτηριστικά της λένε στο έργο.
Όσο παράλογο κι αν ακούγεται αυτό, ήταν μια πραγματικότητα για χιλιάδες γυναίκες και όχι μόνο από την Ελλάδα. Έφταναν στην άλλη άκρη της γης με μια «βαλίτσα» όνειρα για μια καλύτερη και ευτυχισμένη ζωή. Εκεί, όμως, η Τασούλα θα αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα και η Αστόρια θα γίνει τελικά το λιμάνι της, όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και συναισθηματικά. Αρχίζει να ξαναχτίζει τον εαυτό της με όλες τις δυσκολίες της μετανάστευσης, τον ρατσισμό και τη μοναξιά, με πείσμα και ατσάλινη αντοχή απέναντι στις δυσκολίες.
Γιάννης Τσουμαράκης: Ο Στέφανος Καλδής είναι ένα αγόρι, γύρω στα 20, που μεταναστεύει στην Αμερική για να δημιουργήσει ένα καλύτερο αύριο για τη ζωή του. Ορφανός από πατέρα στα 9 του χρόνια -σκοτωθηκε στη μικρασιατική καταστροφή- και μεγαλωμένος στη φύση ως αγρότης, αφήνει τη ζωή στην Ελλάδα και ταξιδεύει στην Νέα Υόρκη.
Στο ταξίδι του πλοίου, το οποίο κρατάει ένα μήνα, τον γνωρίζουμε την ώρα που παρακολουθούμε και τα πρώτα δειλά βήματα της γνωριμίας του με την Τασούλα, η οποία ταξιδεύει στην Αμερική, όπως προανέφερε η Έβελυν, για να παντρευτεί έναν άντρα που δεν τον έχει δει ποτέ.
Διακρίνουμε σε αυτό το αγόρι τη δύναμη του για ζωη, αντιστεκομενος στις κακουχίες της φτώχειας του ή του εξαντλητικού ταξιδιού. Έχει την δύναμη της νεανικότητας και το πεισμα πως θα τα καταφέρει. Ήδη ο χαμός του πατέρα του, στο όνομα της Μεγαλης Ιδέας, καθώς και η ανέχεια και η αδικία που έχει βιώσει, έχουν αρχίσει να τον διαμορφώνουν πολιτικά. Αυτο το ψήγμα πολιτικής συνείδησης πρόκειται να αναπτυχθεί στην Αμερική, καθώς θα αρχίσει να γίνεται ενεργός συνδικαλιστικά, αντιστεκομενος στην εργασιακή εκμετάλλευση που βιώνει αυτός και οι υπόλοιποι μετανάστες.
Έβελυν Ασουάντ: Ο Στέφανος είναι για την Τασούλα κάτι πολύ περισσότερο από ένας άνθρωπος στη ζωή της. Είναι μια ελπίδα για μια ζωή που θα μπορούσε να είναι πιο τρυφερή και πιο ανθρώπινη.
Ταυτόχρονα, όμως, συμβολίζει και την ανάγκη να κρατηθείς από κάποιον όταν βρίσκεσαι μακριά από όλα όσα γνώριζες. Στην ξενιτιά, οι σχέσεις των ανθρώπων αποκτούν μεγαλύτερο βάρος, γιατί ο ένας γίνεται στήριγμα για τον άλλον. Όταν μάλιστα προέρχονται από τον ίδιο τόπο και μοιράζονται ήθη, μνήμες και τρόπους ζωής γεννιέται μια βαθιά υπαρξιακή κατανόηση. Αλλά ακόμη και όταν δεν υπάρχει κοινή αφετηρία, οι άνθρωποι που βρίσκονται στην ξενιτιά έρχονται κοντά και βρίσκουν στήριγμα ο ένας στον άλλον, γιατί έχουν να αντιμετωπίσουν σημαντικές κοινές δυσκολίες, όπως ο ρατσισμός και η κοινωνική απαξίωση.
Ο Στέφανος είναι ο συνδετικός κρίκος με την ανθρωπιά της. Είναι η ηρεμία μέσα στη φουρτούνα της ξενιτιάς, μέσα σε έναν κόσμο αβεβαιότητας. Η σχέση τους είναι μια απόδειξη ότι, ακόμη και στο πιο αφιλόξενο περιβάλλον, όπου όλα πρέπει να ξαναμαθευτούν από την αρχή, η γλώσσα, τα ήθη, οι δρόμοι, οι κανόνες και τα έθιμα, η ανάγκη για σύνδεση παραμένει κινητήρια δύναμη για την επιβίωσή μας.
Γιάννης Τσουμαράκης: Η Τασούλα στα μάτια του Στέφανου φαντάζει σαν ένα λουλούδι, έτοιμο να ανθίσει, μέσα στη λάσπη. Αναγνωρίζει στο βλέμμα της μια συγκινητική καθαρότητα. Μετά από ένα μήνα ταξιδιού, κατά το οποίο διστάζει να την προσεγγίσει, το καταφέρνει, λίγη ώρα πριν φτάσουν στην Νέα Υόρκη. Η πόλη, όμως, που τους περιμένει είναι χαοτική, άγρια, και πρόκειται να τους αναγκάσει να ενηλικιωθουν ραγδαία και σκληρά.
Το καφενείο Astoria και οι κοινότητες του τότε και του σήμερα
Έβελυν Ασουάντ: Το καφενείο είναι κάτι σαν μικρή πατρίδα. Είναι ένας μικρός πυρήνας μνήμης. Εκεί μιλούν τη γλώσσα τους, θυμούνται τις ιστορίες τους, διασκεδάζουν, ξεδίνουν και μοιράζονται τις χαρές και τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Είναι ένας χώρος συνάντησης όπου άνθρωποι που έχουν ξεριζωθεί βρίσκουν ξανά μια αίσθηση οικειότητας και καταφέρνουν να δημιουργήσουν έναν νέο τόπο για να ανήκουν. Για την Τασούλα αυτή η κοινότητα γίνεται μια οικογένεια. Στην αρχή δημιουργείται από ανάγκη, αλλά τελικά μετατρέπεται στο έδαφος πάνω στο οποίο πατά για να χτίσει τη νέα της ζωή.
Μέσα σε αυτόν τον χώρο γεννιέται και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό, που αποτελεί και ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία της παράστασης, το τραγούδι. Το τραγούδι της γίνεται η φωνή της μνήμης τους, ένας τρόπος να κρατηθεί ζωντανή η πατρίδα μέσα στην ξενιτιά. Μέσα από αυτό ανακαλύπτει τον εαυτό της και μεταμορφώνεται σε μια γυναίκα που θα αφήσει το στίγμα της ανεξίτηλο στην ελληνική κοινότητα της Νέας Υόρκης.
Γιάννης Τσουμαράκης: Παρ’ ότι επικρίνει φανερά την συνθήκη που δημιουργεί το καφενείο, καθώς τη θεωρεί υπεύθυνη για την μαλθακότητα που μπορεί να υποβάλλει η ψευδής αίσθηση της καφενειακής κοινότητας, πηγαίνει όλο και συχνότερα εκεί για να δει την Τασούλα. Δεν είναι ότι ο ίδιος δεν πιστεύει στην έννοια της συλλογικότητας και της κοινότητας, το κάνει, αλλά με την έννοια του συνδικαλισμού κι όχι της συνάθροισης με σκοπό το χαρτοπαίγνιο και το ξεφάντωμα. Δεν φοβάται να το εκφράσει αυτό και να συγκρουστεί. Η νεότητα του και η αναπόφευκτη σκληραγώγηση του, ίσως να τον κάνουν και απόλυτο.
Έβελυν Ασουάντ: Σήμερα, ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει τεράστια ψηφιακά δίκτυα επικοινωνίας, τα οποία με έναν τρόπο καλύπτουν την ανάγκη για σύνδεση. Όμως, η ανθρώπινη παρουσία και η φυσική συνύπαρξη εμπεριέχουν μια ποιότητα που δεν μπορεί να μεταφερθεί μέσα από μια οθόνη. Θεωρώ πως η ανάγκη για κοινότητα δεν χάνεται ποτέ. Είναι βαθιά ανθρώπινη. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος με τον οποίο την εκφράζουμε.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μάς δίνουν την αίσθηση ότι είμαστε συνεχώς συνδεδεμένοι, όμως αυτή η σύνδεση δεν είναι το ίδιο με τη συνάντηση. Νιώθω πως αυτή η συνθήκη είναι μία από τις σημαντικότερες αιτίες που έχει ατονήσει το ένστικτο της συλλογικότητας. Οι κοινότητες σαν αυτές που βλέπουμε στην Αστόρια γεννιούνται από τη φυσική παρουσία, όταν μοιράζεσαι τον ίδιο χώρο, το ίδιο τραπέζι και τον ίδιο καφέ.
Νομίζω πως στην εποχή μας έχουμε ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη από αυτές τις πραγματικές συναντήσεις και το καταλαβαίνουμε μόνο όταν αυτές συμβαίνουν. Ακόμη και σε καλλιτεχνικό επίπεδο, για παράδειγμα με το συγκρότημά μου, τους PAGAN, από εμφάνιση σε εμφάνιση αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι δεν μας ακολουθεί απλώς ο κόσμος, αλλά συμβαίνει κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικό, σχηματίζεται μια κοινότητα. Μέσα σε αυτήν συνδεόμαστε όλοι με τον κοινό πυρήνα της προγονικής μας μνήμης και η μυσταγωγία που δημιουργείται ανήκει ταυτόχρονα στο κοινό και στους ερμηνευτές. Η ψηφιακή κοινότητα ενέχει την ψευδαίσθηση της συνύπαρξης, ενώ το μικρό καφενείο της Astoria, όπως και κάθε ζωντανός τόπος συνάντησης, δημιουργεί το περιβάλλον για αληθινή σύνδεση, αυτή που τελικά μας καθορίζει ως ανθρώπους.
Γιάννης Τσουμαράκης: Η ιδιώτευση είναι σημείο των καιρών μας. Το βλέπεις και στους εργασιακούς κλάδους, στο επίπεδο των διεκδικήσεων. Οι άνθρωποι δεν μιλάμε ανοιχτά για τις εργασιακές συνθήκες, δεν συσπειρωνόμαστε παρά μόνο όταν φτάσουμε στο μη περαιτέρω ή όταν βρεθούμε αντιμέτωποι με μια ανείπωτη τραγωδία που μας κεντρίζει αρχέγονα και βαθιά ανθρώπινα ένστικτα (βλ. Τέμπη).
Αλλά και σε προσωπικό επίπεδο, είναι προφανής η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Σίγουρα ευθύνεται και η ψευδαίσθηση της επαφής, της επικοινωνίας και της κοινότητας που προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά ευθύνεται και ο σύγχρονος τρόπος ζωής: οι ρυθμοί και το διαρκές άγχος για την καθημερινή επιβίωση. Εγώ περιμένω να δω πότε η φούσκα αυτή θα σκάσει. Ποιος ξέρει, ίσως να μην είμαστε ακόμα αρκετά θυμωμένοι.
Η Ιστορία της ανθρωπότητας που επαναλαμβάνεται
Έβελυν Ασουάντ: Σε πρώτο επίπεδο, το Astoria μιλά για μια άλλη εποχή, για το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα των Ελλήνων προς την Αμερική. Αν όμως το δούμε πιο βαθιά, δεν είναι καθόλου μια ιστορία μόνο του παρελθόντος. Οι μετακινήσεις των ανθρώπων, η ανάγκη για ασφάλεια και η αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής είναι ζητήματα που επιστρέφουν ξανά και ξανά στην ανθρώπινη ιστορία.
Στις μέρες μας, βλέπουμε πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η ισορροπία του κόσμου. Δεν υπάρχει σχεδόν καμία σελίδα της ανθρώπινης ιστορίας που να μην είναι γραμμένη με αίμα, βία και πολέμους. Ακόμη και σήμερα που ολόκληρος ο πλανήτης συνδέεται οικονομικά, η ειρήνη δεν είναι καθόλου δεδομένη. Η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να γίνει πρόσφυγας ή μετανάστης από τη μια στιγμή στην άλλη δεν είναι πια κάτι μακρινό.
Γι’ αυτό και το Astoria δεν αποτελεί μόνο μια αφήγηση για το τότε. Είναι και ένας τρόπος να κοιτάξουμε τον κόσμο του σήμερα με περισσότερη κατανόηση για όσους αναγκάζονται να αφήσουν πίσω τους τη ζωή που γνώριζαν. Δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι εμείς δεν θα βρεθούμε κάποια στιγμή στη θέση τους.
Υπό αυτή την έννοια η ιστορία της Τασούλας δεν είναι μόνο μια ιστορία των Ελλήνων μεταναστών του περασμένου αιώνα, αλλά μια ιστορία που θα μπορούσε να ανήκει σε οποιονδήποτε άνθρωπο αναγκάζεται να αφήσει τον τόπο του και να ξαναχτίσει τη ζωή του αλλού.
Γιάννης Τσουμαράκης: Η παράστασή μας καταδεικνύει το ποσό κοντή μνήμη έχουμε ως λαός, αλλά και ως ανθρωπότητα. Αρχικά, είναι τρομερό το τι αναγωγές μπορεί κανείς να κάνει στο σήμερα, αν ερευνήσει το τι βίωσαν οι Έλληνες που μετανάστευσαν στην Αμερική έναν αιώνα πριν. Οι Αμερικανοί τούς φέρονταν ακριβώς όπως φέρονται οι -δεξιοι/εθνικιστές- Έλληνες σήμερα στους πρόσφυγες και τους μετανάστες που έρχονται από την Αφρική, την Ασία ή την Ανατολική Ευρώπη.
Ταυτόχρονα, αρκεί να ανοίξουμε τα μάτια μας και να δούμε το ποσο λεπτή είναι η κλωστή από την οποία κρέμεται η έναρξη ενός Γ’ παγκόσμιου πολέμου (αν δεν έχει ήδη ξεκινήσει) και το πόσο κοντά είμαστε στην δυστυχή επανάληψη της Ιστορίας.
***
Astoria
Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου
Κείμενο: Κωνσταντίνος Σαμαράς
Πρωτότυπη μουσική – Μουσικές διασκευές: Νίκος Στρατηγός
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Σχεδιασμός Κοστουμιών: Αλεξία Θεοδωράκη
Video art: Παντελής Μάκκας
Χορογραφία/Κίνηση Πάρης Μαντόπουλος
Σχεδιασμός φωτισμών: Στέλλα Κάλτσου
Επιμέλεια φροντιστηρίου: Ανεστίνα Αργυροπούλου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελένη Τσιναρέλη, Ανατολή Τσελαρίδου
Ηθοποιοί:
Έβελυν Ασουάντ/ Θεοδoσία Σαββάκη
Χρήστος Στέργιογλου
Μπέσσυ Μάλφα
Μαρία Κεχαγιόγλου
Μιχάλης Αλικάκος
Γιάννης Τσουμαράκης
Αριάδνη Καβαλιέρου
Φωτεινή Παπαθεοδώρου
Δημήτρης Μαχαίρας
Δημήτρης Γαλανάκης
Θεανώ Κλάδη
Γιάννης Μπισμπικόπουλος
Νίκος Δερτιλής
Μιχάλης Κουτσκουδής
Λεωνίδας Μπακάλης
Ανατολή Τσελαρίδου
Ελένη Τσιναρέλη
Μουσικοί:
Γιώργος Παχής, Μπουζούκι
Νίκος Παπαναστασίου, Ακορντεόν
Μανώλης Κόττορος, Βιολί
Ευαγγελία Μαυρίδου, Πιάνο
Χρήστος Μιχάλης, Κιθάρα
Πόλυς Πελέλης, Μπάσο
Άκης Γαβαλάς, Ντραμς
Συνεργάτης σκηνογράφος: Ελίνα Δράκου
Βοηθός ενδυματολόγου: Ελευθερια Πέτροβα
Βοηθοί σκηνογράφου: Λία Κεραμάρη, Ναταλία Ζήρα
Φωτογραφίες και βίντεο παράστασης: Πάτροκλος Σκαφιδας
Οπτική ταυτότητα παράστασης: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Λένα Καραμαλή
Σχεδιασμός κομμώσεων: Στάθης Λίτσας, Cut n Chemistry
Info: έως 26 Απριλίου στο Θέατρο Παλλάς. Προπώληση εδώ.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.