Δεν είναι καθόλου καλή φάση να κλείνουν τα καφενεία μας
- 30 ΙΟΥΝ 2026
Σάββατο, πέντε και μισή το ξημέρωμα, Καλλιδρομίου και Χαριλάου Τρικούπη γωνία. Έμποροι και παραγωγοί της πιο πολυφωτογραφημένης πια λαϊκής της Αθήνας μπαίνουν πρώτοι στο καφενείο και χαιρετούν τον Χρήστο, όλοι με το μικρό του τον ξέρουν. Θα περάσει η ώρα και θα έρθουν να ψάξουν μια θέση οι παλιοί του θαμώνες, αυτοί που τον τιμούσαν και πριν από το hype, πριν γίνει η Καλλιδρομίου δρόμος to see and to be seen.
Δουλεύει με την κόρη του, την Αρετή, εκείνη τη μέρα που πέφτει πολλή δουλειά, ενώ εκείνη κάνει και τη βραδινή βάρδια τις καθημερινές.
Θα πάει έντεκα, δώδεκα και θα βγουν στον ήλιο οι νεότεροι μόνιμοι του δρόμου, αυτοί που βάζουν μερικές δουλειές τα πρωινά του Σαββάτου, όταν δεν δουλεύουν, που θα πάρουν λουλούδια από τη λαϊκή και έπειτα θα ψάξουν μια θέση για να μοιραστούν μια μπύρα. Δύσκολη αποστολή έχουν τέτοια μέρα, που τα τραπέζια του δρόμου γίνονται τα πιο περιζήτητα της περιοχής.
Ίσως αυτό που δεν γνωρίζουν οι καινούργιοι του δρόμου, η νέα πιστή φυλή της Καλλιδρομίου που ξημεροβραδιάζεται εκεί, είναι πως περνούν μπροστά από ένα αιωνόβιο μαγαζί: το δεύτερο παλαιότερο καφενείο της Αθήνας, αλλά αυθεντικότερο από το πρώτο.
«Τα νέα παιδιά νιώθουν άνετα εδώ», όπως μου είχε πει ο Χρήστος Βάνας, ο τελευταίος και σημερινός ιδιοκτήτης της Μουριάς, που την ανέλαβε τη δεκαετία του ’80, κάπως τυχαία. Όπως κάνουμε σήμερα εμείς, έτσι κι εκείνος σύχναζε εκεί με μια παρέα και, όταν ο προηγούμενος ιδιοκτήτης ήθελε να συνταξιοδοτηθεί, οι φίλοι του το άκουσαν και τον παρακίνησαν να το πάρει. Ήταν ο μόνος που μπορούσε να το τρέξει, έτσι του έλεγαν. Αυτό συνέβη το 1982 και πλέον, 44 χρόνια μετά, έχει φτάσει να είναι ο μακροβιότερος ιδιοκτήτης του.

Από τότε σερβίρει συγγραφείς, σκηνοθέτες, δημοσιογράφους και φωτογράφους, πολιτικούς και πολιτικοποιημένους, φοιτητές και επαγγελματίες του δρόμου, δημιουργούς μικρών ανεξάρτητων brands και ιχθυοπώλες, τουρίστες και expats, εσχάτως.
Αυτό το χωνευτήρι προσωπικοτήτων πρωτοάνοιξε το 1915. Πήρε το όνομά του από το δέντρο με το πλατύ φύλλωμα που έκανε πυκνή σκιά στην πλευρά της Χαριλάου Τρικούπη, εκεί όπου κάποτε υπήρχε το πηγάδι που προμήθευε με νερό τους κατοίκους της περιοχής. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μια παράγκα. Έως το 1962 στεγαζόταν σε ένα διώροφο κτίριο, το οποίο γκρεμίστηκε όταν ακόμα η γειτονιά είχε χαμηλότερα κτίρια, πιάτσα ταξί και τη λαϊκή της, που ήταν ζωντανή, ίσως με άλλον τρόπο από το σημερινό. Στη θέση του διώροφου χτίστηκε πολυκατοικία και το καφενείο ξανάνοιξε στο ισόγειό της.
Έχω μπει μια καθημερινή, δεν είναι πολύ μετά τις δέκα το πρωί, και παίζει Τζένη Βάνου. Και αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει συχνά στην Αθήνα, κι εμένα μου αρέσει τόσο πολύ.
Η Μουριά είναι καφενείο κανονικό και κλασικό, από αυτά που έχουν εκλείψει πια. Ψήνει ελληνικό καφέ, σερβίρει τσίπουρο, ούζο, οικονομικές μπύρες κι έναν εύκολο κρύο μεζέ: πιατάκια με βραστό αυγό, ντολμαδάκια, γραβιέρα, αγγούρι, σαλάμι αέρος και ντοματίνι, για να μην πίνουμε ξεροσφύρι, δεν κάνει.
Μια καρέκλα γράφει στη ράχη της το όνομα «Μπάμπης». Είναι αφιερωμένη σε έναν θαμώνα του μαγαζιού, γιατρό. Άλλοι θαμώνες του μαγαζιού, καλλιτέχνες, τον συμβούλευσαν να τη βάψει με έντονα χρώματα, κάτι που σπανίζει πια στην Αθήνα του ατελείωτου ίνοξ. Οι καρέκλες του χώρου βάφτηκαν πολύχρωμες και για έναν άλλον λόγο, συμβολικό, εξαιτίας της πολιτικής ανεξιθρησκίας στην οποία πιστεύει ο ιδιοκτήτης του, κι έτσι σε αυτές έχουν κάτσει από τον Λεωνίδα Κύρκο και τον Νίκο Κωνσταντόπουλο μέχρι τον Γιάννο Παπαντωνίου και τη Ντόρα Μπακογιάννη, όταν ήταν δήμαρχος Αθηναίων. Έχουν γίνει πολιτικές συζητήσεις άφθονες εκεί, έχουν υπάρξει και πολιτικές εντάσεις μέσα στο μαγαζί. Τι καφενείο θα ήταν αλλιώς;
Έχει έναν Μπουρναζάκη, έναν Κασκούρα, μια μάσκα από την παράσταση «Θεσμοφοριάζουσες» του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν στους τοίχους, και αυτά ήταν δώρα για το μαγαζί. Και μπορεί ο καφετζής να μη θυμάται το όνομα εκείνου που του έδωσε το γλυπτό ενός ασυνήθιστου αγγέλου που κρεμιέται στον ψηλοτάβανο χώρο του, εκείνο όμως που θυμάται είναι όταν το πρωτοκρέμασε περνούσαν κάποιες γειτόνισσες απ’ έξω και έκαναν τον σταυρό τους.
Στη Μουριά μαζευόταν μια πολυπληθής παρέα Γάλλων καλλιτεχνών. «Αντάμωναν εδώ κάθε Τρίτη για να ανταλλάξουν απόψεις». Έχουν γίνει από βιβλιοπαρουσιάσεις μέχρι αυθόρμητα γλέντια, έχει γίνει και πάρτι γάμου, έχουν ανέβει δύο παραστάσεις που χρησιμοποίησαν το καφενείο ως σκηνικό.
Σε αυτό το ίδιο και απαράλλαχτο μαγαζί επιστρέφουν για τσίπουρα άνθρωποι που πήγαιναν εκεί ως παιδιά και πια έχουν τα δικά τους παιδιά και τα παίρνουν μαζί τους. Παρά το διάχυτο hype που έχει φτάσει πια και στο πιο καλά κρυμμένο μικρό στενό του κέντρου, όλη αυτή η περιοχή γύρω από τη Μουριά είναι για κάποιους το χωριό τους. Ξέρουν τον απέναντι, ξέρουν τον διπλανό, χαιρετιούνται μεταξύ τους και, αφήνουν τα δεύτερα κλειδιά του σπιτιού τους στη Μουριά αν κάποιος θέλει άνθρωπο για ένα μερεμέτι, θα ρωτήσει και θα τον βρει στο καφενείο, όπως μου είχε πει ο Χρήστος Βάνας, που είχε κάποια δυσάρεστα νέα τελευταία, αφού ο ιδιοκτήτης του ακινήτου έχει ζητήσει να αποχωρήσει, για να αλλάξει ο χώρος χρήση.
Αίτημα του έβδομου κατά σειρά ιδιοκτήτη του καφενείου, είναι να κηρυχθεί ο χώρος του παραδοσιακού καφενείου νεότερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς από την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και να μη αλλάξει η χρήση του.
Κι αυτό είναι ένα αίτημα που έχουμε και κάποιοι πολλοί που ζούμε σε μια πόλη στην οποία δεν έχουμε σημεία αναφοράς, που να μπαίνουμε μέσα και να θέλουμε να γίνουμε κι εμείς μέρος της ιστορίας τους. Και αυτή είναι φάση με ουσία.
Αφήνω το ψήφισμα εδώ, που προσπαθεί να διασώσει ένα κομμάτι του Εξαρχειώτικου πολιτισμού. Γιατί αυτό είναι μέρη σαν τη Μουριά.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.