
Το ημερολόγιο ενός δρομέα που έτρεξε στο Zagori Mountain Running
- 6 ΑΥΓ 2026
«Πάρτε ζβάρα τα βουνά τις κορφές / νησιά και πόλεις, τα χωριά, γιοφύρια / άιντε πάρτε τα βρε…»
Δεν ξέρουμε αν οι Villagers of Ioannina City είχαν στο μυαλό τους το Zagori Mountain Running όταν έγραφαν το Zvara, αλλά δεν υπήρχε καταλληλότερο τραγούδι, μαζί με τους ήχους μιας κουδούνας, για να δώσει το σύνθημα της εκκίνησης του αγώνα.
Για ακόμη μια χρονιά, το Ζαγόρι υποδέχθηκε χιλιάδες αθλητές και φίλους του ορεινού τρεξίματος από την Ελλάδα και το εξωτερικό και από 17 έως τις 19 Ιουλίου 2026, μερικά από τα ομορφότερα μονοπάτια της χώρας, πέτρινα γεφύρια, δασικές διαδρομές, αλπικά τοπία και εμβληματικά χωριά του Ζαγορίου, με φόντο τη χαράδρα του Βίκου και την Τύμφη, γέμισαν με φωνές, γέλια, δάκρυα χαράς αλλά και πόνου και ιστορίες. Από αυτές που εμπνέουν, δίνουν δύναμη και γίνονται το πιο μεγάλο κίνητρο για να συνεχίσεις, ακόμα και αν τα πόδια σου τρέμουν στην κατηφόρα.
Ζήσαμε από κοντά το 15ο Zagori Mountain Running και ζητήσαμε από έναν δρομέα που έτρεξε τα 33 χιλιόμετρα να κρατήσει ημερολόγιο με όσα είδε και ένιωσε. Και κυρίως με όσα πήρε μαζί του φεύγοντας.
Παρασκευή, 17 Ιουλίου. Άφιξη στο Τσεπέλοβο
Φτάνοντας στο Ζαγόρι, κατάλαβα πως ο αγώνας έχει ήδη αρχίσει, παρ’ όλο που κανείς δεν έτρεχε. Στις πλατείες των χωριών, στα καφενεία και στα καταλύματα όλοι μιλούσαν για το ίδιο πράγμα.
Κάποιοι βρίσκονται εδώ για πρώτη φορά. Άλλοι επιστρέφουν κάθε χρόνο, γνωρίζουν τα περάσματα, θυμούνται πού δυσκολεύτηκαν, που τραυματίστηκαν και πού υποσχέθηκαν στον εαυτό τους ότι δεν θα ξανατρέξουν. Φυσικά, επέστρεψαν.
Σάββατο, 18 Ιουλίου. Δέος και θαυμασμός στον υπερ-άνθρωπο
Η ημέρα ανήκει στους δρομείς των 60 χιλιομέτρων, σε εκείνους που επέλεξαν να δοκιμάσουν τα όριά τους στην ultra απόσταση της διοργάνωσης. Τους έβλεπες να περνούν και καταλάβαινες τα σώματά τους να διαμαρτύρονται αλλά το μυαλό τους να επιμένει. Ήμασταν εκεί στον τερματισμό για να πανηγυρίσουμε τους άνδρες και τις γυναίκες που αψήφησαν κάθε δυσκολία και κατάφεραν το αδύνατο.
Πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται πώς θα ήταν να το κάνω. Ποιος ξέρει, ίσως του χρόνου.
Κυριακή, 19 Ιουλίου. 33 χιλιόμετρα δρόμος, πέτρα και πείσμα
Το βράδυ πριν τον αγώνα δεν ξέρω καν πώς κατάφερα να κοιμηθώ. Η καρδιά μου χτυπούσε από άγχος και ενθουσιασμό μαζί. Τι με περιμένει σε λίγες ώρες, θα προλάβω να ξεκουραστώ; Γιατί είμαι εδώ; Για ποιον τρέχω; Γιατί το κάνω αυτό στον εαυτό μου; Αυτές οι σκέψεις έπαιζαν στο μυαλό μου σε λούπα.
Ήξερα τι με περιμένει: Μια κυκλική διαδρομή 33 χλμ, με 2.100 θετική υψομετρική, 7 χωριά, 6 «σκάλες» και μερικά πέτρινα γεφύρια.
06:10 – Τσεπέλοβο
Η πλατεία έχει ήδη γεμίσει. Κάποιοι ζεσταίνονται. Άλλοι πίνουν τις τελευταίες γουλιές καφέ. Μερικοί μιλούν ασταμάτητα, ενώ άλλοι κοιτούν σιωπηλοί το βουνό. Τους κοιτάζω και προσπαθώ να καταλάβω ποιος ήρθε για τη νίκη, ποιος για ένα προσωπικό ρεκόρ και ποιος απλώς για να τερματίσει. Σε λίγη ώρα, βέβαια, δεν θα έχει ιδιαίτερη σημασία. Το βουνό θα κάνει σε όλους περίπου τις ίδιες ερωτήσεις.
Η διαδρομή ξεκινάει από το Γυμνάσιο Τσεπελόβου και κινούμαστε δεξιόστροφα. Τα πρώτα 2.6 χιλιόμετρα έχουν κατηφορική κλίση και σε χωματόδρομο. Τα πόδια είναι ακόμη φρέσκα και ο ρυθμός σε παρασύρει εύκολα. Συνεχίζουμε περνώντας πάνω από το Γεφύρι του Χάτσιου και δεξιά μας αντικρίζουμε την έναρξη του Φαραγγιού του Βίκου.
Ανηφορίζουμε για τα επόμενα 1.4 χιλιόμετρα, περνώντας το Περδικονέρι και μπαίνουμε στο μαγικό νέο μονοπάτι που θα μας οδηγήσει στους Κήπους μετά από 6 χιλιόμετρα, όπου βρίσκεται και ο Κεντρικός Σταθμός Τροφοδοσίας. Τα πρώτα 10 χιλιόμετρα πέρασαν. Αντέχω ακόμα.
Κήποι, Κουκούλι, Βίτσα.
Δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμα πού τρέχω. Η ζέστη και ο ήλιος δεν με ενοχλεί. Στους Κήπους, οι εθελοντές γεμίζουν παγούρια και προσφέρουν φρούτα, ισοτονικά και φαγητό.
«Είσαι καλά;»
«Ναι», απαντάω αυτόματα.
Ακολουθούν το γεφύρι του Κοντοδήμου, οι σκάλες της Μπάγιας και το Κουκούλι. Από εκεί κατεβαίνουμε προς το γεφύρι του Μίσιου και ανεβαίνουμε ξανά από τη Σκάλα της Βίτσας.
Οι πέτρινες σκάλες είναι πολύ πιο όμορφες όταν δεν χρειάζεται να τις ανέβεις τρέχοντας.
Κάπου στη διαδρομή συναντώ τον φίλο και συνοδοιπόρο Δημήτρη. Δεν συζητάμε για επιδόσεις και χρόνους. Η κούραση δεν φεύγει, αλλά πλέον είναι πιο γλυκιά.
Στη Βίτσα έχουμε καλύψει περίπου τη μισή απόσταση. Όχι, όμως, τη μισή προσπάθεια. Στο βουνό, άλλωστε, τα χιλιόμετρα δεν είναι όλα ίδια.
Μονοδένδρι και η μεγάλη ανάβαση
Στο Μονοδένδρι έχουμε συμπληρώσει περίπου 1.000 μέτρα θετικής υψομετρικής. Μπροστά βρίσκεται ένα από τα δυσκολότερα σημεία του αγώνα.
Κάποιοι δυστυχώς τραυματίζονται. Τους αφήνουμε αναγκαστικά πίσω, αλλά μας φωνάζουν «να προσέχετε» και «καλό αγώνα». Βουρκώνω.
Αφήνοντας πίσω την Βίτσα, συνεχίζουμε μέσω μονοπατιού για 1,5 χιλιόμετρο προκειμένου να βγούμε στο χωριό Μονοδένδρι στο 18ο χλμ. έχοντας συνολικά +1.000μ θετικής υψομετρικής διαφοράς.
Κάνουμε στάση στον σταθμό και κατευθυνόμαστε προς την πρώτη μεγάλη κατάβαση του αγώνα, τη σκάλα του Μονοδενδρίου. Αφού τρέξουμε για λίγο μέσα στο φαράγγι διασχίζοντάς το, ξεκινάμε για την μεγαλύτερη ανάβαση του αγώνα, από το «μονοπάτι των Μοϊκανών», προς το χωριό Καπέσοβο (22.5 χλμ.,υψομετρική διαφορά 1.470μ).
«Βασίλη κουράγιο», μου λέει ο Δημήτρης σε αυτό το σημείο.
Εδώ αλλάζει ο αγώνας.
Δεν σκέφτεσαι πια τον τερματισμό. Σκέφτεσαι το επόμενο βήμα, την επόμενη στροφή, τον επόμενο σταθμό.
Τα πόδια βαραίνουν και οι περισσότεροι κινούνται πλέον σιωπηλοί. Κάποιος σταματά για λίγο. Ένας άλλος τον ρωτά αν χρειάζεται βοήθεια. Στο βουνό, οι άγνωστοι γίνονται εύκολα συνοδοιπόροι.
Αφού φτάσουμε στο χωριό, συνεχίζουμε για λίγα μέτρα στην άσφαλτο και έπειτα κατηφορίζουμε σε χωματόδρομο προς τη σκάλα του Βραδέτου.
Καπέσοβο και Βραδέτο
Στο Καπέσοβο έχουμε φτάσει περίπου στα 1.470 μέτρα θετικής υψομετρικής. Πίνω νερό. Ο Δημήτρης μου θυμίζει να πάρω ένα ακόμα τζελάκι. Μας περιμένει η τελευταία μεγάλη ανάβαση προς το Βραδέτο, μου λέει. Θα τα παρατήσω, σκέφτομαι.
Στο 26ο χιλιόμετρο πια, η κούραση είναι μικρή λέξη για να περιγράψει αυτό που νιώθω. Απομένουν περίπου τρία ανηφορικά χιλιόμετρα μέχρι το ψηλότερο σημείο της διαδρομής, στα 1.620 μέτρα.
Αρχίζει η γνωστή διαπραγμάτευση με τον εαυτό σου.
Μέχρι το επόμενο δέντρο. Μέχρι τη στροφή. Μέχρι εκείνον τον βράχο.
Και συνεχίζεις.
Φτάνοντας στο ψηλότερο σημείο, δεν αισθάνομαι θρίαμβο. Κυρίως ανακούφιση. Οι μεγάλες ανηφόρες τελείωσαν και απομένει η κατάβαση προς το Τσεπέλοβο. Δεν μπορώ να τρέξω άλλο. Τα πόδια μου τρέμουν και αν επιταχύνω, ίσως να τραυματιστώ και να μην μπορώ να συνεχίσω.
Τερματισμός
Στη Σκάλα Τσεπελόβου, περίπου δύο χιλιόμετρα πριν από το τέλος, ακούγονται ήδη οι φωνές από τον τερματισμό. Η ένταση ανεβαίνει και γίνεται δάκρυα.
Το σώμα που λίγο νωρίτερα δεν ήθελε να κάνει άλλο βήμα βρίσκει ξανά ρυθμό.
Το Τσεπέλοβο εμφανίζεται μπροστά. Οι τελευταίες πέτρινες σκάλες οδηγούν στη γραμμή του τερματισμού. Περνάω τη γραμμή και σταματώ το ρολόι.
Τα 33 χιλιόμετρα τελείωσαν. Με πιάνουν ξανά τα κλάματα στη θέα των παιδιών και της συζύγου μου που περίμεναν στον τερματισμό. Πέφτω στην αγκαλιά τους, τα πόδια μου δεν με αντέχουν άλλο. Σκέφτομαι πως «έκλεισα» με το τρέξιμο, «ό,τι έκανα, έκανα».
Λίγες ώρες αργότερα και ενώ κάθε μου κίνηση οδηγεί σε μία νέα κράμπα, σε σημεία που δεν πίστευα, σκέφτομαι ήδη τον επόμενο αγώνα. Τσουγκρίζω το ποτήρι μου που είναι γεμάτο μπύρα. «Άντε και στα επόμενα», μου λένε. Μου υπόσχομαι ότι του χρόνου θα είμαι πάλι εκεί.