iStock
ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Πόσο αλάτι είναι πάρα πολύ;

Ειδικοί αναλύουν τον τρόπο με τον οποίο το αλάτι επηρεάζει το έντερο και μοιράζονται τις μεθόδους τους για να μην θυσιάζεις τη γεύση στο φαγητό.

Ποιος θέλει να σταματήσει να ικανοποιεί τον ουρανίσκο του; Με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας όμως να προειδοποιεί για την υπερβολική πρόσληψη νατρίου στη διατροφή μας, πώς μπορεί να συνεχίσει κανείς να απολαμβάνει το φαγητό του χωρίς να ανησυχεί;

Είναι προφανές ότι το αλάτι είναι μέρος του DNA μας. Απλώς δοκιμάστε τα δάκρυά σας ως απόδειξη – χρειαζόμαστε αυτό το στοιχείο για να επιβιώσουμε. Αποτελούμενο από νάτριο και χλώριο, τα δύο αυτά μέταλλα είναι ηλεκτρολύτες· μεταφέρουν το ηλεκτρικό φορτίο που καθιστά δυνατές τις εγκεφαλικές ενδείξεις, τις λειτουργίες του νευρικού συστήματος και την κίνηση των μυών. Υποστηρίζουν ακόμη και τις καρδιαγγειακές λειτουργίες.

«Το νάτριο διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη διατήρηση του όγκου του αίματος, και το αίμα είναι το κύριο σύστημα μεταφοράς του οργανισμού για το οξυγόνο, τα θρεπτικά συστατικά, τις ορμόνες και τα ανοσοκύτταρα», σημειώνει στο Saveur η Lauren Wallis-Dyer, διατροφολόγος με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο που ειδικεύεται στην υγεία του πεπτικού συστήματος και του μεταβολισμού ολόκληρου του σώματος.

Αυτά τα μέταλλα αρχίζουν να δρουν στο έντερό μας. «Από φυσιολογική άποψη, το αλάτι διαδραματίζει κεντρικό ρόλο από τις πρώτες κιόλας στιγμές της κατανάλωσης τροφής. Η παρουσία του βοηθά να σηματοδοτηθεί η άφιξη ενός γεύματος, προετοιμάζοντας τις πεπτικές αντιδράσεις πριν ακόμη η τροφή φτάσει στο στομάχι», λέει η Wallis-Dyer.

Μόλις φτάσουν εκεί, τόσο το νάτριο όσο και το χλώριο συμβάλλουν στην παραγωγή γαστρικού οξέος, το οποίο διασπά τις πρωτεΐνες σε θρεπτικά συστατικά και καταπολεμά τα επιβλαβή μικρόβια. «Το νάτριο υποστηρίζει επίσης τη ροή της χολής και την απελευθέρωση των παγκρεατικών ενζύμων, βοηθώντας τα λίπη να γαλακτωματοποιηθούν και τα θρεπτικά συστατικά να γίνουν απορροφήσιμα». Βοηθά στη μεταφορά της γλυκόζης και των αμινοξέων από το έντερο στο υπόλοιπο σώμα, όπου χρειάζονται.

Η αυξnμένn πρόσλnψn αλατιού όμως αποτελεί έναν από τoυς σnμαντικότερους αιτιολογικούς παράγοντες εμφάνισnς τnς αρτηριακής υπέρτασnς. Στις περισσότερες χώρες του κόσμου, και ιδιαίτερα στις πιο ανεπτυγμένες, n υπέρτασn είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλnμα δnμόσιας υγείας, καθώs διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στnν εκδήλωσn στεφανιαίας νόσου, εγκεφαλικών επεισοδίων, καρδιακής ανεπάρκειας και άλλων χρόνιων νοσημάτων.

«Για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, το αλάτι ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μαγειρική: τη συντήρηση, τη ζύμωση, το καρύκευμα και τη μετατροπή των τροφίμων σε εύπεπτα και θρεπτικά», σημειώνει η Wallis-Dyer. Ζωμοί που σιγοβράζουν για ώρες, αλλαντικά και λαχανικά, ζυμωμένα τρόφιμα – «Σε αυτές τις συνθήκες», λέει, «το αλάτι καταναλωνόταν μαζί με νερό, φυτικές ίνες, πρωτεΐνες και ιχνοστοιχεία, ενσωματωμένο σε γεύματα που απαιτούσαν μάσημα, μαγείρεμα και χρόνο, επιτρέποντας στον οργανισμό να αναγνωρίζει και να διαχειρίζεται το νάτριο μέσα σε ένα ευρύτερο αισθητηριακό και διατροφικό πλαίσιο».

Η εκβιομηχάνιση άλλαξε αυτό το σκηνικό, καθώς χάσαμε τη σύνδεσή μας με τη μαγειρική και στραφήκαμε στα έτοιμα γεύματα. Μια καθοριστική μελέτη του 2017 διαπίστωσε ότι το 71% του νατρίου στη διατροφή μας προέρχεται από εμπορικά παρασκευασμένα τρόφιμα – είτε υπερ-επεξεργασμένα είτε παρασκευασμένα σε εστιατόριο. Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα είναι αυτά που περιέχουν ένα ή περισσότερα συστατικά που δεν βρίσκονται αλλού στις κουζίνες, όπως χημικά πρόσθετα και συντηρητικά.

«Στα επεξεργασμένα τρόφιμα προσθέτουν πολύ επιπλέον νάτριο ως συντηρητικό. Αυτό είναι που αποτελεί το πρόβλημα», λέει η Ashli Greenwald,, διαιτολόγος στο Johns Hopkins Bayview Medical Center. «Δεν είναι μόνο η ποσότητα του νατρίου, αλλά η συνολική σύνθεση… Βλέπω πολλές ασθένειες που θα περίμενε κανείς να εμφανίζονται σε ηλικιωμένους να εμφανίζονται σε νέους ανθρώπους, και πιστεύω ότι η δυτική διατροφή, η οποία είναι εξαιρετικά επεξεργασμένη και έχει πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο, προκαλεί πολλά από αυτά τα προβλήματα».


Maria Petersson on Unsplash

Για να αντιμετωπίσετε την πληθώρα των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων, το ιδανικό είναι να μαγειρεύετε περισσότερο στο σπίτι, λέει η Greenwald. Αν η ευκολία είναι σημαντική, προτείνει να βασίζεστε σε κατεψυγμένα φρούτα και λαχανικά, τα οποία έχουν χαμηλότερη περιεκτικότητα σε νάτριο από τα κονσερβοποιημένα. Ωστόσο, τα επεξεργασμένα συστατικά μπορεί να είναι κρυφά έτσι η ανάγνωση των ετικετών είναι ζωτικής σημασίας όταν επιδιώκετε μια δίαιτα χαμηλή σε νάτριο.

Οι επαγγελματίες μάγειρες συχνά κατηγορούνται πως χρησιμοποιούν υπερβολικό αλάτι, κάτι που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον γρήγορο ρυθμό της κουζίνας κατά τη διάρκεια του σέρβις. Οι μάγειρες δεν έχουν πάντα την ευκαιρία να δοκιμάσουν ένα πιάτο όπως θα το φάει ο πελάτης από την αρχή μέχρι το τέλος, ενώ σε ένα γεύμα με πολλά πιάτα μπορεί να υποτιμήσουν τη συνολική επίδραση του αλατιού. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται εκπαίδευση στις επαγγελματικές κουζίνες ώστε οι μάγειρες να αποφεύγουν τη συνήθεια να προσθέτουν αλάτι μηχανικά ή επανειλημμένα κατά το μαγείρεμα και στο τελείωμα του πιάτου. Οι πελάτες, από την πλευρά τους, μπορούν εύκολα να ζητήσουν λιγότερο αλάτι ή να μην προστεθεί επιπλέον στο τέλος.

Παράλληλα, οι σεφ προτείνουν διάφορες τεχνικές για να μειωθεί το αλάτι χωρίς να χαθεί η γεύση. Κεντρική ιδέα είναι η ισορροπία των γεύσεων: συχνά ένα πιάτο που φαίνεται «άνοστο» δεν χρειάζεται περισσότερο αλάτι αλλά περισσότερη οξύτητα, λιπαρότητα ή umami. Υλικά όπως λεμόνι ή ξίδι μπορούν να προσθέσουν φρεσκάδα, ενώ το λίπος δίνει πιο πλούσια υφή. Η φυσική αλμύρα ορισμένων συστατικών, όπως τα φύκια, αλλά και προϊόντα όπως το miso ή σκόνες ζωμού μπορούν να προσθέσουν βάθος και αλμυρο-νόστιμες νότες χωρίς να αυξηθεί σημαντικά το νάτριο.

Επίσης, καυτερά στοιχεία όπως οι πιπεριές τσίλι ενισχύουν την αντίληψη της γεύσης και του αρώματος, ενώ το wasabi μπορεί να βοηθήσει στην απελευθέρωση αρωματικών ενώσεων από τα λιπαρά. Τέλος, μεγάλη σημασία έχουν και τα αρώματα: τεχνικές όπως το tempering, δηλαδή το ζέσταμα μπαχαρικών όπως σπόροι μουστάρδας, φύλλα κάρι, σκόρδο ή τσίλι σε καυτό λάδι, δημιουργούν βάθος γεύσης πριν προστεθεί το αλάτι. Όταν τα μπαχαρικά απελευθερώνουν σωστά τα αρώματά τους, χρειάζεται τελικά μικρότερη ποσότητα αλατιού για να είναι το φαγητό γευστικό.

«Το αλάτι δεν προοριζόταν ποτέ να λειτουργήσει ως μια αφηρημένη μέτρηση», λέει η Wallis-Dyer. «Αν η διατροφή κάποιου βασίζεται κυρίως σε συσκευασμένα τρόφιμα ή φαγητό από εστιατόρια, η συμβουλή να μειώσει το αλάτι συχνά σημαίνει στην πραγματικότητα βελτίωση της συνολικής ποιότητας της διατροφής, κάτι που συνήθως αποτελεί μια λογική αλλαγή. Όμως, για τους ανθρώπους που μαγειρεύουν τα περισσότερα γεύματά τους στο σπίτι και βασίζονται σε ελάχιστα επεξεργασμένα συστατικά, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική. Σε αυτό το πλαίσιο, το να καρυκεύεις τα φαγητά κανονικά με ένα φυσικό, πλούσιο σε μέταλλα αλάτι δεν είναι υπερβολικό. Είναι μέρος της προσπάθειας να γίνουν τα γεύματα ικανοποιητικά, εύπεπτα και θρεπτικά».

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version