Daniel Bradley / Unsplash
OPINION

Αντέχουμε να δίνουμε δεύτερες ευκαιρίες στην εστίαση;

Όταν πια ξεμένουμε στα μέσα του μήνα και κάθε έξοδος είναι μετρημένη, δεν υπάρχει άλλη αντοχή για ανεκτικότητα.

Το φαγητό μας δεν φτιάχνεται από ρομπότ (ακόμα). Από τον φούρνο και το σουβλατζίδικο μέχρι την ταβέρνα και το εστιατόριο, η δουλειά βγαίνει από ανθρώπους — ανθρώπους που, πολλές φορές, υπερβαίνουν τις νόμιμες εργατοώρες. Τουλάχιστον, αυτή ήταν η πραγματικότητα πριν από την ψηφιακή κάρτα εργασίας.

Η εστίαση είναι ένας βαθιά ανθρωποκεντρικός κλάδος, τόσο από τη μεριά της υπηρεσίας και της προσφοράς όσο και από τη μεριά του αποδέκτη. Έτσι, προσωπικά, κατανοούσα ανέκαθεν ότι κάποιος μπορεί να έχει ξυπνήσει στραβά, να τραβάει τα δικά του ζόρια, να έχει — όπως όλοι μας — μια κακή μέρα ή ακόμα και μια δύσκολη περίοδο στη ζωή του. Με λίγη καλή θέληση και από τις δύο πλευρές, τα όποια λάθη μπορούσαν να ξεπεραστούν.

Αυτό, όμως, ίσχυε πριν αρχίσουμε να μετράμε και τα τελευταία μας ευρώ. Η ακρίβεια στα μαγαζιά εστίασης αποτελεί πλέον μια παγιωμένη πραγματικότητα. Πίσω από κάθε κατάλογο που κρατάμε στα χέρια μας, βρίσκεται μια επιχείρηση με πάγια έξοδα που αυξάνονται διαρκώς: ενέργεια, πρώτες ύλες, μηχανήματα, εργασίες συντήρησης, μισθοί, ενοίκια, αλλά και επιπλέον κόστη όπως λογιστές, δημοτικά τέλη κ.ά. Όλα αυτά συνθέτουν το τελικό κόστος του φαγητού μας.

Επιστρέφοντας σε εμάς, τους καταναλωτές, η ίδια ακρίβεια σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας και η δυσκολία να ανταπεξέλθουμε στις ολοένα αυξανόμενες υποχρεώσεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για διασκέδαση — πόσο μάλλον για λάθη. Ακόμη κι αν το λάθος κοστίζει μόλις 2,5 ευρώ.

«Δύο συνεχόμενες παραγγελίες που έτυχε να κάνω και αφορούσαν λάθος υλικά, κρύο φαγητό και κακή εκτέλεση, με έκαναν να σκεφτώ πιο αυστηρά», λέει η Γεωργία, 35 ετών.

«Μπορώ να κατανοήσω, σε έναν βαθμό, την ακρίβεια, ειδικά όταν ξέρω ότι η πρώτη ύλη είναι καλή και τηρούνται σωστές προϋποθέσεις. Κατανοώ, επίσης, ότι το φαγητό δεν φτιάχνεται από AI. Απλώς νιώθω πως, από την πλευρά του μαγαζιού, χρειάζεται πλέον πολύ μεγαλύτερη προσοχή σε αυτό που θα φτάσει σε εμάς και, κυρίως, σεβασμός στα χρήματα που διαθέτει ο καθένας. Δίνω δεύτερες ευκαιρίες σε μαγαζιά που αποτελούν σταθερές επιλογές, γιατί μπορεί να υπάρξει μια κακή στιγμή.

Όμως οι καιροί έχουν αλλάξει. Σκέφτομαι ακόμη και τα 2,50 ευρώ που θα δώσω, γιατί τα χρήματα δεν περισσεύουν. Η ακρίβεια και οι μειωμένοι μισθοί με κάνουν σίγουρα να αλλάζω νοοτροπία ως προς το αν θα δώσω δεύτερη ευκαιρία ή αν απλώς δεν θα ξαναπαραγγείλω».

Ένα ζευγάρι φίλων ήταν ενθουσιασμένο που θα δοκίμαζε μια ασιατική σούπα από εστιατόριο που τους είχα προτείνει. Όταν, όμως, η παραγγελία έφτασε και το φαγητό ήταν χλιαρό έως κρύο, η απογοήτευση ήταν αναπόφευκτη. «Έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε φθηνό ένα πιάτο που κοστίζει 14 ευρώ· όταν όμως δεν φτάνει όπως πρέπει, το ξανασκέφτεσαι», λέει ο Θράσος, 32 ετών.

Μια άλλη φίλη μού έστειλε τις προάλλες μήνυμα ότι επισκέφθηκε έναν νέο φούρνο που συζητούσα, γράφοντας απλώς: «δεν ήταν καλό, κρίμα». Σε κάθε σχετική συζήτηση, τα οικονομικά έρχονται αναπόφευκτα στο προσκήνιο. Και όταν αυτά είναι πια τόσο σφιχτά, δεν υπάρχει — δυστυχώς — περιθώριο λάθους και ανοχής, ακόμη και για μαγαζιά στα οποία επιστρέφουμε. Ειδικά για αυτά.

Αυτό σημαίνει ότι το σουβλατζίδικο που μέχρι χθες έβαζε κανονική ποσότητα κρέατος δεν μπορεί ξαφνικά να τη μειώνει. Ότι ένα μαγαζί που θέλει να παρουσιάσει ένα νέο προϊόν οφείλει να το έχει δοκιμάσει επαρκώς. Ότι, όταν μπαίνει στη μέση το ντελίβερι, πρέπει να έχουν γίνει όλες οι απαραίτητες δοκιμές ώστε το φαγητό να φτάνει όπως πρέπει. Όταν πια ξεμένουμε στα μέσα του μήνα και κάθε έξοδος είναι μετρημένη, δεν υπάρχει άλλη αντοχή για ανεκτικότητα.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version