iStock
ΦΑΣΑΙΟΜΕΤΡΟ

Βιενέτα, παντοτινή μου αγάπη

Η Ζωή Παρασίδη κυκλοφορεί (πολύ) στην Αθήνα και παρακολουθεί πού, ποιοι και τι είναι φάση τώρα.

Είναι πια μέσα Σεπτέμβρη, κάτι που σημαίνει ότι με την παρέα μου διανύουμε αυτή την εποχή κατά την οποία προσπαθούμε να διατηρήσουμε αυτή την αίσθηση του πώς κάναμε παρέα στο νησί, του πώς συνυπήρχαμε διαρκώς όλοι μαζί, του πώς επιμέναμε να τρώμε συνέχεια δέκα και βάλε άνθρωποι ταυτόχρονα, ακόμα και την εβδομάδα του Δεκαπενταύγουστου. Τι κι αν έπρεπε κάποιος να καθίσει στο πόδι του ενός τραπεζιού, τη βρίσκαμε την άκρη μας.

Ήδη απ’ όταν λέγονταν hipsters και μέχρι τώρα που λέγονται φασαίοι, αυτή η αναζήτηση του coolness σε ό,τι παλιό έχει σίγουρα τις άβολες στιγμές της, αλλά συχνά μας βοηθάει να ξαναθυμηθούμε πράγματα που χρησιμοποιούσαν οι μεγαλύτεροι γύρω μας κάποτε, κι άλλα που αγαπήσαμε κι εμείς πολύ, με το δικό μας παιδικό κριτήριο.

Και όταν λέω πράγματα, δεν εννοώ μόνο τις φωτογραφικές μηχανές με φιλμ και τα ενσύρματα ακουστικά που επέστρεψαν δυναμικά λες και δεν έχουμε φάει την εφηβεία μας να τα ξεμπλέξουμε, να τα χαλάμε, να αγοράζουμε καινούργια και φτου κι απ’ την αρχή. Εννοώ ακόμα και ένα συσκευασμένο, βιομηχανικό, μαζικό παγωτό.

Σε αυτές τις περί ανέμων και υδάτων κουβέντες που ανοίγουν κάτω από τον ήλιο, κάποιος άρχισε να μνημονεύει εκείνο το «οικογενειακό», όπως λέγαμε κάποτε τα παγωτά άνω του ενός λίτρου, παγωτό που έβγαζε συχνά πυκνά η γιαγιά του από την κατάψυξη και μπορούσε καμιά φορά, από λαιμαργία, να το καταναλώσει σχεδόν όλο μόνη της.

Σε όλους μας κάτι έλεγε αυτό το παγωτό, μια και όταν ήμασταν παιδιά διαφημιζόταν ως το καλό, το σοφιστικέ, το σπέσιαλ επιδόρπιο· αυτό που μπορείς να εμφανίσεις σε ένα κομψό τραπέζι με περιποιημένη art de la table, που τότε σήμαινε να βγάλεις τα καλά σερβίτσια από τη σερβάντα, και να βγεις ασπροπρόσωπος, ακόμα κι αν πήγες μέχρι το περίπτερο και όχι μέχρι κάποιο καλό ζαχαροπλαστείο.

Το παγωτό με τις κυματιστές στρώσεις βανίλιας και τις τόσο «προκλητικές» στρώσεις από σοκολάτα, όπως τις χαρακτηρίζει και το διαφημιστικό σπικάζ, κάνει αυτό το χαρακτηριστικό κρακ όταν κόβεται με τη σπάτουλα. Κανείς μας δεν είχε ξεχάσει αυτόν τον ήχο.

Στα ’90s πρότειναν να σερβίρουμε τα κομμάτια σε ποτήρι, τώρα δεν είχαμε τα κατάλληλα, δεν τα συναντάς πια τόσο εύκολα στα ντουλάπια των σπιτιών. Ούτε σερβάντα, σκρίνιο, μπουφές υπάρχει πια.

Στο πιο πρόσφατο τραπέζι που κάναμε, λοιπόν, οι συνπαραθεριστές, πρότεινα να πάρουμε για το τέλος την πιο ωραία τούρτα αμυγδάλου της Αθήνας· θα σας πω άλλη φορά γι’ αυτήν. Η πρόταση δεν πέρασε, μια και ήδη οι υπόλοιποι λαχταρούσαν το παγωτό που συζητήθηκε αλλά δεν δεν έβρισκαν στο νησί. Για την ακρίβεια, η φίλη που την έφερε μου είπε: «Δεν ήθελα να το κάνω θέμα στο τσατ, αλλά ποια τούρτα; Θα πάω να πάρω μια XXL Βιενέτα να τελειώνουμε».

Για την ιστορία, η Viennetta, όπως γράφεται κανονικά, έχει δήθεν ιταλική καταγωγή, αφού κυκλοφόρησε το 1982 από τη βρετανική εταιρεία παγωτών Wall’s, αρχικά ως εποχιακό γλυκό που ήταν διαθέσιμο αποκλειστικά την περίοδο των Χριστουγέννων.

Διαβάζω στο ιρλανδικό Char Food Guide πως η Viennetta είχε κατακτήσει το Δουβλίνο με τρόπο που δεν είχε προηγούμενο· υπήρξε μεγαλύτερη τάση από τα ντόνατ ή τα smoothies. «Κάθε άνθρωπος στη χώρα που έζησε τα ’90s και τα ’00s είχε τη Viennetta μέσα στα χριστουγεννιάτικα ψώνια του. Την αγόραζαν αποκλειστικά για ειδικές περιστάσεις. Έμπαινε στο κέντρο του τραπεζιού και προκαλούσε τα παιδιά με όλη αυτή την κρεμώδη μεγαλοπρέπειά της, σαν να ήταν το Άγιο Δισκοπότηρο. Δεν υπάρχει άλλη λέξη γι’ αυτό το παγωτό. Ήταν εμβληματικό».

Στη Νεάπολη Εξαρχείων, το 2026, εμείς την ανοίξαμε, τη βγάλαμε από τη συσκευασία και την εναποθέσαμε με τη σειρά μας στη μέση του τραπεζιού. Ήταν ακόμα πάνω σε αυτόν τον χάρτινο δίσκο, όπως τη θυμόμασταν. Το κρακ, όμως, αυτή τη φορά ακούστηκε πιο σιγανά. Νομίζω έχει πια λιγότερη σοκολάτα απ’ όση είχε κάποτε.

Έχοντας πια τόσες πολλές διευθύνσεις για παγωτό και ιταλικό gelato στην Αθήνα, και καθότι μπορούμε πλέον να μιλάμε για φυσικό παγωτό σε αυτή την πόλη, η βανίλια της, φτιαγμένη από φυτικό λίπος, μου φάνηκε αρκετά γλυκιά. Ωστόσο, ρίχνοντας στο κομμάτι σας μια δόση εσπρέσο, μπορείτε να φτιάξετε ένα ωραίο affogato. Αυτό δεν ήταν σίγουρα κάτι που έκαναν στο σπίτι μας, αλλά είμαστε ή δεν είμαστε η εξελιγμένη εκδοχή των αναμνήσεών μας;

Σε μη συσκευασμένο παγωτό έφαγα αυτές τις μέρες χειροποίητο «ελληνικό cheesecake» από το Epik της Μαβίλη, με πρόβειο τυρί από το τυροκομείο Ελικών, τραγανό μπισκότο και χειροποίητη μαρμελάδα από κόκκινα φρούτα· μια πολύ πιο προσεγμένη εκδοχή του strawberry cheesecake των Ben & Jerry’s, που το βρίσκω άκρως εθιστικό. Και μια μπάλα αλατισμένο φιστίκι από καρπό Αιγίνης, χειροποίητο φιστικοπάστελο και αφράλα Κρήτης, το πιο ιδιαίτερο παγωτό φιστίκι της πόλης. Ήταν φοβερά και τα δύο τους.

Με όρους σοσιαλμιντιακής απήχησης, το παγωτό του Epik έλαβε μπόλικα μηνύματα, καρδούλες κι άλλες καρδούλες. Για τη Βιενέτα, όμως, έγιναν δηλώσεις περί «καλύτερου παγωτού στον κόσμο», επιφωνήματα, «πωωωω», ενώ μια πολύ καλή μας νέα μαγείρισσα μου είπε ότι την έχει συνέχεια στο ψυγείο της.

Ό,τι κι αν μας δώσουν, όσο καλό και προσεγμένο κι αν είναι, θέλουμε κάποια στιγμή να γυρνάμε σε αυτό που μας ξυπνάει μνήμες. Κι ας το τρώμε στα κρυφά.

Φασαιολάτρες και φασαιομάχοι, μια Βιενέτα δρόμος μας χωρίζει.

 

Exit mobile version