ΠΟΛΗ

Πολιτιστική Συνταγογράφηση: Όταν η τέχνη γίνεται θεραπεία

Η μουσική, ο χορός και οι εικαστικές τέχνες απέκτησαν έναν νέο ρόλο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών καθώς έγιναν αφορμή για αυτοέκφραση, δημιουργία και ενδυνάμωση της ψυχικής υγείας.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ©AKRIVIADIS

Πόσο ωραία θα ήταν αν ο γιατρός σας μπορούσε να σας συνταγογραφήσει ένα μάθημα ζωγραφικής, μια επίσκεψη σε ένα μουσείο ή πάρκο, ή εισιτήρια για μια παράσταση, με σκοπό να βελτιώσει την ψυχική σας υγεία; Όσο ασυνήθιστο κι αν ακούγεται αυτό, ένα μοντέλο φροντίδας που ονομάζεται «πολιτιστική συνταγογράφηση» διερευνά ακριβώς τέτοιου είδους δημιουργικές στρατηγικές. Παρόλο που στην Ελλάδα, μια τέτοιου είδους συνταγογράφηση δεν είναι κάτι που δίνεται μέσω του ασφαλιστικού σας φορέα, έχει ήδη ολοκληρωθεί ένα ερευνητικό πιλοτικό πρόγραμμα με σκοπό την αξιοποίηση της θεραπευτικής επίδρασης της τέχνης στην ψυχική υγεία.

Η μουσική, ο χορός και οι εικαστικές τέχνες απέκτησαν έναν νέο ρόλο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών καθώς έγιναν αφορμή για αυτοέκφραση, δημιουργία και ενδυνάμωση της ψυχικής υγείας.

Από τις 18 Σεπτεμβρίου έως τον Φεβρουάριο του 2026, το Μέγαρο συμμετείχε στη Β΄ πιλοτική φάση του προγράμματος «Πολιτιστική Συνταγογράφηση» του Υπουργείου Πολιτισμού με τη δράση «Η Μουσική ως αφορμή για αυτοέκφραση και δημιουργία».

Στο επίκεντρο του καινοτόμου αυτού προγράμματος βρίσκονται δράσεις τέχνης και πολιτισμού που εντάσσονται στην προληπτική και συμπληρωματική αγωγή ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας ή ψυχολογική επιβάρυνση από χρόνιες ασθένειες και αναπηρίες. Οι φορείς πολιτισμού καλούνται να δημιουργήσουν παρεμβάσεις που συνδυάζουν την έκθεση ή τη συμμετοχή σε καλλιτεχνικά δρώμενα με θεραπευτική επεξεργασία, ενισχύοντας τη συμπερίληψη και αναδεικνύοντας τον κοινωνικό τους ρόλο.

Στην τρέχουσα φάση, το πρόγραμμα εφαρμόζεται πιλοτικά, παράλληλα με τη συλλογή ερευνητικών δεδομένων που θα αποτυπώσουν την επίδραση της τέχνης στην ψυχική υγεία και την ευεξία των συμμετεχόντων.

Η Άννα Βερνάρδου, Σύμβουλος Καλλιτεχνικού Προγραμματισμού του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και υπεύθυνη της δράσης, εξηγεί ότι το πρόγραμμα ξεκίνησε ως πρωτοβουλία του Υπουργείου Πολιτισμού με σαφή στόχο να λειτουργήσει αρχικά πιλοτικά, ώστε να μελετηθεί ο τρόπος εφαρμογής του και να αξιολογηθούν τα αποτελέσματά του. «Η πολιτιστική συνταγογράφηση είναι η δυνατότητα να μπορούν οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας να “συνταγογραφούν” δράσεις πολιτισμού ως συμπληρωματική αγωγή. Δεν είναι θεραπεία – για να μην μπερδεύουμε τα πράγματα – ούτε art therapy, που είναι κάτι διαφορετικό», διευκρινίζει.

Όπως εξηγεί, οι δράσεις λειτουργούν συμπληρωματικά, ανάλογα με την κρίση του θεράποντος ιατρού ή του επαγγελματία ψυχικής υγείας, ο οποίος αποφασίζει ποιο είδος πολιτιστικής δράσης θα μπορούσε να ωφελήσει έναν άνθρωπο με προβλήματα ψυχικής υγείας.

«Αυτό είναι κάτι που το έχουμε δει να εφαρμόζεται εδώ και πάρα πολλά χρόνια σε αρκετές χώρες, με πρωτοπόρους τη Μεγάλη Βρετανία και τον Καναδά», λέει. «Εκεί έχει ήδη ενταχθεί στο σύστημα συνταγογράφησης. Δηλαδή κάποιος μπορεί να λάβει κανονικά μια “συνταγή” που αφορά συμμετοχή σε πολιτιστικές δράσεις. Πρόσφατα, ξεκίνησαν και στην Ελβετία να συνταγογραφούν επισκέψεις σε μουσεία».

Η δράση στην Ελλάδα υλοποιείται σε συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας και του  Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας, Νευροεπιστημών και Ιατρικής Ακρίβειας «Κώστας Στεφανής» ΕΠΙΨΥ, το οποίο έχει αναλάβει και το ερευνητικό σκέλος του προγράμματος.

«Οι πιλοτικές φάσεις έχουν σκοπό να δώσουν και μετρήσιμα αποτελέσματα», επισημαίνει. «Γνωρίζουμε ήδη, μέσα από διεθνείς μελέτες αλλά και από σχετικές οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ότι η τέχνη μπορεί να έχει θετική επίδραση στην ψυχική υγεία. Τώρα όμως επιχειρούμε να δούμε πώς αυτό μπορεί να εφαρμοστεί στην ελληνική πραγματικότητα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο».

Το Μέγαρο Μουσικής συμμετείχε ήδη από την πρώτη πιλοτική φάση, υλοποιώντας ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα του θεσμού. «Ουσιαστικά οργανώσαμε και υλοποιήσαμε ένα πρόγραμμα “ticket set”», επισημαίνει. «Οι ωφελούμενοι ερχόντουσαν στο Μέγαρο, παρακολουθούσαν μια παράσταση από τον τρέχοντα προγραμματισμό μας και στη συνέχεια, την επόμενη εβδομάδα, επέστρεφαν σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα για να συμμετάσχουν σε βιωματική ομάδα με επαγγελματίες ψυχικής υγείας και υπεύθυνους καλλιτεχνικού έργου».

 

Η συγκεκριμένη εκδήλωση αποτελεί παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (©akriviadis)

Η διαδικασία αυτή οργανώθηκε με μεγάλη προσοχή. Οι συμμετέχοντες είχαν ως σημείο συνάντησης την είσοδο του Μεγάρου, όπου παραλάμβαναν τις προσκλήσεις τους και έμπαιναν όλοι μαζί στην αίθουσα. «Δημιουργήθηκε μια μικρή τελετουργία», θυμάται. «Είχε μεγάλη σημασία ότι υπήρχε συνέπεια και σταθερότητα. Ερχόντουσαν σε συγκεκριμένη ώρα, γνώριζαν ότι θα βρουν συγκεκριμένους ανθρώπους, υπήρχε ένα σταθερό πλαίσιο».

Οι βιωματικές ομάδες χωρίζονταν σε μικρότερες υποομάδες (έως δώδεκα ατόμων), ώστε να μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά η συζήτηση γύρω από την εμπειρία. Οι συμμετέχοντες μοιράζονταν σκέψεις, συναισθήματα και προσωπικά βιώματα που προέκυπταν μέσα από την παρακολούθηση της παράστασης.

Οι ωφελούμενοι προέρχονταν από δομές ψυχικής υγείας, είτε από κέντρα ημέρας είτε από κλειστές δομές, ενώ πολλοί συνοδεύονταν από τους φροντιστές τους. Το ηλικιακό εύρος ήταν μεγάλο, από 18 έως 65 ετών. «Οι περισσότεροι ερχόντουσαν για πρώτη φορά στο Μέγαρο κι αυτό από μόνο του ήταν μια πολύ ισχυρή εμπειρία», σημειώνει.

Για το Μέγαρο, η πρώτη πιλοτική φάση δεν λειτούργησε μόνο ως μια κοινωνική δράση αλλά και ως μια διαδικασία βαθιάς εξοικείωσης. «Συχνά λέμε με τους συναδέλφους από τη διεύθυνση χώρων κοινού ότι σε έναν χώρο όπως η αίθουσα “Χρήστος Λαμπράκης”, που έχει σχεδόν 2.000 θέσεις, είναι βέβαιο ότι θα βρεθούν άνθρωποι με ψυχικές νόσους ή άλλες αόρατες αναπηρίες. Το ζήτημα είναι πώς ένας οργανισμός μπορεί πραγματικά να γίνει συμπεριληπτικός».

Από την αρχή, βασική προϋπόθεση ήταν να μην δημιουργηθεί καμία μορφή διαχωρισμού. Οι συμμετέχοντες παρακολουθούσαν τις παραστάσεις μαζί με το υπόλοιπο κοινό, χωρίς ειδικές θέσεις, ξεχωριστές ζώνες ή διαφορετική μεταχείριση. «Αυτό ήταν απολύτως σημαντικό για εμάς», υπογραμμίζει. «Δεν θέλαμε να δημιουργήσουμε ένα “ειδικό κοινό”. Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν ως κοινό του Μεγάρου. Αυτό ακριβώς είναι και το πνεύμα του ticket set».

Οι παραστάσεις που επιλέχθηκαν κάλυπταν ένα πολύ ευρύ φάσμα: από μουσική δωματίου και συμφωνικές συναυλίες μέχρι συναυλίες στον Κήπο και θεατρικές παραγωγές. Οι συμμετέχοντες είδαν, μεταξύ άλλων, τους Janine Jansen και Denis Kozhukhin, την Άλκηστη Πρωτοψάλτη, αλλά και τη γενική δοκιμή της παράστασης «Ρωμαίος και Ιουλιέτα».

Η ίδια παραδέχεται ότι, στην αρχή, δεν υπήρχε σαφής γνώση για το τι θεωρείται «κατάλληλο» ή «ακατάλληλο» για μια τέτοια ομάδα. «Στην πραγματικότητα δεν ξέραμε αν είχαμε τη γνώση να κάνουμε αυτή την επιλογή», λέει. «Και τελικά συνειδητοποιήσαμε ότι ίσως δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα λειτουργήσει για τον καθένα».

Θυμάται μάλιστα μια χαρακτηριστική συζήτηση με ερευνητές του ΕΠΙΨΥ: «Μου ανέφεραν την περίπτωση ενός ανθρώπου που ήταν μουσικός και είχε εγκαταλείψει τη μουσική. Μετά το τέλος όμως του προγράμματος αποφάσισε να ξανασχοληθεί με τη μουσική. Τότε αντιλαμβάνεσαι ότι δεν μπορείς να ξέρεις τι είναι τελικά “επιτυχημένο” ή όχι εξαρχής αλλά βλέπεις το αποτέλεσμα».

Η πρώτη πιλοτική φάση είχε και ένα ακόμη, πολύ ουσιαστικό αποτέλεσμα: δημιούργησε σχέσεις μεταξύ των συμμετεχόντων. «Γεννήθηκαν φιλίες», λέει η Άννα Βερνάρδου. «Άνθρωποι που γνωρίστηκαν μέσα από το πρόγραμμα συνέχισαν να έρχονται μαζί σε συναυλίες ακόμη και μετά το τέλος της πιλοτικής φάσης. Διατήρησαν αυτό το “ραντεβού” με το Μέγαρο και εκτός προγράμματος. Αν αυτό δεν αποτελεί έμπρακτη επιτυχία της δράσης, δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να είναι».

Η ίδια θυμάται έντονα και ορισμένες δύσκολες στιγμές. «Σε μια πρώτη συνάντηση με συμμετέχοντες, με ρώτησαν αν “θα είναι με τους κανονικούς ανθρώπους στην αίθουσα”. Αυτό ήταν συγκλονιστικό. Εκεί συνειδητοποιείς πόσο βαθύ είναι το στίγμα γύρω από την ψυχική νόσο».

Για την ίδια, το πρόγραμμα λειτούργησε καταλυτικά και για το προσωπικό του οργανισμού. «Είμαι πολύ περήφανη για τους συναδέλφους μου, γιατί αγκάλιασαν αυτή την πρωτοβουλία με μεγάλη θέρμη. Νομίζω ότι όλοι αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε περισσότερο ποιες είναι οι ανάγκες των ανθρώπων. Και επειδή η ψυχική νόσος είναι συχνά μια αόρατη αναπηρία, είναι πολύ εύκολο να παρεξηγήσεις καταστάσεις όταν δεν έχεις γνώση ή επαφή».

Επιμένει ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ωφελημένοι δεν είναι μόνο οι συμμετέχοντες. «Συχνά λέω ότι ονομάζουμε “ωφελούμενους” τους ανθρώπους που συμμετέχουν, αλλά στην πραγματικότητα ωφελούμαστε όλοι – οι πολιτιστικοί φορείς, οι εργαζόμενοι, η κοινωνία συνολικά. Η πολιτιστική συνταγογράφηση και γενικότερα οι δράσεις προσβασιμότητας μάς εκπαιδεύουν όλους».

Στη δεύτερη πιλοτική φάση, το Μέγαρο αποφάσισε να εξελίξει την εμπειρία της πρώτης. Αντί για αποκλειστική παρακολούθηση παραστάσεων και βιωματικές συζητήσεις, σχεδιάστηκαν μουσικοχορευτικά εργαστήρια που αξιοποιούν περισσότερες μορφές τέχνης: μουσική, κίνηση, εικαστική έκφραση και ασκήσεις αναπνοής.

Στη δράση συμμετείχαν συνολικά 62 μέλη, οργανωμένα σε τρία τμήματα ανά τρίμηνο. Τις ομάδες αυτές αποτελούσαν περίπου δέκα άτομα και λειτουργούσαν ξανά σε δύο τρίμηνα, στο πλαίσιο του ερευνητικού σχεδιασμού του προγράμματος.

«Θέλαμε να δούμε πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να ξεκλειδώσουν τα συναισθήματά τους και μέσα από μη λεκτικούς τρόπους έκφρασης. Δεν είναι εύκολο για όλους να εκφραστούν λεκτικά. Άρα αξιοποιούμε και εργαλεία από άλλες μορφές τέχνης για να δούμε τι μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά».

Η συγκεκριμένη εκδήλωση αποτελεί παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών ((©akriviadis))

Οι συμμετέχοντες παρακολουθούσαν ένα καλλιτεχνικό ερέθισμα  – όχι πάντα ζωντανή παράσταση, καθώς το πρόγραμμα ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο, όταν δεν υπήρχαν διαθέσιμες live παραγωγές – και στη συνέχεια το επεξεργαζόντουσαν μέσα στην ομάδα μαζί με τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας και τους υπεύθυνους καλλιτεχνικού έργου.

Η εικόνα που περιγράφει από την εξέλιξη των ομάδων είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική. «Στην αρχή βλέπεις ανθρώπους πολύ μαζεμένους, συνεσταλμένους, σχεδόν κλειστούς. Και όσο περνάει ο καιρός, είναι σαν να βλέπεις ένα τριαντάφυλλο που από μπουμπούκι ανοίγει και ξεδιπλώνεται. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό».

Για την Άννα Βερνάρδου, η Πολιτιστική Συνταγογράφηση λειτουργεί και ως αφορμή για έναν συνολικό επαναπροσδιορισμό του ρόλου των πολιτιστικών οργανισμών. «Αυτή η δράση μάς δίνει την ευκαιρία να σκεφτούμε πώς μπορούμε να προσεγγίσουμε διαφορετικά την κοινότητα, εντός και εκτός ενός τέτοιου προγράμματος», λέει. «Οφείλουμε να προγραμματίζουμε για όλη την κοινότητα, με ό,τι αυτή περιλαμβάνει: ανθρώπους με αναπηρίες, ψυχικές παθήσεις, διαφορετικές ανάγκες».

Και προσθέτει: «Δεν το κάνουμε επειδή είμαστε “καλοί” ή “φιλάνθρωποι”. Το κάνουμε γιατί είναι υποχρέωσή μας. Είμαστε δημόσιος οργανισμός και οφείλουμε να διασφαλίζουμε την ισότιμη πρόσβαση όλων».

Η έννοια της ισότιμης πρόσβασης είναι κεντρική στη σκέψη της. Περιγράφει μάλιστα ένα περιστατικό από την εκπαίδευση προσωπικού του Μεγάρου σχετικά με ζητήματα προσβασιμότητας: «Κάποιος συνάδελφος έλεγε με καλή πρόθεση ότι “είμαστε πολύ προσβάσιμο κτίριο, γιατί αν χρειαστεί θα σηκώσουμε το αμαξίδιο”. Εκεί καταλαβαίνεις πόσο διαφορετικό είναι το να βοηθάς κάποιον εκ των υστέρων από το να έχεις σχεδιάσει εξαρχής έναν χώρο στον οποίο θα μπορεί να κινηθεί αυτόνομα».

Η βιωματική εκπαίδευση, όπως λέει, έπαιξε καθοριστικό ρόλο. «Όταν έρχεται ένας άνθρωπος σε αμαξίδιο και σε “βάζει στη θέση του”, τότε πραγματικά καταλαβαίνεις τι σημαίνει προσβασιμότητα. Συνειδητοποιείς ότι δεν αρκεί η καλή πρόθεση. Χρειάζεται σωστός σχεδιασμός από την αρχή».

Αναφέρεται ακόμη σε ένα βίντεο που είχε δει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το οποίο τη σημάδεψε. Το βίντεο παρουσίαζε έναν κόσμο σχεδιασμένο αποκλειστικά για ανθρώπους με αναπηρία, όπου όσοι δεν είχαν αναπηρία δυσκολεύονταν να κινηθούν και να εξυπηρετηθούν. «Ήταν ένας πολύ δυνατός τρόπος να καταλάβεις πώς νιώθει κάποιος όταν όλα γύρω του είναι σχεδιασμένα χωρίς να τον υπολογίζουν», λέει.

Η ίδια πιστεύει ότι όσο δεν υπάρχει ουσιαστική πρόσβαση, τόσο οι άνθρωποι με αναπηρία ή ψυχικές νόσους παραμένουν αόρατοι. «Και τότε λέμε ότι “δεν είναι και τόσοι πολλοί”. Όμως είναι αόρατοι ακριβώς επειδή δεν υπάρχει σχεδιασμός για εκείνους».

Τα τελευταία χρόνια, το Μέγαρο έχει αναπτύξει ένα ευρύτερο πλέγμα δράσεων συμπερίληψης και προσβασιμότητας: συναυλίες φιλικές προς άτομα με άνοια και τους φροντιστές τους, εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά με αναπηρία, δράσεις για άτομα με οπτική αναπηρία ή νευροαναπτυξιακές διαταραχές, αλλά και εκπαίδευση του προσωπικού σε θέματα αναπηρίας και εξυπηρέτησης κοινού.

«Όλες αυτές οι δράσεις άρχισαν σταδιακά να δημιουργούν μια διαφορετική κουλτούρα μέσα στον οργανισμό», λέει. «Ξαφνικά οι άνθρωποι αισθάνονταν ότι αναγνωρίζουν καταστάσεις, ότι έχουν εμπειρία, ότι μπορούν να ανταποκριθούν καλύτερα».

Παράλληλα, διαπιστώνει ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει και μεγαλύτερη κινητοποίηση από χορηγούς και ιδρύματα. «Υπάρχει πλέον ενδιαφέρον να διατεθούν πόροι για δράσεις προσβασιμότητας και συμπερίληψης. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί δείχνει ότι αλλάζει συνολικά ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον ρόλο του πολιτισμού».

Όσο για το μέλλον της Πολιτιστικής Συνταγογράφησης στην Ελλάδα, εμφανίζεται αισιόδοξη. «Δεν είμαστε τόσο πίσω όσο νομίζουμε. Υπάρχουν χώρες που είναι πιο μπροστά, αλλά δεν μπαίνουμε τελευταίοι σε αυτό το πεδίο. Ανταποκρινόμαστε σχετικά γρήγορα».

Και καταλήγει: «Συχνά έχουμε την τάση να κοιτάμε τι γίνεται στο εξωτερικό και να λέμε ότι εκεί όλα λειτουργούν καλύτερα. Όμως για να φτάσεις σε οποιαδήποτε κορυφή, ξεκινάς από το πρώτο σκαλοπάτι. Πρέπει να δώσουμε αξία και στα μικρά βήματα. Κάθε επαφή, κάθε δράση, ακόμη και κάθε αστοχία, μας δίνει μια πολύτιμη γνώση για το πώς μπορούμε να σχεδιάσουμε καλύτερα στο μέλλον. Και τελικά αυτό είναι η ουσιαστική συμπερίληψη».

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.