Στα πόσα λίτρα αίμα ξεδιψάμε;

Σε μια εποχή που το μέτρο έχει χαθεί, η ανθρώπινη λαιμαργία – ακόμα και για αίμα – οφείλει να μας βάλει σε σκέψεις.
SHARES

Από τη μέρα που είδα σε ένα board της Αττικής Οδού ότι αναζητείται ένα κοριτσάκι 4 ετών μέχρι σήμερα, πρέπει να έχουν περάσει 10 ημέρες. Όσα μάθαινα για αυτή την εξαφάνιση μέχρι προχθές το μεσημέρι ήταν κάποιες διάσπαρτες πληροφορίες. Από εκείνες που περνάνε καθημερινά από μπροστά μας και πότε επιλέγουμε να απλώσουμε το χέρι να τις αγγίξουμε και πότε τις αφήνουμε να συνεχίσουν την πορεία τους μακριά από τη συνείδησή μας επειδή εκείνη την ώρα τρώμε τα μακαρόνια μας, είμαστε έτοιμοι για ύπνο, δουλεύουμε, χαζεύουμε στο Instagram.

Χθες το βράδυ δεν είχα την επιλογή να προσπεράσω καμία είδηση για την μικρή Άννυ. Ήταν όλα εκεί έξω, βουτηγμένα στο αίμα του παιδιού.

 

Κι αναρωτιόμουν λίγα λεπτά πριν κοιμηθώ αυτό ακριβώς που λέω στον τίτλο. Πού βρίσκεται το όριο; Και αν δεν βρίσκεται κάπου, πού θα το βάλουμε εμείς σαν κοινωνία; Γιατί όσο κι αν διψάμε καθημερινά για πληροφορία, όσο κι αν δεν μπορούμε να χορτάσουμε την πείνα μας για εικόνα, βίντεο και πληροφορία, κάπου νιώθω ότι πρέπει να βάζουμε εμείς ως αναγνώστες φρένο στον εαυτό μας αν οι δημοσιογράφοι δεν πράττουν ένα από τα χρέη τους. Να είναι οι ίδιοι πυλωροί του μέσου τους. Και να ξέρουν πότε να κλείνουν την πόρτα.

Μάθαμε πολλά για το πώς έφτασε στο θάνατο η μικρή Άννυ. Μάθαμε σίγουρα περισσότερα απ' όσα χρειαζόταν ή έπρεπε να μάθουμε. Γιατί μόνο ένα άρρωστο μυαλό ενδιαφέρεται για τις λεπτομέρειες της δολοφονίας. Μόνο ένα άρρωστο μυαλό ψάχνει σήμερα κι άλλο κι άλλο κι άλλο μέχρι να αποκαλύψει και την πιο σκοτεινή πτυχή της δολοφονίας, μέχρι να αποστηθίσει το χρονικό του πώς το σώμα του κοριτσιού διαμελίστηκε ή έγινε πιάτο στις ορέξεις του δολοφόνου της.

Δεν είμαι σίγουρος για το ποιος φταίει που χάθηκε το μέτρο σε αυτή την περίπτωση. Θυμάμαι όλους να θέλουν να μάθουν περισσότερα για τον Σεχίδη, θυμάμαι τον κόσμο να ψάχνει να δει τι έγινε στην υπόθεση Δουρή, θυμάμαι τον κόσμο να βάζει ξανά και ξανά το ηχητικό ντοκουμέντο από την οδό Νίοβης, θυμάμαι τον κόσμο να αγωνιά για την υπόθεση Κατσούλα. Αλλά τότε αρκούσε η είδηση του εγκλήματος για να σοκαριστείς. Αρκούσε ένα τεράστιο “ΠΑ-ΤΕΡΑΣ” στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας για να χτίσεις (ακόμα και λανθασμένα) την εικόνα και να μείνεις σε αυτή.

Κι είναι αναμφίβολα χαζό να κατηγορήσω την όποια τηλεοπτική σειρά γι' αυτό και δεν θα το κάνω. Αλλά σε μία δεκαετία που οι σκηνές κάθε πιθανού εγκλήματος αναλύονται εξονυχιστικά από το CSI μέχρι το Dexter και από το NCIS μέχρι δεν ξέρω κι εγώ ποιο, είναι τουλάχιστον φυσιολογικό να μπερδεύουμε τα όρια του ωμού ρεαλισμού με την αφηγηματική τηλεοπτική γραφή.

Νιώθω ότι σε κάθε έκφανση της ζωής μας ζητάμε το κάτι παραπάνω. Κι αυτό είναι κάτι που μου λένε συχνά μεγαλύτεροι μέσα στην παρελθοντολαγνεία τους. Ότι πλέον δεν μας αρκεί η καλή μπάλα με το τέμπο του Μπάτζιο, πλέον δεν μας αρκεί να χαζεύουμε γυμνόστηθα κορίτσια στις ιλουστρασιόν σελίδες ενός περιοδικού, πλέον δεν αρκεί ένας τεύχος Asterix για να φτιάξει τη μέρα ενός παιδιού, πλέον δεν αρκεί στα παιδιά μας να παίζουν με τα παιχνίδι που κρατήσαμε εμείς σαν γενιά (οι αφελείς) φυλαγμένα στο ντουλάπι για να τα παραλάβουν.

Στην εποχή της πληροφορίας, στην εποχή που αν δεν ξέρεις τη λεπτομέρεια δεν ξέρεις τίποτα, το να μάθουμε ότι ένας πατέρας σκότωσε το κορίτσι του δεν είναι αρκετό. Και αναζητάμε κάθε μικρή λεπτομέρεια και κάθε κρυφή πτυχή, όχι για να ξέρουμε εμείς καλύτερα από τους άλλους το τι έγινε αλλά γιατί εμείς μέσα μας έχουμε αποφασίσει ότι δεν ησυχάζουμε αλλιώς.

 

Στην διαρκή αναζήτηση πληροφορίας και στο εύρος της πληροφόρησης που πλέον διαθέτουμε online έχει βασιστεί κάθε καλή κοινωνική θεωρία περί δημοκρατίας, περί ελέγχου των κυβερνήσεων και περί διαφάνειας τα τελευταία χρόνια. Το να ψάχνουμε σε βάθος τη σάρκα κάθε πολιτικού και οικονομικού σκανδάλου, το να ξεψαχνίζουμε κάθε πληροφορία σχετική με έναν νόμο ή μία δέσμη μέτρων που είναι να επιβληθούν είναι κάτι που με βρίσκει όχι απλά σύμφωνο αλλά έτοιμο να κατέβω σε όσες πορείες θέλετε μέχρι να το πετύχουμε.

Αλλά για σκέψου πόσο λάθος ακούγονται τα παραπάνω ρήματα όταν μιλάμε για τη δολοφονία ενός κοριτσιού και μάλιστα, όπως σπεύσαμε να πληροφορηθούμε, κατ' αυτόν τον τρόπο.

Επειδή είναι πολλοί εκείνοι οι οποίοι προτείνουν ποινές για τον πατέρα της μικρής, θυμίζω ότι το λόγο όπως σε κάθε περίπτωση οφείλει να έχει η δικαιοσύνη και το όποιο ποινικό σύστημα ισχύει στη χώρα. Ούτε οι δημοσιογράφοι μπορούν να έχουν το ρόλο του δικαστή ούτε οιοσδήποτε από εμάς να κρίνει πώς πρέπει να τιμωρηθεί ο δολοφόνος του κοριτσιού. Βρισκόμαστε ευτυχώς μερικούς αιώνες μετά τη λογική του ικριώματος και έχουμε οικοδομήσει ένα σύστημα δικαιοσύνης το οποίο σε αυτές τουλάχιστον τις περιπτώσεις, αποδίδει την ποινή που αρμόζει.

Ο κόσμος αυτή τη στιγμή διψά περισσότερο για εκδίκηση παρά για δικαιοσύνη. Όχι μόνο για το συγκεκριμένο έγκλημα αλλά και για όσα δυνητικά θα ακολουθήσουν. Όπως είπε όμως πολύ σωστά ο Foucault αναφορικά με τον παραδειγματισμό και τον εκφοβισμό των υπολοίπων: “it is the certainty of being punished and not the horrifying spectacle of public punishment that must discourage crime”.

 

Ας αφήσουμε λοιπόν τη δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της. Κι ας κοιμίσουμε το διψασμένο κτήνος που κρύβουμε μέσα μας. Μήπως ηρεμήσει λίγο η ψυχή. Ζωντανών και νεκρών.

Χρήστος Χατζηιωάννου

Guest Editor

Γεννήθηκα σε ένα μέρος που το γρασίδι είναι πράσινο και τα κορίτσια όμορφα, γράφω με την ίδια σοβαρότητα για την πολιτική του φόβου και την Όλγα Φαρμάκη και ακολουθώ πιστά το τρίπτυχο αυγό – bacon – μαγιονέζα. Στο Oneman είμαι πρώτα αναγνώστης και μετά διευθυντής.

 
Share
Follow
comments powered by Disqus
PROMO
Social Man
Newsletter

Το ΟΝΕΜΑΝ επιλέγει και σου στέλνει τα καλύτερα θέματα στο email σου.