ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ένα παπιγιόν έσωσε τον Γιώργο Παπαϊωάννου απ΄την κατάθλιψη

Μιλήσαμε με τον Gi Pap, ο οποίος μέσα απ’ τη δημιουργία των παπιγιόν βρήκε κάτι πολύ παραπάνω από ένα χόμπι: την ίδια του την ηρεμία.

Θυμάμαι όταν πριν 15 χρόνια παρακολουθούσα τα θρυλικά (κι εξαιρετικά ανούσια) μαθήματα επαγγελματικού προσανατολισμού στο σχολείο, οι “ειδικοί” μας συνέστηναν να αποφύγουμε τα λεγόμενα “κορεσμένα επαγγέλματα”.

Αυτά σκέψου, προ κρίσης. Σήμερα, σχεδόν όλα τα επαγγέλματα θεωρούνται κορεσμένα, ενώ ρομαντικές ασχολίες που δεν έχουν όχι μόνο μέλλον, αλλά ούτε και παρόν, φαντάζουν με απαγορευμένο καρπό. Για τους περισσότερους, πρέπει να είσαι είτε τρελός, είτε εξασφαλισμένος για να κυνηγήσεις το όνειρό σου, αν αυτό δεν ανήκει στον κλάδο των mainstream επαγγελμάτων.

Κι όμως, ορισμένοι γενναίοι το κρατάνε αληθινό και συνεχίζουν να ασχολούνται με αυτό που αγαπάνε, ακόμα κι αν θεωρείται πια ρομαντικό, παλιακό ή ακόμα και ξεπερασμένο.

Ένας απ’ αυτούς τους γενναίους, είναι σίγουρα κι ο Γιώργος Παπαϊωάννου, γνωστός πλέον ως Gi Pap. Δημοσιογράφος εδώ και σχεδόν 3 δεκαετίες, αποφάσισε όταν έχασε τη δουλειά του να ασχοληθεί με κάτι που αν κάποιος μαθητής τολμούσε να το αναφέρει δυνατά στον επαγγελματικό προσανατολισμό, θα τον πετούσαν έξω απ’ την αίθουσα.

Φωτογραφίες: Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου – Watkinson

Ο Γιώργος, φτιάχνει τα δικά του, χειροποίητα παπιγιόν, έχοντας πια χτίσει το δικό του χαρακτηριστικό στιλ και τη δική του πελατεία. Προς το παρόν, δηλώνει ότι αποτελεί απλά ένα χόμπι για εκείνον, μια ψυχοθεραπεία, αφού η αγάπη του παραμένει το γράψιμο. Έστω και με τη μορφή του χόμπι πάντως, αποφάσισε να ζήσει τη ζωή με το δικό του τρόπο, ακολουθώντας ένα δρόμο που λίγοι θα επέλεγαν εν έτει 2016.

Η ανεργία, το διαζύγιο και μια αυτοκτονία

 

Επισκεφτήκαμε το Γιώργο στο σπίτι του στο Παγκράτι, στο οποίο δημιουργεί και όλα τα παπιγιόν στη λευκή vintage ραπτομηχανή του. Μια γρήγορη ματιά στο εσωτερικό του σπιτιού είναι αρκετή για να καταλάβεις ότι μιλάμε για έναν άνθρωπο με γούστο και αισθητική. Αυτό που δεν καταλαβαίνεις με τίποτα πάντως, είναι η ηλικία του. “Είμαι 49 και μισό” μας αποκαλύπτει και με τη Φρατζέσκα αφήνουμε ένα ταυτόχρονο “Τιιι” να μας ξεφύγει. “Έχω προλάβει μέχρι και το βασιλιά” συμπληρώνει για να διώξει κάθε αμφιβολία. Τα παπιγιόν πότε προέκυψαν;

“Εγώ είμαι δημοσιογράφος, εργάζομαι στο χώρο συνολικά 28 χρόνια. Το Νοέμβρη του 2012, ο όμιλος στον οποίο εργαζόμουν έκλεισε κι αποφάσισα να φύγω απ΄ τη χώρα, για τη Νέα Υόρκη. Όσο περίμενα να φύγω, βαριόμουν τρομερά και βρισκόμουν σε κακή ψυχολογική κατάσταση επειδή την ίδια εποχή είχα πάρει και διαζύγιο. Η ζωή μου είχε αλλάξει απότομα, η καθημερινότητά μου είχε χαλάσει διότι είχα συνηθίσει απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ να δουλεύω, έχασα και τα έσοδά μου, εν ολίγοις έχασα τον κόσμο μου ολόκληρο, είχα πέσει σε κατάθλιψη” εξηγεί και θυμάται δυο ιστορίες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην νέα πορεία που πήρε η ζωή του.

 

Ιστορία πρώτη: Ήμουν κλεισμένος στο σπίτι και δεν έβγαινα συχνά, σχεδόν ποτέ θα έλεγα, ώσπου μετά από συνεχείς πιέσεις μιας φίλης μου, αποφάσισα να πάω να τη βρω για καφέ στο κέντρο. Εκείνη την ημέρα που αποφάσισα να βγω στον κόσμο λοιπόν, έγιναν δυο τρόμερα πράγματα. Με το που έφυγα απ’ το σπίτι, στο Παγκράτι ακόμα, άκουσα ένα μπαμ και ουρλιαχτά από μια διπλανή πολυκατοικία. Απ’ το αίθριο υπήρχε πρόσβαση στους ακάλυπτους των πολυκατοικιών και είχε μαζευτεί κόσμος, που κοιτούσε προς τον ακάλυπτο. Δυστυχώς, ένα κορίτσι είχε αυτοκτονήσει, άνοιξα την πόρτα που οδηγεί στον ακάλυπτο κι είδα ένα φρικτό θέαμα. Η έννοια μου ήταν η αδερφή της, η οποία ούρλιαζε απ’ το σοκ στο μπαλκόνι και φοβόμουν μην κάνει κι αυτή καμιά τρέλα. Αφού κανένας δεν έπαιρνε πρωτοβουλία, την κατέβασα εγώ και φρόντισα να μπει σε ένα περιπολικό. Τότε πια έφυγα για να πάω να πιω καφέ. Στο λέω αυτό για να καταλάβεις λίγο πως λειτουργώ, πως είμαι κάπως αναίσθητος, ίσως και λόγω της ψυχολογικής μου κατάστασης τότε. Αφού εξασφάλισα ότι δεν μπορεί να γίνει κάτι χειρότερο, τότε η ζωή έπρεπε να συνεχιστεί κανονικά”.

 

Ιστορία δεύτερη: “Συνεχίζοντας για να βρω τη φίλη μου, περπατώντας στην Κολοκοτρώνη, αποφάσισα να κάνω μια μικρή βόλτα προς τα γραβατάδικα της περιοχής για να βρω ένα ωραίο παπιγιόν. Πάντα μου άρεσαν τα παπιγιόν, είναι ένα αξεσουάρ που μου αρέσει να το φοράω. Τα πρώτα τα είχα αγοράσει για τη καγκουριά, μη φανταστείς, αλλά μετά άρχισα να τα φοράω κανονικά. Σε 2-3 λοιπόν που κοίταξα, δεν βρήκα, εκνευρίστηκα κι αποφάσισα να κάτσω να φτιάξω μόνος μου. Πήρα λοιπόν τη φίλη μου, η οποία είναι σχεδιάστρια μόδας και ξέρει από υφάσματα και της ζήτησα να πάμε μια βόλτα στη Μητροπόλεως στα υφασματάδικα για να με βοηθήσει να διαλέξω ύφασμα, αφού εγώ δεν είχα ιδέα”. Κι έτσι απλά προέκυψε η κατασκευή παπιγιόν;

Την ίδια μέρα το απόγευμα, έκατσα κι έφτιαξα τα έξι πρώτα μου παπιγιόν, έφτασα στο σημείο να ξενυχτήσω ενθουσιασμένος, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι έκατσα και τα έφτιαξα μόνος μου.

Απ΄ τα πρώτα έξι παπιγιόν στους φανατικούς πελάτες

 

Τα υφάσματα μάθαμε πού τα βρήκε, την ραπτομηχανή όμως; “‘Κληρονόμησα’ τη ραπτομηχανή απ’ τη γυναίκα μου, η οποία δεν την ήθελε. Έχω την τύχη να πιάνουν τα χέρια μου, από υδραυλικά μέχρι ηλεκτρολογικά”. Για τη διαδικασία ρώτησε κάποιον; “ Έκατσα και είδα στο YouTube πού βάζουν την κλωστή γιατί αυτό δεν μπορούσα να το μαντέψω. Για τη διαδικασία του πώς γίνεται το παπιγιόν, απλά ξήλωσα ένα απ’ τα παπιγιόν που ήδη είχα, είναι ιδιαίτερα απλό”. Και πώς ξέφυγε το πράγμα; Οι πελάτες πού βρέθηκαν;

Με το που έφτιαξα τα πρώτα, τα ανέβασα στο instagram κι έγινε χαμός απ’ τους φίλους μου, οι οποίοι ζητούσαν να φτιάξω και για εκείνους. Εγώ έτσι κι αλλιώς δεν έκανα κάτι, απλά περίμενα να φύγω για Νέα Υόρκη, οπότε καθόμουν και τους έφτιαχνα. Όταν πια άρχισαν να μου ζητάνε κι οι φίλοι των φίλων, τότε μου είπαν οι φίλοι μου να αρχίσω να παίρνω λεφτά, γιατί δεν το έχω εγώ με το εμπορικό καθόλου. Τότε άρχισα να τα πουλάω και να ενδιαφέρονται κι οι άνθρωποι του χώρου μου να με προωθήσουν. Κυρίως άσχετοι πάντως, μη φανταστείς, όχι οι άνθρωποι που δουλεύαμε μαζί. Από συνέντευξη σε συνέντευξη άρχισε να παίρνει διαστάσεις το πράγμα και έφτασα στο σημείο να έχω παραγγελίες όσο ήμουν στην Αμερική και να τις στέλνω Ελλάδα, μου κόστιζε περισσότερο να τις στείλω απ’ τα λεφτά που έβγαζα”. Κι απ΄την Αμερική, πότε και γιατί γύρισε;

 

Στην Αμερική δεν πήγαν καλά τα πράγματα και μετά από ένα χρόνο γύρισα. Συνέχισα να ασχολούμαι με τα παπιγιόν εδώ, είχα κουραστεί με τα media, κυρίως ψυχολογικά, δεν γούσταρα να μπλέξω ξανά.

Οι χίπστερς και οι γραβάτες του παππού

 

Περίμενε ποτέ ότι θα έχει επιτυχία μια τέτοια κίνηση; Η αλήθεια είναι ότι η κατασκευή παπιγιόν παραπέμπει σε άλλες δεκαετίες. Ποιος αγοράζει σήμερα παπιγιόν;

Όταν ξεκίνησα, ήταν στη μόδα το κίνημα των χίπστερς, οπότε όλο το σετ παπιγιόν-γυαλάκι, πουκάμισο ήταν πολύ καυτό, το μάρκετινγκ δηλαδή έγινε από μόνο του, γιατί έτσι κι αλλιώς το παπιγιόν είναι κάτι δύσκολο, δεν είναι συνηθισμένο. Τώρα, όσοι ήταν να αγοράσουν, αγοράσανε. Δεν είναι ότι πέρασε η μόδα, απλά χρόνο με το χρόνο μειώνεται η αγοραστική δυνατότητα και το παπιγιόν δεν θα είναι ποτέ προτεραιότητα. Αγοράζουν για γάμους, αγοράζουν για βαφτίσεις, για τα παιδάκια ας πούμε μου έχουν ζητήσει μικρά παπιγιόν, οι κοπέλες τα παίρνουν για τα μαλλιά τους. Οι κοπέλες είναι καλύτερες πελάτισσες, είναι πιο ελεύθερες”. Ψωνίζουν κι οι κοπέλες παπιγιόν δηλαδή;

 

Το 55% των πελατών μου είναι κοπέλες. Έχω πελάτες όλων των ηλικιών, οι νέοι το παίρνουν για τη μόδα, οι μεγαλύτεροι με τη λογική του ‘πάμε σαν άλλοτε’. Πλέον μου ζητάνε και μαγαζιά να τους φτιάξω. Παραμένει βέβαια χόμπι, στην Ελλάδα δεν μπορείς να το κάνεις επάγγελμα. Η αδερφή μου, η οποία μένει στην Γερμανία, μου λέει ότι αν πάω εκεί θα γίνω ο βασιλιάς των παπιγιόν, στην Αμερική επίσης μου λέγανε να μείνω για να τα φτιάχνω εκεί. Μου αρέσει όμως τόσο το γράψιμο, δεν είμαι καν δημοσιογράφος, είμαι γραφιάς, που δεν μπορώ να το εγκαταλείψω. Είναι όμως ένα ωραίο χόμπι και ψυχοθεραπεία, όταν το κάνω λειτουργεί σαν αγχολυτικό, με ηρεμεί, με ησυχάζει.

Ψυχοθεραπεία, αγχολυτικό, απόλαυση. Πόσο απλή όμως είναι τελικά όλη η διαδικασία; Πόση ώρα του παίρνει να το σχεδιάσει και να το κατασκευάσει; “Τα σχήματα είναι πολύ συγκεκριμένα, εμένα είναι pre-tight έτσι κι αλλιώς, δεν είναι λυτά. Τα λυτά είναι δύο γαζάκια και τέλος, είναι πολύ πιο απλά και γρήγορα να φτιαχτούν, 5-10 λεπτά, ένα πατρόν είναι. Το δύσκολο είναι να τα δέσει κάποιος μετά, καλύτερα να σου πουν να κολυμπήσεις Ρίο-Αντίρριο, ακόμα κι εγώ που σου είπα ότι πιάνουν τα χέρια μου, την πρώτη φορά δυσκολεύτηκα πολύ. Το pre-tight, αυτό που φτιάχνω εγώ, θέλει 1 ώρα και 10 λεπτά γιατί είναι όλα στο χέρι, δεν έχει κόλλα όπως έχουν αυτά του εμπορίου που είναι της πλάκας. Πολλή ώρα τρώει κι ο λαιμοδέτης, ο οποίος δεν φαίνεται κιόλας”.  Είναι δηλαδή και λίγο ταλαιπωρία;

 

“Όταν τα φτιάχνω γουστάρω, ή όταν έχω μια ιδέα για ύφασμα που δεν σκεφτόσουν καν ότι μπορεί να γίνει παπιγιόν”. Όπως; “Έχω φτιάξει από μουσαμά, λινάτσα, απ’ τις παλιές γραβάτες του πατέρα μου, οι οποίες έχουν και συναισθηματική αξία πλέον. Παίρνω vintage γραβάτες, τις ξηλώνω, τις πλένω, τις σιδερώνω και μετά τις φτιάχνω, οπότε τρώω ακόμα περισσότερη ώρα. Οι γραβάτες αυτές έχουν όμως τρομερά υφάσματα. Τα σχέδια αυτά τα έχουν πάρει και στο εξωτερικό, μόνο το παπιγιόν με τα φτερά δεν μου έχουν αντιγράψει ακόμα”. Για το τέλος, το πιο παράξενο που του έχουν ζητήσει; “Μου έχουν ζητήσει πολλά παράξενα, έχω πει και όχι, ένας μου είπε να φτιάξω παπιγιόν σε σχήμα μουστακιού. Είπαμε, να τα πειράζουμε, να πειραματιζόμαστε αλλά μέχρι ενός σημείου”.