Γιατί να ντρέπομαι να πω ότι πάω στον ψυχολόγο;

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, μία δημοσιογράφος ζητά την τόσο καθυστερημένη απενοχοποίηση του 'ντιβανιού'.
SHARES

Με το ποπ κορν καθισμένο στα πόδια μου και μία περίεργη αίσθηση ικανοποίησης να μου φουσκώνει το στομάχι, βρέθηκα πριν από περίπου ένα μήνα να παρακολουθώ την καινούρια ταινία της Pixar, Inside Out. Ενθουσιασμένη, με την πρωτότυπη ιδέα των δημιουργών και κυρίως με το θάρρος τους να αγγίξουν ένα θέμα που κάνει 'τζιζ' εδώ και πάρα πολλούς αιώνες, ζάλιζα με το καλαμάκι μία λεμονάδα με ρόδι και εκχύλισμα πράσινου τσαγιού που ακόμα και τώρα δεν είμαι σίγουρη γιατί αγόρασα. Στο δεύτερο μισό του έργου, έβαλα τα κλάματα. Για την ακρίβεια, έπεσα θύμα επίθεσης ενός ορμητικού, χυμαρώδους ποταμού δακρύων που δεν σταμάτησε ούτε όταν τα φώτα άναψαν και η ταξιθέατρια μας έδειξε ευγενικά την έξοδο ευχόμενη καλή συνέχεια.

Μία πρώτη παρένθεση: Δεν θυμάμαι ακριβώς πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που είχα μιλήσει μαζί της για τη σχέση μου με το κλάμα. Θυμάμαι ωστόσο ότι πνίγοντας μία αγωνία την είχα ρωτήσει τι μου συμβαίνει και δεν κλαίω πια. Μήπως δεν νιώθω; Και καλά να μην νιώθω τώρα, μήπως δεν θα ξανανιώσω ποτέ; Εκείνη γέλασε και μου ζήτησε να ηρεμήσω. “Ακόμα και αν το προσπαθήσεις, δεν γίνεται να καταφέρεις να μην νιώθεις. Μην το πιέζεις, θα έρθει”, μου είπε.

Έξω από το Αθήναιον, σχεδόν το 60% των θεατών σκούπιζαν τα δάκρυά τους και χωρίς να τους ρωτήσω πιστεύω ότι μαζί με αυτά έπαιρναν μία μεγάλη ανάσα. Αγαλλίασης, κουράγιου.

 

Τουλάχιστον εγώ αυτό έκανα.

Η εύκολη απάντηση συνοψίζεται στο γεγονός ότι όλο αυτό που είδα εισέβαλε κάπως αγενώς σε δικές μου ανοιχτές υποθέσεις με την ψυχολογία και τα 'τσιράκια' της. Η δύσκολη απάντηση είναι ότι δεν περίμενα ότι θα συναντήσω αυτά τα 'καθαρματάκια' που σουλατσάρουν στο κεφάλι μου και μάλιστα, μέσα από ένα παιδικό.

Δεν περίμενα ότι επιτέλους, κάποιος στη μεγάλη οθόνη δεν θα υποβιβάσει την επιστήμη της ψυχολογίας σε επιστήμη της τρέλας, αλλά θα ασχοληθεί μαζί της όσο πιο παιδικά γίνεται. Όσο πιο κατανοητά γίνεται. Και όσο πιο ανθρώπινα.

 

Το Inside Out μου θύμισε πολύ εκείνο το παιδικό που έβλεπα κάθε μεσημέρι στην ΕΡΤ (δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομά του) που οπτικοποιούσε τη 'δουλειά' του οργανισμού μας. Όταν κρυώνει, όταν αρρωσταίνει, όταν τρώει. Το πόσο πήγαινα τη δουλειά των αμινοξέων δεν λέγεται ούτε το πόσο μισούσα τα λιπίδια. Μέχρι τώρα, εδώ μου κάθονται.

 

Κάπως έτσι, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ίσως έπρεπε να είναι πάλι παιδικό εκείνο που θα βγάλει το φίδι απο την τρύπα. Και ίσως τελικά, το “από μικρό και από τρελό, μαθαίνεις την αλήθεια” να ισχύει και στον κινηματογράφο. Ειδικά στην περίπτωση της ψυχολογίας, ταιριάζει γάντι. Όπως και το αντίστοιχο “κάλλιο αργά παρά ποτέ”. Ή το “χτύπα και άλλο θα το αντέξω”. Χωρίς ίχνος επιθυμίας να διακωμωδήσω την κατάσταση, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η 'καταραμένη' επιστήμη, δεν έχει περάσει και λίγα. Μόνο για να λέγεται Επιστήμη για παράδειγμα, χωρίς χλευασμούς και ειρωνείες χρειάστηκε χρόνια αν όχι αιώνες. Δεν αναφέρομαι μόνο στην αμφισβήτηση, την οποία αν μη τι άλλο κάθε νέα επιστήμη καλείται να νικήσει. Όχι.

Η μάχη της ψυχολογίας με την τρέλα έχει σχεδόν την ίδια μοίρα με το μεσανατολικό. Μοιάζει ατέρμονη, και είναι άδικη.

 

Δεύτερη παρένθεση: Στο γραφείο της το 'ντιβάνι' είναι ένας άβολος μπεζ καναπές. Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα ήταν η βιβλιοθήκη ακριβώς απέναντι. Στα ράφια της, φιλοξενούσε διάφορους 'pshycho' όπως η Alice Miller, ο Φροιντ, ο Φρομ, ο Μπουκάι. Μόλις τον εντόπισα της μίλησα γι αυτόν. Δεν την ήξερα. Την έβλεπα πρώτη φορά στη ζωή μου. Στα μάτια μου αντιπροσώπευε την τρίτη μου προσπάθεια να ξεκινήσω συνεδρίες. Οι προηγούμενες δύο, είχαν αποτύχει παταγωδώς. Δεν ήθελα, δεν ήμουν έτοιμη, δεν ξέρω. Πήρα τα ΦΥΛΛΑ ΠΟΡΕΙΑΣ ΙΙ στο χέρι και την πλησίασα. Της μίλησα για εκείνη τη φορά που συνάντησα τον Χόρχε Μπουκάι στα πλαίσια μίας συνέντευξης. Ήθελα να πω κάτι γενικό. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως για ασφάλεια. Με άφησε. Έκλεισα την ιστορία μου με ατάκα του: “Δεν υπάρχουν περιπτώσεις που δεν αναλαμβάνω. Αν κάποιος έρθει  σε μένα, σημαίνει ότι ξέρει γιατί ήρθε. Άρα σημαίνει ότι μπορώ να τον βοηθήσω”. Μου έτεινε να καθίσω και με ρώτησε: “Αλήθεια, εσύ γιατί είσαι εδώ;

 

Στα πρώτα της βήματα, η ψυχολογία θεωρείτο από τους περισσότερους, ανύπαρκτη. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες Επιστημόνων και Ιατρών να εξηγήσουν την ύπαρξή της, ο κόσμος την έκλεινε σε έναν ζουρλομανδύα και με ένα μαξιλάρι στο στόμα προσπαθούσε να τη σκάσει. Να την αφανίσει. Όταν πέρασαν τα χρόνια της 'χολέρας' και είδαν και απόειδαν ότι έτσι δεν μπορούν να την ξεφορτωθούν άρχισαν να της δίνουν δόξα και τιμές μόδας.

Υπάρχει κάτι χειρότερο να κάνεις σε μία επιστήμη από το να την παρουσιάσεις απαραίτητη για όσους θέλουν να θεωρούνται προχωρημένοι;

 

Υποβιβάστηκε σε μία αμερικανιά που όλοι ήθελαν να ακολουθήσουν για να είναι in. Φυσικά, μεταξύ αυτών υπήρχαν και εκείνοι που είχαν πραγματικά καλό σκοπό και το κυριότερο, στόχο. Αλλά ας μην γελιόμαστε ήταν ελάχιστοι. Η περίοδος του ΄90 μεταξύ άλλων μπορεί να χαρακτηριστεί και ως η δεκαετία του ψυχολόγου. Ταμπέλες ιατρείων ξεφύτρωναν από παντού σαν μανιτάρια. Στην τηλεόραση, τον κινηματογράφο, υπήρχε τουλάχιστον μία σκηνή με τον πρωταγωνιστή ή την πρωταγωνίστρια στον ψυχολόγο. Μερικές, τον ερωτεύονταν κιόλας γιατί ήταν πιο juicy.

Τόσες διαφορετικές σκηνές, με τόσο ίδιο νόημα. Οι πρωταγωνιστές βρίσκονταν στο ντιβάνι είτε επειδή κάποιος φίλος εντός ταινίας τους το πρότεινε ως “καλά, δεν έχεις πάει ακόμα;” είτε επειδή ήταν στο τελευταίο στάδιο της τρέλας.

Παρεμπιπτόντως, ελάχιστες φορές στην τελευταία περίπτωση, βλέπαμε να αναλαμβάνει κάποιος ψυχίατρος. Εκεί, εμμονή στον MVP της δεκαετίας. Ψυχολόγος μόνο.

Παρένθεση Τρίτη: Το κουδούνι γράφει 'γραφείο ψυχολόγων'. Όχι ιατρείο. Δεν είμαι άρρωστη. Κανείς από όλους αυτούς που πηγαίνουν εκεί δεν είναι. Δεν ξέρω ούτε ποιοι ούτε πόσοι είναι. Αν δεν μου είχε αναφέρει εκείνη τη φορά ότι της τελείωσε το πράσινο τσάι το πρωί, θα πίστευα ότι δεν υπάρχουν καν. Ότι είμαι η μόνη που πηγαίνω. Της το είπα και γέλασε. “Σε νοιάζει;” Η αλήθεια είναι ότι δεν με ένοιαζε. Καθόλου. Ίσως απλώς να είχα μία μικρή απορία που ντράπηκα να της την πω. “Άραγε όλοι αυτοί, όσοι είναι, να λένε στους φίλους τους ότι έρχονται εδώ;

Το μεγάλο κραχ των Χρηματιστηρίων το 99, είχε και ένα καλό. Κατάπιε τη μόδα των ψυχολόγων. Όλοι ασχολούνταν με τα χρήματα που έχασαν. Λες και τα είχαν ποτέ, αλλά τέλος πάντων. Η ανάγκη της ψυχοθεραπείας ώστε να υποστηρίξουν τη μόδα τους πέρασε  πιο γρήγορα και από τις καμπάνες παντελόνια. Ευτυχώς. Και τώρα μπορώ να μοιραστώ μαζί σου ένα απίστευτα οξύμωρο γεγονός;

Παρότι η θλίψη και η απόγνωση καταλάμβαναν μεθοδικά το μυαλό των περισσότερων της εποχής, κανείς τους δεν ζήτησε βοήθεια.

 

Όταν η μόδα πήρε τα μπογαλάκια της και μας άφησε να τη θυμόμαστε, η ντροπή ήταν η πρώτη που επέστρεψε και προσπάθησε να κερδίσει το χαμένο έδαφος. Εκείνα τα χρόνια ακούστηκε πολύ το “καλά, τρελός είσαι; Γιατί να πας σε ψυχολόγο;” και το “έμαθα ότι η τάδε, πάει σε ψυχολόγο. Την καημένη”.

 

Παρένθεση Τέταρτη: Όταν αρχίσαμε πλέον να γνωριζόμαστε με τη Μαρία (δηλαδή αυτή να με γνωρίζει και εγώ να της μιλάω σαν να τη γνωρίζω) της εξήγησα ότι ποτέ μου δεν πήρα με καλό μάτι τους συναδέλφους της. Από τη μία θεωρούσα ότι όλα μπορούμε να τα κάνουμε μόνοι μας και άρα, πρόκειται για μία περιττή πολυτέλεια και από την άλλη, το να πηγαίνεις σε έναν ψυχολόγο είναι σαν να αποδέχεσαι ότι δεν έχεις φίλους να μιλήσεις. Δεν απάντησε εκείνη, συνέχισα εγώ. Έκανα λάθος και στα δύο.

Η ψυχολόγος δεν επιτρέπεται ποτέ να γίνει φίλη σου και αν μπορούσαμε να τα κάνουμε όλα μόνοι μας, τότε γιατί δεν ζούμε και μόνοι μας;

 

Φτάνω στο σήμερα, με μία κάποια πικρία που δεν μπορώ να πω ότι ξεπεράστηκαν όλα τα εμπόδια και ότι όλοι εμείς που βλέπουμε την Ψυχολογία ως Επιστήμη δεν κινδυνεύουμε κάπου κάποιος σε κάποια παρέα να γελάσει μαζί μας. Μπροστά ή πίσω μας.

Φτάνω στο σήμερα με μία κάποια στεναχώρια που γνωρίζω ανθρώπους που μπορεί να πηγαίνουν σε ένα ραντεβού μετά από ψυχολόγο και να λένε ότι ήταν στο γραφείο ή στον οδοντίατρο.

 

Παρένθεση Πέμπτη: Καθισμένη με την πλάτη στα εξίσου άβολα μαξιλάρια του καναπέ, της είπα πόσο ήθελα να γίνω ψυχολόγος όταν ήμουν μικρή. Και πόσο κατάλαβα με τα χρόνια, ότι μάλλον, καλώς δεν έγινα. Με ρώτησε φυσικά γιατί και της απάντησα ότι δεν έχω την υπομονή να αφήσω τον άλλο να βρει μόνος του το λάθος ή το σωστό του. Ήταν η πρώτη φορά που θυμάμαι να με διέκοψε: “Δεν έχεις την εκπαίδευση, γι αυτό. Σαν φίλη, θέλεις να βοηθήσεις τον άλλο να το ξεπεράσει. Σαν γιατρός θέλεις να βοηθήσεις τον άλλο να το δει”.

Φτάνω στο σήμερα με τη μεγάλη πλέον ανάγκη να βγάλω τις παρενθέσεις. Τόσο από μένα όσο και από σένα. Γιατί ειλικρινά δεν βρίσκω κανέναν απολύτως λόγο να υπάρχουν. Αυτός που πηγαίνει, όχι απλώς δεν θα έπρεπε να ντρέπεται να πει για τις συνεδρίες του με έναν ψυχολόγο, αλλά θα έπρεπε να νιώθει περήφανος που τις έχει. Πόσοι άνθρωποι πιστεύεις ότι θέλουν σήμερα να μπουν στη διαδικασία αναζήτησης του εαυτού τους; Πόσοι από αυτούς πιστεύεις ότι θα αντέξουν τις απανωτές σφαλιάρες ότι δεν είναι αυτό που τους κανάκευε η μητέρα ή ο πατέρας τους;

Πόσοι από αυτούς πιστεύεις ότι πάνω σε έναν άβολο καναπέ θα καταφέρουν να συστηθούν με εκείνον τον τύπο που παρότι άγνωστος, τελικά, δεν είναι και τόσο άσχημος τελικά;

Υ.Γ.: Ίσως δεν είσαι ακόμα έτοιμος να πας και ίσως να μην είσαι ποτέ. Σε καμία περίπτωση αυτό δεν σε καθιστά δυνατότερο από εκείνον που πηγαίνει ή σου δίνει το δικαίωμα να τον χλευάζεις ή να τον προσβάλλεις. Είστε απλώς, διαφορετικοί. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

 
Share
Follow
comments powered by Disqus
PROMO
Social Man
Newsletter

Το ΟΝΕΜΑΝ επιλέγει και σου στέλνει τα καλύτερα θέματα στο email σου.