ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Στο κατάρτι μια Μεγάλης Ομορφιάς…

Ο Αντώνης Καρπετόπουλος βάζει στο πάτωμα το παζλ από τις ψηφίδες του 'Grande Bellezza' του Πάολο Σορεντίνο και γράφει για τον ωκεανό από εικόνες, στον οποίο αφέθηκε.

Ήθελα μέρες τώρα να γράψω για την «Grande Bellezza», τελευταία ταινία του εμπνευσμένου όσο και άνισου Πάολο Σορεντίνο, που είναι ο πιο ενδιαφέρων Ιταλός δημιουργός από τη στιγμή που το Νάνι Μορέτι τον κέρδισε η πολιτική και τον εγκατέλειψε η δημιουργικότητα. Ήθελα να το κάνω, αλλά δεν έβρισκα τις λέξεις και συγχωρέστε μου και τώρα την αμηχανία, καθώς ό,τι γράφω δεν αρκεί. Η αδυναμία της περιγραφής και των εξηγήσεων οφείλεται, όχι τόσο στη δική μου δυσκολία με τις λέξεις, (πρόβλημα υπαρκτό που προσπαθώ να ξεπεράσω), όσο στην ίδια την υφή της ταινίας, που είναι ένας ωκεανός από εικόνες, που λειτουργούν συνήθως ως εξομολογήσεις μιας αυτοκριτικής αποτυχίας.

 

Η ιστορία(;) της ταινίας βασίζεται στην αδυναμία ενός συγγραφέα να βρει έμπνευση. Η έμπνευση του Τζεπ Γκαρμπαρντέλα, (ρόλος ζωής για τον Τόνι Σερβίλο, που μας έχει δώσει ήδη στο Il Divo ένα υπέροχο Τζούλιο Αντρεότι), εξαντλείται στη δικαιολόγηση της αδυναμίας του: ο κυνικός Τζεπ, συνδυασμός διάφορων φελινικών ηρώων, περιπλανιέται σε μια εκδοχή της Ρώμης του σήμερα, χρεώνοντας στην Αιώνια Πόλη τη δική του ανικανότητα.

 

Η ταινία αρχίζει με μια φράση του Λουίς Φερδινάρδου Σελίν, που δεν είχε την καλύτερη σχέση με τους ανθρώπους: στο γραμμένο τη δεκαετία του 30, «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας», γράφει ότι «το ταξίδι μας είναι φανταστικό κι αυτή είναι και η δύναμη του» και προσθέτει ότι «η παραίσθηση είναι μια ευκαιρία για να ζήσεις». Αυτά τα δυο δεδομένα ορίζουν την ταινία του Σορεντίνο: αν απαιτείς ειρμό, αληθοφάνεια, σενάριο με την έννοια μιας κεντρικής ιστορίας που διακλαδώνεται, σηκώνεσαι και φεύγεις.

 

Ο Σορεντίνο μιλά για το τέλος της έμπνευσης παραθέτοντας εμπνευσμένες εικόνες και η Ρώμη με την κλασσική της επιβλητικότητα γίνεται το σκηνικό του. Το πρώτο πλάνο της ταινίας ολοκληρώνεται με ένα Γιαπωνέζο (ή Κινέζο;) τουρίστα που παθαίνει καρδιακή προσβολή (;), ενώ μια χορωδία κάνει πρόβα με φόντο την πόλη. Σε κάποια στιγμή της ταινίας λέγεται ότι «οι μόνοι κάτοικοι της πόλης είναι οι τουρίστες της» κι ο Σορεντίνο έχει φροντίσει εξ αρχής να δείξει το συμβολικό τους θάνατο: η Ρώμη του είναι άδεια από κατοίκους, ακόμα και από τουρίστες, και γεμάτη από φαντάσματα.

 

Η δεύτερη σκηνή είναι ένα πάρτι γεμάτο κουρασμένους μεσήλικες: οι νέοι είναι επαγγελματίες, σερβιτόροι, ντι τζέι, χορεύτριες ή βίζιτες – δεν υπάρχει μέλλον και μόνο η νοσταλγία βοηθά κάποιες αντιστάσεις. Ακούγεται μια διασκευή ενός σουξέ της Ραφαέλα Καρά, ενώ το μπαρόκ σκηνικό γεμίζει από ασχήμια: ο Τζεπ αναδύεται μέσα από αυτή την καρνιβαλίστικη μεγαλοαστική ματαιοδοξία για να μας ξεναγήσει στο τίποτα.

 

Ο Σορεντίνο δεν κινηματογραφεί τη Ρώμη, όπως έκανε ο Φελίνι στο Roma  – προφανώς διεκδικεί την κληρονομιά της Dolce Vita, μόνο που εκεί υπήρχε ομορφιά, ενώ εδώ υπάρχει παρακμή. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί επιλεκτικά τις γωνιές της Αιώνιας Πόλης – είναι σαν να γύριζε μια ταινία για την Αθήνα και να περιόριζε τις λήψεις του στην Πλάκα και την Κηφισιά με μια μικρή δόση από πλατεία Κολωνακίου: η Ρώμη είναι πιο σύνθετη από αυτό που μας παρουσιάζει. Όμως ο τρόπος που τη χρησιμοποιεί εξυπηρετεί απόλυτα το σκοπό του – οι πρωταγωνιστές του σχεδόν την βεβηλώνουν, είτε με την αδυναμία τους να τη χαρούν, είτε με την πρόστυχη συμπεριφορά τους, σίγουρα δεν την αξίζουν. Ο Σορεντίνο βάζει μπροστά το μίξερ της διάλυσης και δεν αφήνει τίποτα όρθιο.

 

Οι συγγραφείς, ακόμα κι αν λέγονται Προυστ, Ντοστογιέφσκι, Σελίν οδηγούν στην τρέλα. Η νεότητα είναι κατάρα. Η πολιτική στράτευση είναι εργαλείο ανέλιξης για τους ασήμαντους. Οι καλλιτέχνες είναι απατεώνες. Η φιλοδοξία δεν δίνει δύναμη, απλά επιτείνει τον κατήφορο. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για έρωτες, μετράνε μόνο εκείνοι που δεν κατάλαβες. Η ομορφιά ενός γυναικείου κορμιού δεν σώνει την ψυχή μιας σεξοβόμβας, όπως ήταν στα νιάτα της η Σαμπρίνα Φερίλι – ίσως μάλιστα να την καταστρέφει ευκολότερα. Η θρησκεία δεν δίνει απαντήσεις και οι άγιοι δεν κάνουν θαύματα – απλά δεν μιλούν. Ακόμα και το ύστατο αντίο, δηλαδή μια κηδεία, αντιμετωπίζεται ως θεατρική παράσταση. Το καλό γούστο ανήκει στους γκάγκστερ και αν υπάρχει ένας ιεροτελεστής αυτός είναι ο πλαστικός χειρουργός.

 

Η δε μοντέρνα Τέχνη, όχι απλά δεν έχει καμία αλήθεια, αλλά είναι ανυπόφορη και γυμνή – προορισμένη για μια ασήμαντη αγέλη, που δεν συμπονεί ούτε ένα παιδί που κλαίει. Δεν υπάρχει παρελθόν αριστοκρατικό – ό,τι έχει απομείνει εκπορνεύεται. Και δεν υπάρχει και μέλλον, γιατί η έμπνευση έχει πεθάνει.

Είναι όλα αυτά η ταινία; Πολύ φοβάμαι πως όχι. Είναι απλώς η δική μου ανάγνωση. Το αληθινά εντυπωσιακό στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι η Grande Bellezza είναι ένα παζλ από ψηφίδες που τις βάζεις όπως θες. Κάθε μια από αυτές είναι όμορφη, μπορείς να τις αφήσεις στο πάτωμα και να τις κοιτάς, ή να τις βάλεις τη μια δίπλα στην άλλη για να δεις το δικό σου κάδρο, που είναι μυστηριωδώς διαφορετικό από αυτό του διπλανού σου.

 

Ο Σορεντίνο κατέφυγε ακόμα και στην αποδόμηση των ηθοποιών του: η Φερίλι και ο Βερντόνε σε σημαντικούς δεύτερους ρόλους, υποδύονται χαρακτήρες αντίθετους με την προηγούμενη διαδρομή τους – είναι στον πρώτο τους ρόλο.

Το είδα μόνος και αυτό σας συμβουλεύω. Αν θέλετε να το δείτε μην παίρνετε κανένα μαζί: δεθείτε στο κατάρτι. Αλλά προσοχή, δεν είναι εύκολο. Η συνειδητοποίηση ότι η Μεγάλη Ομορφιά ίσως πέρασε από τα μάτια σας μόνο στα 18 σας χρόνια, ίσως χαλάσει το βράδυ σας. Αν η παραίσθηση επιτρέπει να ζεις δίνοντας περιεχόμενο στη ζωή, ο καθένας μας έχει δικαίωμα στις ψευδαισθήσεις του…