<img height="1" width="1" style="display:none" src="//www.facebook.com/tr?id=625554890944361&ev=PageView&noscript=1" />

Το Lady Bird δεν είναι νοσταλγία, είναι η ζωή

Είδαμε και σχολιάζουμε τις ταινίες που έκαναν πρεμιέρα στις αίθουσες την 1η Μαρτίου.

Κάθε εβδομάδα στο PopCode, θα μοιραζόμαστε μαζί σου τη γνώμη μας για τις φρέσκιες ταινίες που σε περιμένουν στις αίθουσες.

Έχουμε και λέμε:

Lady Bird

Σκηνοθετεί: Γκρέτα Γκέργουιγκ

Παίζουν: Σίρσα Ρόναν, Λόρι Μέτκαλφ, Τρέισι Λετς, Τίμοθι Σαλαμέ

Η Κριστίν, δηλαδή η Lady Bird (το όνομα το έχει δώσει η ίδια στον εαυτό της), είναι στο τελευταίο έτος του σχολείου. Μεγαλώνει στο Σακραμέντο το 2002 αλλά θέλει να αποδράσει και να σπουδάσει στη Νέα Υόρκη, έχοντας παράλληλα να διαχειριστεί μια περίπλοκη σχέση μίσους και αγάπης με τη μητέρα της, όσο και εφηβικούς έρωτες, όνειρα, ελπίδες και φόβους. Όπως κι όλοι μας, εξάλλου.

Αυτό δεν είναι νοσταλγία. Είναι η ζωή.

Η ταινία ενηλικίωσης της Γκέργουιγκ πατά κάθε πιθανή γνώριμη στροφή της πιο περπατημένης διαδρομής του αμερικάνικου σινεμά: Άτομο γεμάτο ευαισθησίες στα όρια των 18 μεγαλώνει αποζητώντας με δίψα κάτι περισσότερο. Αληθεύει άραγε πως κάθε ιστορία έχει ήδη ειπωθεί; Ίσως. Αλλά η αλήθεια σε ιστορίες σαν της Lady Bird -οφείλουν να- έχουν πάντα θέση σε ό,τι λογίζουμε ως κυρίαρχη κινηματογραφική αφήγηση. Η έφηβη, που υποδύεται με περισσή ανθρωπιά η Σίρσα Ρόναν (στην 3η της υποψηφιότητα Όσκαρ προτού κλείσει τα 24), βρίσκεται σε μια διαρκή σύγκρουση με το περιβάλλον της, είτε μιλάμε για την οικογένειά της, είτε για τον τόπο της. Μεγαλώνει στο Σακραμέντο, δηλαδή μακριά από τη Νέα Υόρκη όπου “συμβαίνουν πράγματα”, και ως μικρή κόρη μιας φτωχής οικογένειας της εργατικής τάξης που ζει “στη λάθος πλευρά των γραμμών του τρένου”.

Σε αυτές τις ιστορίες ενηλικίωσης πάντα η αδιέξοδη ταξικότητα μοιάζει με χαριτωμένο εμπόδιο που οι ήρωες απλώς υπερπηδούν ώστε να αγγίξουν μια κάποια πλήρωση. Εδώ, η Lady Bird κοιτάζει τα σπίτια-παλάτια των συμμαθητών της με ματιά ενοχική, οριακά φετιχιστική. Η μητέρα της, μια συνταρακτικά ανθρώπινη Λόρι Μέτκαλφ (του τηλεοπτικού «Ροζάν») σε μια από τις ερμηνείες της χρονιάς, συνεχώς της απαγορεύει πράγματα, θέλοντας να την προστατέψει από μια ζωή που μάλλον δε μπορεί να ζήσει. Οι δυο τους, σε έναν διαρκή πόλεμο με τη μία να βρίσκεται πάντα στο κέντρο του κόσμου της άλλης. Όχι μίσος, όχι αγάπη, όχι εξάντληση, όχι εξάρτηση, μα κάτι ανάμεσα σε όλα, κάτι λίγο από όλα. Έχει αποδοθεί ξανά στο μοντέρνο αμερικάνικο σινεμά με εξίσου μεστό τρόπο μια σχέση μάνας-κόρης που (από τη φύση της) δε χωρά σε λόγια;

Η Γκέργουιγκ, μια από τις εξέχουσες προσωπικότητες του παντελώς ανεξάρτητου και αυτοσχεδιαστικού mumblecore αμερικάνικου σινεμά των ‘00s (που λέγοντας με φρέσκο, ευθύ τρόπο πράγματα που πάντοτε γνωρίζαμε γέννησε δημιουργούς σαν τον Μπάρι Τζένκινς του «Moonlight» και τα αδέρφια Σάφντι του «Good Time»), κάθεται στην καρέκλα της σκηνοθέτιδας για πρώτη φορά μα μοιάζοντας να ανήκει σε αυτήν καιρό τώρα. Καδράρει την ηρωίδα της δίπλα σε κάθε άλλο συμπρωταγωνιστή της ζωής της· απέναντι σε διαφορετικούς ανθρώπους, αντικατοπτρίζεται πάντα κάποια άλλη εκδοχή του εαυτού της. «Κι αν αυτή είναι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου;», αναρωτιέται σε μια από τις πιο ξεχωριστές στιγμές του φιλμ. Η σιγουριά και η ακρίβεια με την οποία καθοδηγεί η Γκέργουιγκ (υποψήφια για Όσκαρ Σκηνοθεσίας) το έργο της αντιστοιχεί σε δημιουργό όχι στην πρώτη, μα στην δέκατη ταινία της. Με τη συνδρομή του εκπληκτικού μοντέρ της Νικ Χούι («Billions»), συνθέτει μια ακολουθία ρυθμικά ασύμμετρων σεκάνς όπου η μία διαχέεται μες στην άλλη με την χάρη (ή, βασικά, με την άτσαλη υφή) μιας ανάμνησης. Κάθε κλισέ στάση της coming of age διαδρομής (αγόρια, φιλίες, αντιπαλότητες) μοιάζει με αναπόφευκτο κομματάκι του να προχωράς και να μαθαίνεις. Η Γκέργουιγκ τοποθετεί την ιστορία στο παρελθόν όχι για να προσφέρει τσάμπα νοσταλγία (αν και κομμάτια των Αλάνις Μορισέτ και Τζάστιν Τίμπερλεϊκ συνθέτουν το ηχητικό ανθολόγιο της εποχής, επειδή άνθρωποι είμαστε και κάποτε, κάτι συγκεκριμένο ζήσαμε) αλλά ώστε επιστρέφοντας στην στιγμή και τον τόπο της ενηλικίωσης, να μπορέσει να μιλήσει για το πώς γυρνώντας εκεί από όπου προήλθες, τα πάντα αποκτούν μια νέα οξύτητα. Οι παλιές σου διαδρομές μοιάζουν πιο εύκολες, πιο προσβάσιμες. Οι παλιές σου αγωνίες μοιάζουν λίγο πιο εύκολες, λίγο πιο γλυκές.

Ζούμε σε μια εποχή όπου τα πάντα διαρκώς επιστρέφουν, όπου η νοσταλγία προσφέρεται ως το πιο εύκολο placebo σε ένα κοινό διψασμένο για αναγνωρίσιμες ιδέες. Το «Lady Bird» είναι κάτι απλό μα ταυτόχρονα απαραίτητο: Όχι εργοστασιακά πακεταρισμένη νοσταλγία δίχως προσωπικότητα, αλλά ένας γλυκόπικρος στοχασμός πάνω στο πώς η ανάμνηση έρχεται σε αιχμηρή εστίαση όταν κοιτάζουμε ξανά όλα αυτά που μας σχημάτισαν. Μια ταινία-ανάγκη για έφηβες και έφηβους, για μητέρες και πατεράδες, και για όσες και όσους ζουν κάπου στο ενδιάμεσο. Και θέλησαν, κάποτε, κάτι μακρινό.

Η Γέννηση Ενός Ηγέτη (The Childhood of a Leader)

Σκηνοθετεί: Μπρέιντι Κόρμπετ

Παίζουν: Ρόμπερτ Πάτινσον, Μπερενίς Μπεζό, Λίαμ Κάνινγκχαμ

Στο Παρίσι των αρχών του 20ου αιώνα ο μικρός Πρέσκοτ μεγαλώνει ενώ ο πατέρας του δουλεύει υπέρ της -μελλοντικής- συνθήκης των Βερσαλιών. Με επιρροές από Χάνεκε και Τρίερ που δεν επιχειρεί καν να κρύψει, ο Κόρμπετ σκηνοθετεί το άκρως ενδιαφέρον ντεμπούτο του πάνω στο πώς γεννάται κι αναθρέφεται ο φασισμός (ή, ας πούμε, ένας Ντόναλντ Τραμπ) μέσα από μια ιστορία τριών πράξεων και ισάριθμων ξεσπασμάτων του ανήλικου τυράννου. Η  σκηνοθετική ένταση (μέσα από εικόνες και ήχους) μοιάζει δανεισμένη κι επιτηδευμένη όμως μέσα από την κυρίως αφαιρετική και κατά τόπους υστερική προσέγγιση του Κόρμπετ επιτυγχάνει σοκ και αίσθηση, σε ένα γνώριμο μα και καίριο είδος πολιτικοκοινωνικού σινεμά εποχής. (Η ταινία διανέμεται, έξυπνα, μόνο σε μεταμεσονύκτιες προβολές στο σινεμά Άστορ.)

Σπόρος (Grain)

Σκηνοθετεί: Σεμίχ Καπλάνογλου

Παίζουν: Ζαν Μαρκ Μπαρ

Σε ένα ακαθόριστο κοντινό μέλλον η ελίτ κυβερνά τις πόλεις και τις αγροτικές ζώνες καθώς η βιωσιμότητα του κόσμου απειλείται. Ένας καθηγητής γενετικής κι ένας επιστήμονας αναζητούν τον φρέσκο σπόρο στη Νεκρή Γη. Εμπνευσμένος από το Κοράνι, ο Τούρκος δημιουργός της εξαιρετικής τριλογίας του Γιουσούφ (από την οποία και το αριστούργημά του, «Μέλι») επιχειρεί να χαράξει μια πορεία επιστροφής του ανθρώπου πίσω στο χώμα και στη γη σε ένα έργο με ενδιαφέρουσες οπτικές ιδέες όσο και αναφορές, αγγίζοντας ζητήματα σαν το προσφυγικό και το οικολογικό. Όμως καθώς αφήνει πίσω την καταγραφή της καθημερινότητας παραδίδεται πλήρως στον συμβολισμό, και μάλιστα με έναν τρόπο που προσδίδει στο φιλμ μια μονολιθική διάσταση που δεν του ταιριάζει.

Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα

Σκηνοθετεί: Ρομπέρ Γκεντιγκιάν

Παίζουν: Αριάν Ασκαρίντ, Ζαν-Πιέρ Νταρουσέν

Τα τρία παιδιά ενός ηλικιωμένου άντρα έρχονται στο πλευρό του στη βίλα του σε μια ακτή της Μασσαλίας, καθώς πλησιάζει τις τελευταίες του μέρες. Γαλλικό οικογενειακό δράμα βασισμένο εξίσου στο διάλογο και την ηλιόλουστη εικόνα, που ακολουθεί τις ηθικές γραμμές των ηρώων του απέναντι στις αντιξοότητες, καθώς η ανθρωπιά τους αναδύεται παράλληλα με τις ιδέες και τους προβληματισμούς τους. Όχι κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό, ωστόσο χτίζει προς μια δυνατή τελευταία πράξη όταν μια απρόσμενη άφιξη θα αποτελέσει εφαλτήριο δοκιμασίας και αναθεώρησης.

Παίζεται ακόμα

Το «Κόκκινο Σπουργίτι» (Red Sparrow), κατασκοπική περιπέτεια με τη Τζένιφερ Λόρενς στο ρόλο μιας ρωσίδας μπαλαρίνας που στρατολογείται εναντίον ενός πράκτορα της CIA σε αποστολή που απειλεί τη σταθερότητα των δύο εθνών.

|Η ποπ κουλτούρα μέσα από εικόνες| Ακολούθησε το Ιnstagram account του Popcode.

TAGS
REVIEWS
ADVERTISING
  • ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • top stories
  • BEST OF NETWORK

ΣΙΝΕΜΑ