REVIEWS

Το ‘The Conjuring 2’ θα γίνει το καλύτερο δίωρο της εβδομάδας σου

Το sequel του ‘The Conjuring’ δεν είναι ακριβώς δριμύτερο από τον προκάτοχο, αλλά παραμένει από τα καλύτερα του είδους που μπορείς ποτέ να δεις.

Τρεις φορές είχα δει το ‘The Conjuring’ το 2013. Για άτομο που συνήθιζε κάποτε να βλέπει θρίλερ για να γελάσει, το έλεγες και κοσμοϊστορικό το γεγονός.

Παρά την εμπιστοσύνη που έχω κι εγώ και ο περισσότερος κόσμος στον James Wan όμως, τον σκηνοθέτη που μας έδωσε την ορίτζιναλ ταινία, το ‘Insidious’, τα ‘Saw’ και πιο πρόσφατα το συμπαθέστατο ‘Furious 7’, με τα sequel κρατάω γενικώς μετριοπαθή στάση και όχι άδικα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση βέβαια, με έλεγες περισσότερο συγκρατημένα αισιόδοξη. Ευτυχώς η αισιοδοξία μου έπιασε τόπο από την πρώτη κιόλας σκηνή.

Το σενάριο του πρώτου ‘Conjuring’, με την αναφορά που είχε κάνει στο Amityville ως γεγονός που έμαθε το ghostbuster-ικό ζεύγος Warren κατά τη διάρκεια της ταινίας, μας είχε τάξει κατά κάποιον τρόπο μία επίσκεψη στο σπίτι των φόνων που απασχόλησε την Αμερική στα μέσα της δεκαετίας του ‘70. Όχι απλώς γιατί αναφέρθηκε, αλλά επειδή απ’ όλες τις αναφορές που έκανε η ταινία σε άλλα θρίλερ – ‘The Amityville Horror’ του ‘79 στη συγκεκριμένη περίπτωση – αυτή ήταν μία υπόθεση που είχε εξετάσει το πραγματικό ζευγάρι Warren στη διάρκεια της καριέρας τους.

Χωρίς να χάνει χρόνο η ταινία λοιπόν, εκεί βρίσκουμε τον Ed (Patrick Wilson) και τη Lorraine (Vera Farmiga) στην πρώτη, ατμοσφαιρική σκηνή που προανέφερα, αλλά δε μένουν εκεί για πολύ. Μένουν τόσο όσο χρειάστηκε για να κοψοχολιαστεί η αλαφροΐσκιωτη Lorraine, πριν αποφασίσει ότι δε θέλει να περάσει την ίδια εμπειρία ποτέ ξανά. Αν το έβαζε κάτω δε θα είχαμε ταινία όμως, οπότε εφτά χρόνια μετά το Amityville, ο δικός της δρόμος και του Ed τους φέρνει στο Λονδίνο υπό τους ήχους του London Calling των Clash.

Επειδή μίλησα όμως για τον χρόνο που δε χάθηκε πριν να μπούμε στο ψητό, πρέπει οπωσδήποτε να αναφερθεί ότι μεταξύ της πρώτης σκηνής και της άφιξης των Warren στο Λονδίνο μεσολαβεί μία ώρα τουλάχιστον. Ο χρόνος αυτός χρησιμοποιείται από τον Wan για να κάνει αυτό που ξέρει πολύ καλά, να μας βάζει δηλαδή στην καθημερινότητα της νέας οικογένειας που θα μας απασχολήσει, ώστε να μας ενδιαφέρει η επιβίωσή τους όταν θα τους χτυπήσει την πόρτα η συμφορά. Τα θρίλερ που χρησιμοποιούν τους χαρακτήρες σαν αναλώσιμα προϊόντα προς τέρψιν των αιμοδιψών θεατών έχουν κι αυτά τη θέση τους, αλλά ο Wan δεν ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο. Απόδειξη είναι η καλύτερη σκηνή της ταινίας που δεν περιέχει ουρλιαχτά και αυθόρμητα πετάγματα, αλλά ένα τραγούδι του Elvis. Η δύναμή του αυτή λοιπόν, φαίνεται εδώ πιο πολύ από ποτέ άλλοτε, απλά ένα ευεργετικό δεκάλεπτο θα μπορούσαμε να το είχαμε γλιτώσει μέσα στο πολύ περίμενε.

Το καλό πράγμα αργεί να γίνει όμως, οπότε όταν οι Warren βρίσκονται πια στο σπίτι της οικογένειας Hodgson, δεν έχουμε μόνο περάσει ποιοτικό χρόνο με το πρωταγωνιστικό ζευγάρι ενισχύοντας έτσι τη σημασία του love story τους στην ιστορία, αλλά έχουμε δεθεί ήδη και με τους καινούριους χαρακτήρες της ταινίας. Οι Hodgson αποτελούνται από τη χωρισμένη μητέρα Peggy και τα τέσσερα παιδιά της, ένα εκ των οποίων μας απασχολεί από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Η μικρή Janet μαθαίνουμε ότι περνάει δύσκολα απ’ όταν έφυγε ο πατέρας της οικογένειας, αλλά αν εξαιρέσεις το περιστατικό μ’ ένα τσιγάρο που κράτησε στα χέρια για να φανεί κουλ στην κολλητή της, είναι ένα παιδί σαν όλα τ’ άλλα – με την εξαίρεση ότι την υποδύεται το αστεράκι ονόματι Madison Wolfe. Σημειώστε κάπου το όνομά της για να λέτε ότι την ξέρατε πριν πάρει κάνα Όσκαρ, κάνα BAFTA, κάνα Tony, ότι πάρει τελοσπάντων σε καμιά εικοσαριά χρόνια.

Η Janet έχει έναν αυτοσχέδιο ouija board λοιπόν, από αυτούς που ήθελες να έχεις κι εσύ μετά τη δέκατη αμερικανιά που έδειχνε τον κόσμο να κάνει ερωτήσεις σε πνεύματα, αλλά όταν ο πίνακας δεν μπόρεσε να της πει πότε θα γυρίσει ο μπαμπάς της, τον καταχώνιασε κάτω από το κρεβάτι της. Λάθος κίνηση για θρίλερ που ακολουθεί στα βήματα του κλασικού τρόμου. Πόσο μάλλον για μία ιστορία που πατάει πάνω στην πραγματική υπόθεση του στοιχειωμένου Enfield House, με περιστατικά που απασχόλησαν τον βρετανικό Τύπο για παραπάνω από δύο χρόνια.

Όπως θα έκανε κάθε καλός, κρυμμένος ouija board λοιπόν, ο πίνακας ξυπνάει αυτό που θα έπρεπε να κοιμάται και αυτή που θα την πληρώσει πιο πολύ απ’ όλους τους υπόλοιπους, είναι η ευάλωτη Janet. Οι Warren θα φτάσουν τελικά για να βοηθήσουν, αλλά πρώτα θα πρέπει να την πιστέψουν. Οι αμφιβολίες που υπήρχαν γύρω από την πραγματική υπόθεση αφήνουν χώρο για πολύ ωραίες σκηνές μεταξύ της Farmiga, του Wilson και της μικρής Wolfe, κυρίως με θέμα τη διαφορετικότητα και την αποδοχή ή μη της κοινωνίας για όσους δε μοιάζουν σαν όλους τους άλλους. Πόσο εύκολο είναι να περάσει απαρατήρητος ένας άνθρωπος που ακούει φωνές και βλέπει φαντάσματα άλλωστε;

Εκτός από τη χαρισματική Wolfe, εννοείται πως όλα τα παραπάνω τα πουλάνε άψογα οι βασικοί πρωταγωνιστές. Έκανε πολλά χρόνια να την πάρει είδηση η βιομηχανία τη Farmiga, αλλά τώρα που την έχουμε μπορούμε να την κρατήσουμε για πάντα; Όσο για τον Wilson, μετά από τη θητεία του στα ‘Conjuring’ και τη δεύτερη σεζόν του ‘Fargo’, ξέρουμε πως έχει το καλό, μη βαρετό all-american παλικάρι στο τσεπάκι του. Η χημεία μεταξύ τους πείθει εύκολα κι εδώ έχουν πολύ περισσότερες ευκαιρίες να την επιδείξουν από την προηγούμενη φορά.

Ξέρω τι σκέφτεστε. Καλές οι οικογενειακές ιστορίες, καλό και το love story, αλλά καμιά τρίχα θα μας σηκωθεί; Απάντηση: Ω ναι.

Να πούμε εξαρχής ότι στιγμή σαν τη hide-and-clap σκηνή του πρώτου ‘Conjuring’ δεν υπάρχει. Ευτυχώς για τον Wan που δεν προσπαθεί και να την ανασκευάσει με κάποιον τρόπο. Αυτά άμα πας να τα επαναλάβεις, χάνουν την χάρη τους. Ας πούμε όμως τι έχει το μενού.

Έχει απίστευτο camerawork. Το τονίζω γιατί εκεί κρύβεται όλη η μαστοριά. Τα πλάνα ακολουθούν τους χαρακτήρες σε κάθε κίνησή τους κι έτσι σ΄ έχουν συνεχώς στην τσίτα γιατί διερευνάς τον χώρο μαζί τους. Όταν όμως παγώνουν στο ίδιο σημείο και λες τώρα, τώρα θα μου ‘ρθει, το ‘χω προβλέψει κι είμαι έτοιμος, μένουν τόση ώρα ακίνητα που αρχίζεις να εξαντλείσαι και πιάνεσαι στον ύπνο. Υπέροχα πράγματα, σας λέω.

Το παράπονό μου μιας που μιλάμε για τα jump scares είναι ένα κι είναι αρκετά μεγάλο. Υπάρχουν δύο σκηνές που γίνεται έντονη χρήση του CGI. Πολύ έντονη. Αναμενόμενα τα εφέ τη σήμερον ημέρα, αλλά το καλό με το πρώτο ‘Conjuring’ ήταν το πόσο γήινα έμοιαζαν όλα τους (κάπου εδώ κρύβεται ένα αστείο με το γήινος και τον Κάτω Κόσμο, αλλά δε μου ‘ρχεται). Φάνταζαν τόσο χειροπιαστά όσα συνέβαιναν στο στοιχειωμένο σπίτι, τόσο απογυμνωμένα από digital φανφάρες, που σε έβαζαν κατευθείαν μέσα στο περιβάλλον που έχτιζε η ιστορία. Εδώ μάλλον θα σε πετάξουν έξω από την ατμόσφαιρα. Ευτυχώς είναι μόνο δύο οι σκηνές όπως είπα και δεν είναι δυνατόν χαλάσουν όλη τη δουλειά της ταινίας.

Αν πρέπει να κρατήσεις κάτι είναι ότι το ‘The Conjuring 2’ μένει ένα βήμα πριν την αριστοτεχνία του πρώτου, αλλά μην μπεις στη διαδικασία να το σκεφτείς καν αυτό πριν μπεις στην αίθουσα.

*Το ‘Conjuring 2′ (‘Το Κάλεσμα 2’) κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 9 Ιουνίου από την Tanweer.