Νέες ταινίες: Το The Mandalorian and Grogu και η καλύτερη ελληνική ταινία της χρονιάς
Το Mandalorian and Grogu δεν ανανέωσε τον ενθουσιασμό μας για τα Star Wars, αλλά η Αρκουδότρυπα και άλλες ταινίες πάνε τα φαρμάκια κάτω.
- 21 ΜΑΙ 2026
Μπορεί το The Mandalorian and Grogu να μην κατάφερε να ανανεώσει τον ενθουσιασμό μας για τα Star Wars, οι υπόλοιπες ταινίες της εβδομάδας όμως είναι ευεργετικές ενέσεις μετά από το διάλειμμα μετριότητας των προηγούμενων ημερών.
Ακολουθεί ο σχολιασμός μας για τις ταινίες της εβδομάδας.
The Mandalorian and Grogu
Βαθμολογία: 40/100
Έχουν περάσει επτά χρόνια από το αδύναμο, συμβιβαστικό φινάλε της sequel τριλογίας με το Rise of Skywalker και τη μετέπειτα στροφή του franchise στη μικρή οθόνη — άλλοτε εξαιρετική όπως στο Andor, άλλοτε άχρωμη όπως στη μίνι σειρά Obi-Wan Kenobi. Θα περίμενε κανείς λοιπόν πως οποιαδήποτε επιστροφή στις κινηματογραφικές αίθουσες θα έπρεπε να μοιάζει με δήλωση. Ίσως και με κάτι τολμηρό.
Αντ’ αυτού, το The Mandalorian and Grogu ράβει απλώς πρόχειρα αυτό που ξεκάθαρα μοιάζει με τρία επεισόδια της αρχικά σχεδιασμένης τέταρτης σεζόν του The Mandalorian, θεωρώντας πως έκανε τη δουλειά του. Δεν υπάρχει ούτε ίχνος προσπάθειας εδώ. Ως ένα mid-season αφηγηματικό τόξο για τον χαρακτήρα που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «η αισθησιακή φωνή του Pedro Pascal μέσα σε έναν μεταλλικό κουβά» και τον μικροσκοπικό γιο του, ίσως να ήταν επαρκές, έστω και χωρίς έμπνευση. Ως υποτιθέμενο κινηματογραφικό event όμως, σε Imax κιόλας, και με τη Sigourney Weaver επιστρατευμένη για μερικές ατάκες, αυτή είναι ίσως η πιο ανιαρή και ασήμαντη ταινία Star Wars που έχει γυριστεί ποτέ.
Ήταν πάντοτε χαριτωμένο να βλέπουμε την παγωμένη καρδιά του Mando να λιώνει μπροστά σε έναν 60χρονο Yoda, όλη αυτή όμως η εξέλιξη του χαρακτήρα ανήκει πια οριστικά στο παρελθόν, και η ταινία δεν μπαίνει καν στον κόπο να ασχοληθεί με την Bo-Katan Kryze της Katee Sackhoff, την ηγέτιδα των Mandalorians, ούτε με κανέναν από τους υπόλοιπους ανθρώπους που η σειρά μάς έλεγε ξανά και ξανά ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου αυτού του χαρακτήρα.
Ίσως η ταινία να μπορούσε να αντισταθμίσει αυτή την έλλειψη σημασίας με μια λαχανιασμένη, παλιομοδίτικη διαστημική περιπέτεια. Μόνο που ο σκηνοθέτης Jon Favreau και οι συν-σεναριογράφοι του, Dave Filoni και Noah Kloor, έχουν μείνει τόσο καιρό δεμένοι στη μικρή οθόνη, που μοιάζουν να έχουν χάσει σχεδόν κάθε αίσθηση του πώς πρέπει να είναι ο κινηματογραφικός ρυθμός και η κινηματογραφική κλίμακα (ειρωνεία, καθώς η πρώτη σεζόν του Mandalorian ήταν από τις πιο κινηματογραφικές σειρές που έχουμε δει ποτέ στη μικρή οθόνη).
Η περιοχή Shakari για παράδειγμα, όπου περνούν χρόνο οι πρωταγωνιστές, είναι τόσο άψυχα κατασκευασμένη ως μια σχεδόν ένα-προς-ένα εκδοχή της Νέας Υόρκης, που ο πρώτος εξωγήινος που συναντούν, ένας τετράχειρας Ardennian ιδιοκτήτης ντελικατέσεν, έχει τη φωνή του Martin Scorsese.
Κι ενώ η πρώτη σεζόν του Mandalorian κατάφερε να μεταφράσει πολύ καλά τα tropes του western στο σύμπαν των Star Wars, το Mandalorian and Grogu φαίνεται, συγκριτικά, να βαριέται τις ίδιες του τις αναφορές στο γκανγκστερικό σινεμά. Και όσο κι αν ο μικρός Grogu, με τα χνουδωτά, τρεμουλιαστά αυτάκια του και το στρουμπουλό, χαμογελαστό του πρόσωπο, παραμένει ακαταμάχητος στην κλίμακα της γλυκύτητας, ο Favreau τον έχει περιορίσει εδώ περισσότερο σε αφηγηματικό κόλπο παρά σε χαρακτήρα.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Feelgood.
Αρκουδότρυπα
Βαθμολογία: 78/100
Η Αρκουδότρυπα των επτά βραβείων στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων και αυτό των Καλύτερων Πρωτοεμφανιζόμενων Σκηνοθετών για τη Χρυσιάννα Παπαδάκη και τον Στέργιο Ντινόπουλο που αναπτύσσουν εδώ την ομώνυμη ταινία μικρού μήκους τους σε μεγάλου, αλλά και του Α΄Γυναικείου ρόλου για τη Χαρά Κυριαζή που η ταινία ανακαλύπτει μαζί με την Πάμελα Οικονομάκη, είναι επιτέλους στις ελληνικές αίθουσες. Και ναι, είναι κομμένη και ραμμένη για την ελληνική καλοκαιρινή παράδοση των θερινών.
Το φιλμ ακολουθεί δύο νεαρές γυναίκες, κατοίκους της ελληνικής ορεινής επαρχίας, με μία ιδιότυπη φιλία που απειλείται από τη νέα ερωτική δυναμική μεταξύ τους, αλλά και μίας εγκυμοσύνης που φαίνεται ότι θα τις απομακρύνει συναισθηματικά αλλά και γεωγραφικά. Τα εμπόδιά τους είναι ορατά και αόρατα – η ασφυκτικά κλειστή τους κοινότητα που αντιμετωπίζει με καχυποψία οτιδήποτε αποκλίνει από το αποδεκτό, οι ανδρικές φιγούρες που ασκούν επιρροή ακόμη και μέσα από την απουσία τους, οι ταξικές ανισότητες που διαφαίνονται και μία αίσθηση περιορισμένων προοπτικών που στοιχειώνουν τον τόπο τους.
Ο ελληνικός νεορεαλισμός που εντοπίζεται ως trend του εγχώριου σινεμά με κέντρο την επαρχία (Digger, Πίσω από τις Θημωνιές, Κρέας) αναδεικνύεται και εδώ, βρίσκει όμως στην καρδιά του τη νεότητα ως εσωτερική ανησυχία και προτείνει τον έρωτα ως καταφύγιο. Είναι σίγουρα έδαφος υψηλού δράματος τούτο, η Αρκουδότρυπα όμως έχει άγγιγμα ανάλαφρο και χιουμοριστικό, παρουσιάζοντας κιόλας την περιοχή ως μία σύνθετη μεν, αλλά αναγκαία εναλλακτική στη σύγχρονη πόλη που έχει, αλλού, προταθεί ως μονόδρομος. Όχι, εδώ οι νέοι κάνουν πάρτι στο δάσος, φορούν τις τάσεις, βάφονται έντονα, και ακούν τέκνο και ραπ πλάι στο παραδοσιακό ρεπερτόριο που επίσης σέβονται και τιμούν, σε έναν κόσμο όπου παλαιό και καινούριο περπατούν χέρι-χέρι.
Η Αρκουδότρυπα, η ίδια μία εναλλακτική πρόταση ως ανεξάρτητη παραγωγή, δημιουργημένη μέσα από μια συλλογική, αυτοοργανωμένη πρακτική, με σπίτια γιαγιάδων για σετ και το γυναικείο στοιχείο κυρίαρχο μπροστά και πίσω από την κάμερα, καταγράφει μία πλευρά της ελληνικής πραγματικότητας με ειλικρίνεια, χωρίς εξιδανικεύσεις και χωρίς την τουριστική ματιά που επιχειρεί συχνά να την απλοποιήσει.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από το Cinobo.
Η Ομηρία/Dead Man’s Wire
Βαθμολογία: 80/100
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Gus Van Sant μετά το Don’t Worry, He Won’t Get Far on Foot του 2018 μεταφέρει μία αλλόκοτη πραγματική υπόθεση ομηρίας που είχε καθηλώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1977.
Στο Dead Man’s Wire πρωταγωνιστεί ο Bill Skarsgård στον ρόλο του ελληνικής καταγωγής Tony Kiritsis, ενός επιχειρηματία που πίστευε πως ο χρηματοδότης του είχε υπονομεύσει τα σχέδιά του για την κατασκευή ενός εμπορικού κέντρου. Πεπεισμένος ότι είχε πέσει θύμα εξαπάτησης και αντιμέτωπος με την απειλή κατάσχεσης, ο Kiritsis εισβάλλει ένα πρωινό του Φεβρουαρίου στα γραφεία του δανειστή του και έρχεται αντιμέτωπος με τον μεσίτη Richard O’ Hall που υποδύεται ένας κατάλληλα αναξιόπιστος Dacre Montgomery.
Η κατάσταση σύντομα κλιμακώνεται, με τον Kiritsis να οχυρώνεται στο διαμέρισμά του μαζί με τον όμηρό του, ισχυριζόμενος πως ο χώρος είναι γεμάτος εκρηκτικά. Για τις επόμενες 63 ώρες επικοινωνεί κυρίως μέσω ενός τοπικού ραδιοφωνικού παραγωγού (Colman Domingo), χρησιμοποιώντας τις εκπομπές ως βήμα για να εκφράσει τις καταγγελίες και την οργή του απέναντι στην εταιρεία στεγαστικών δανείων.
Βασισμένος στο σκοτεινά σατιρικό σενάριο του Austin Kolodney, ο Van Sant στήνει μία εκρηκτική αναμέτρηση που θυμίζει ταινίες όπως Network και Dog Day Afternoon. Ο Skarsgård αποδίδει τον Tony Kiritsis ως μία προσωπικότητα γεμάτη πικρία, επιδεικτική αυτοπεποίθηση και πληγωμένο εγωισμό, ισορροπώντας ανάμεσα στην απόγνωση και την επιθετικότητα. Στην ταινία εμφανίζεται και ο Al Pacino, αυτή τη φορά στον ρόλο ενός αλαζονικού και προνομιούχου μεγαλοπαράγοντα από την Ιντιανάπολη, που μοιάζει σχεδόν φτιαγμένος για να πυροδοτήσει κάθε αντισυστημικό αντανακλαστικό του θεατή.
Η ταινία αποφεύγει, ωστόσο, να παρουσιάσει τον Tony ως έναν απλό λαϊκό ήρωα, έναν Δαβίδ απέναντι στον Γολιάθ του αμερικανικού καπιταλισμού. Όπως ο Pacino στο Dog Day Afternoon, έτσι και ο Skarsgård δεν επιτρέπει στον χαρακτήρα να γίνει εύκολα συμπαθής ή εξιδανικευμένος. Στο βλέμμα του υπάρχει μια ανησυχητική σπίθα παράνοιας, μία αστάθεια που κρατά την Ομηρία ζωντανή και απρόβλεπτη, αντί να το μετατρέπει σε μία τυπική αναπαράσταση αληθινών εγκλημάτων.
Ο Van Sant οδηγεί τον θεατή σε σκοτεινές ψυχολογικές διαδρομές που τα μέσα ενημέρωσης δεν είχαν εξερευνήσει ποτέ, και μπορεί να μην προσφέρει ξεκάθαρες απαντήσεις, αλλά τα προκλητικά ερωτήματα που θέτει γύρω από την ενοχή και την αθωότητα είναι πιθανό να συνεχίσουν να σε απασχολούν για πολύ μετά την ολοκλήρωση της προβολής.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Spentzos Film.
Τελειωμένος/Wasteman
Βαθμολογία: 76/100
Το Wasteman είναι μία καθηλωτική ιστορία λύτρωσης που εξερευνά τις καταστροφικές συνέπειες της ανεξέλεγκτης βίας και αυτοκαταστροφής μέσα σε έναν ασφυκτικά περιορισμένο χώρο.
Το σενάριο των Hunter Andrews και Eoin Doran εστιάζει στις εύθραυστες ισορροπίες μιας φυλακής, όπου ο David Jonsson υποδύεται τον κρατούμενο Taylor με αξιοσημείωτη ευαισθησία, ως έναν ήρεμο και συνεπή μάγειρα σε ένα υπερπλήρες σωφρονιστικό ίδρυμα, κοντά στην πρόωρη αποφυλάκισή του, εν μέρει λόγω της υπερφόρτωσης του συστήματος. Η εύθραυστη ισορροπία του διαταράσσεται με την άφιξη του Dee (Tom Blyth). Ο επιθετικός και εκρηκτικός χαρακτήρας του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη συγκρατημένη φύση του Taylor — μια αντίθεση εμφανής από την πρώτη στιγμή, ακόμη κι όταν οι δύο άντρες δείχνουν να αναπτύσσουν μια αμήχανη μορφή φιλίας.
Το Wasteman είναι βαθιά συνδεδεμένο με τη σύγχρονη εποχή του — η χρήση πλάνων από κινητά τηλέφωνα αξιοποιείται με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα, ενώ οι σκηνές βίας έχουν ωμή δύναμη. Ο τρόπος με τον οποίο κινηματογραφούνται οι συγκρούσεις ακολουθεί τη σκληρή, τραχιά ταυτότητα της ταινίας και ενισχύει το αίσθημα ακατέργαστου ρεαλισμού.
Το soundtrack, με έντονες επιρροές από grime, διατηρεί έναν επίμονο, απειλητικό παλμό που δεν υποχωρεί σε κανένα σημείο της 90λεπτης διάρκειας. Ο σκηνοθέτης Cal McMau επιλέγει σφιχτά κάδρα και νευρική, ασταθή κινηματογράφηση, δημιουργώντας ένα διαρκές αίσθημα εγκλωβισμού. Είναι η σκηνοθεσία του που χαρίζει στην ταινία την ένταση που την εμποδίζει να βαλτώσει, με τη φωτογραφία του Lorenzo Levrin να υπογραμμίζει την ασφυκτική φύση του περιβάλλοντος.
Ο Jonsson προσθέτει ακόμη μία εξαιρετική ερμηνεία στο ενεργητικό του συνεχίζοντας το επιτυχημένο σερί του μετά το Alien: Romulus και το The Long Walk, βρίσκοντας αμέτρητους μικρούς τρόπους να προκαλεί ενσυναίσθηση στον θεατή, ενώ ο Blyth παραδίδει μια εκρηκτική ερμηνεία τοξικής αρρενωπότητας, την εποχή όπου διαδικτυακές φιγούρες όπως ο Andrew Tate και ο Tommy Robinson κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο.
Το Wasteman μπορεί να μην προσφέρει όλες τις απαντήσεις γύρω από τη ζωή στη φυλακή, λειτουργεί όμως εξαιρετικά ως ιστορία επιβίωσης και ψυχικής αντοχής. Κυρίως υπενθυμίζει κάτι απλό αλλά τρομακτικό: μερικές φορές, το πιο επικίνδυνο πράγμα στη φυλακή μπορεί να είναι απλώς ο άνθρωπος που έχουν κλειδώσει δίπλα σου.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Neo Films.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ:
Η Έμπιστη/Confidente
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Weird Wave.
O Επιβάτης/Passenger
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Feelgood.
Ο Ψαρομουρμούρας/The Pout-Pout Fish
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.