REVIEWS

Νέες ταινίες: Ο Steven Spielberg πιστεύει ακόμα στην ανθρωπότητα, για καλό και για κακό

Το Disclosure Day δεν είναι μια ταινία για εξωγήινους, αλλά για το πώς βλέπει ο Spielberg την ίδια την ανθρωπότητα. Ελπίζουμε να έχει δίκιο.

Ο Steven Spielberg δείχνει ακόμα πώς το κάνουν και ο Ξένος του Albert Camus επανέρχεται στη μεγάλη οθόνη σε μία ταινία αποφασιστικά σημερινή.

Διάβασε τον σχολιασμό για τις νέες ταινίες της εβδομάδας παρακάτω:

Ημέρα Αποκάλυψης/Disclosure Day

Βαθμολογία: 78/100

Το Disclosure Day είναι μικρό και τεράστιο σε κλίμακα, ταυτόχρονα. Η στενότητά του θα μπορούσε να μοιάζει κλειστοφοβική, αν δεν έδινε στην ταινία τη δυνατότητα να εξερευνήσει τεράστια θέματα γύρω από την πίστη και τους εξωγήινους, και το πώς η ύπαρξη του ενός μπορεί να επηρεάσει το άλλο. Ανάμεσα στις καταδιώξεις με αυτοκίνητα, φυσικά.

Στην προηγούμενη ταινία του, το The Fabelmans, ο Steven Spielberg επέστρεψε τρυφερά στη γοητεία που ένιωθε από παιδί για τη λάμψη της μεγάλης οθόνης, και στην πρώτη του παρόρμηση να δημιουργήσει εικόνες με βαθιά μαγευτική δύναμη.

Στη νέα του ταινία, το Disclosure Day, επιστρέφει σε μια άλλη παιδική εμμονή: στο μακρινό τρεμόπαιγμα των άστρων και στην επιθυμία του να ανακαλύψει αυτό που πρέπει, δεν μπορεί, να ζει ανάμεσά τους. Έτσι, παρά την εξωτερική του μορφή ως μία κομψή, κινητική ταινία καταδίωξης με περίβλημα επιστημονικής φαντασίας, το Disclosure Day είναι, με τον δικό του τρόπο, μία εξίσου προσωπική ταινία με το Fabelmans.

Ο παλμός του Spielberg γίνεται αισθητός σε κάθε καρέ και ακολουθεί ξανά απλούς ανθρώπους που επαναστατούν απέναντι σε σκοτεινούς φύλακες μυστικών, στο όνομα της αλήθειας. Ο Indiana Jones ήθελε οι αρχαιότητες να βρίσκονται στα μουσεία, ώστε να μπορούν όλοι να τις βλέπουν. Ο Daniel του Josh O’Connor, μαζί με την ομάδα ανθρώπων που τον έπεισαν να κλέψει αρχεία από μία ιδιωτική εταιρεία κυβερνοασφάλειας, θέλουν να μάθουμε όλοι πως υπάρχει εξωγήινη ζωή αλλού και η αμερικανική κυβέρνηση έρθει σε επαφή μαζί της.

Σχεδόν 50 χρόνια μετά τις Στενές Επαφές, ο Spielberg αυτή τη φορά δεν θέτει τόσο ερωτήματα, όσο αποκαλύπτει την αλήθεια σε κλασικό στιλ παρανοϊκού συνωμοσιολογικού θρίλερ — εδώ, βέβαια, η προσέγγιση είναι σαφώς πιο ρομαντική από τον κυνισμό της δεκαετίας του ’70 — με έναν Colin Firth σε ρόλο του επικεφαλής της WARDEX, της εταιρείας που προσπαθεί να κρατήσει αυτές τις πληροφορίες κρυφές.

Η ιστορία που συνέλαβε ο Spielberg και έγραψε σε σενάριο ο David Koepp, μας τοποθετεί σε έναν χρόνο και έναν τόπο που μοιάζουν με τον δικό μας. Η προσοχή είναι στραμμένη σε μια παγκόσμια σύγκρουση που μοιάζει να πλησιάζει — υπάρχουν περαστικές αναφορές στον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο και σκηνές υστερικής αποθήκευσης προμηθειών σε ένα τοπικό βενζινάδικο — αλλά, σε κάποιο επίπεδο, όλοι συνεχίζουν τη ζωή τους κανονικά.

Ανάμεσά τους και η τοπική παρουσιάστρια του Κάνσας Σίτι, Margaret Fairchild, που υποδύεται η Emily Blunt. Είναι εγκλωβισμένη στον ρόλο της «κοπέλας που λέει τον καιρό», αλλά ονειρεύεται να κάνει σοβαρό ρεπορτάζ.

Μας λένε ότι είναι λίγο αφηρημένη και ανήσυχη, όμως τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται πραγματικά παράξενα, ειδικά όταν αρχίζει εν μέσω ειδήσεων να μιλάει σε μία διάλεκτο που κανείς δεν καταλαβαίνει. Τα καλοκαιρινά μπλοκμπάστερ δεν προσελκύουν ποτέ ερμηνευτικές υποψηφιότητες στα Όσκαρ, θα μπορούσε όμως η Ακαδημία να κάνει μία εξαίρεση για τη δουλειά της Blunt εδώ.

Η ιστορία της Margaret και του Daniel, προορισμένοι να συναντηθούν, είναι, κατά κάποιον τρόπο, η ιστορία των γονιών του Spielberg όπως παρουσιάστηκε στο The Fabelmans: ο πατέρας μηχανικός, που ήξερε πώς λειτουργούν τα πάντα αλλά συχνά δυσκολευόταν να καταλάβει τους ανθρώπους, και η μητέρα μουσικός, που ήταν σχεδόν υπερβολικά εκτεθειμένη συναισθηματικά. Το έργο του σκηνοθέτη πάντα έφερε μέσα του και τις δύο αυτές ευαισθησίες, μερικές φορές σε μία άβολη ένταση μεταξύ τους. Θα μπορούσε να πει κανείς πως ολόκληρη η καριέρα του υπήρξε μια προσπάθεια να ισορροπήσει αυτά τα δύο άκρα.

Μέσω των δύο χαρακτήρων, ο Spielberg θέλει να μας παρακινήσει να μη φοβόμαστε αυτό που δεν γνωρίζουμε. Όχι μόνο ως προς το πώς σκεφτόμαστε τι μπορεί —και πιθανότατα όντως— να υπάρχει πέρα από τον πλανήτη μας, αλλά και ως προς το πώς βλέπουμε ο ένας τον άλλον. Η ενσυναίσθηση παρουσιάζεται όχι απλώς ως αρετή, αλλά και ως ένα κρίσιμο εργαλείο εξέλιξης. Αν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε τους φόβους μας και τολμήσουμε να νιώσουμε ενσυναίσθηση για εκείνους που δεν θεωρούμε όμοιούς μας, τι θα μπορούσαμε άραγε να πετύχουμε;

Πώς θα αντιδρούσε σήμερα η ενήλικη εκδοχή του Elliott του E.T. the Extra-Terrestrial μπροστά στην ύπαρξη εξωγήινων; Και πώς μοιάζουν οι κακοί εκπρόσωποι της κυβέρνησης, 40 χρόνια μετά το Ε.Τ., τώρα που όλοι μεγαλώσαμε και ξέρουμε πως η ηθική είναι πιο συχνά γκρίζα παρά άσπρη ή μαύρη; (Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα απομακρύνει την ταινία από το να μοιάζει τελείως παλιομοδίτικη).

Κάποιοι θα αποκαλέσουν χειριστική την ταινία στο τελικό της κεφάλαιο – οριακά γλυκερή και με περίσσιες ευκολίες επίσης, όχι άδικα – ο Spielberg όμως ήξερε πάντοτε πώς να συγκινεί και τι λαχταράμε κατά βάθος. Eάν η ταινία σε βρει σε μία φάση της ζωής σου που έχεις βαθιά ανάγκη να ελπίσεις ξανά στην ανθρωπότητα – ή και στη δημοσιογραφία! Ο δημιουργός επανατονίζει την πίστη του σε αυτή μετά το The Post – το Disclosure Day είναι κομμένο και ραμμένο για σένα. Εάν, πάλι, το βρεις πράγματι υπερβολικά συναισθηματικό και εύκολο στην επίλυσή του, θα νιώσεις έστω πως θα ήθελες η ζωή μας να είναι σαν ταινία του Steven Spielberg, που αγαπάει ακόμα τα χαμένα παιδιά και το να φαντάζεται τι μπορεί να συμβαίνει στους ουρανούς μας.

Ξανά συντονισμένος, στα 79 του, με την αίσθηση παιδικού δέους που απέδιδε όσο κανείς στις πρώτες δεκαετίες της καριέρας του, με τις οπτικές γωνίες σε κάδρα που σε υποχρεώνουν να δώσεις προσοχή, και με το σφιχτό, καθαρό μοντάζ που δεν είναι όμως ποτέ επιδεικτικό χωρίς λόγο, δίνει σε όλους μας την ελπίδα πως μπορούμε να συνεχίσουμε να είμαστε καλοί σε οτιδήποτε θέλουμε να είμαστε καλοί, μέχρι να γίνουμε κι εμείς αστερόσκονη.

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.

Ο Ξένος/L’ Etranger

Βαθμολογία: 87/100

«Σκότωσα έναν Άραβα». Αυτές είναι οι πρώτες λέξεις που ξεστομίζει ο Meursault, ο πρωταγωνιστής του Ξένου, όταν φτάνει σε μια γεμάτη φυλακή στο Αλγέρι, έχοντας διαπράξει έναν τυχαίο φόνο, μπροστά σε ένα δωμάτιο γεμάτο Άραβες κρατουμένους. Βάζοντας αυτή τη στιγμή στην αρχή, αντί να την τοποθετήσει στη μέση όπως στο βιβλίο του Albert Camus, ο François Ozon καθιστά σαφές ότι δεν αγνοεί την ακανθώδης φύση του υλικού που διασκευάζει — ακανθώδη όχι μόνο εξαιτίας όσων συμβαίνουν στο βιβλίο, αλλά και εξαιτίας όσων δεν συμβαίνουν.

Η κριτική συζήτηση, για όποιον δεν γνωρίζει, εστιάζει εδώ και δεκαετίες στην εξάλειψη της αλγερινής ταυτότητας από την ιστορία του Camus, όμως αυτή η ταινία ξεκινά με αρχειακό υλικό από την υπό γαλλική αποικιοκρατία Αλγερία της δεκαετίας του ‘30, με τις εικόνες να μιλούν τόσο για μία ζωντανή ατμόσφαιρα δραστηριότητας, όσο και για την πραγματικότητα του ποιος είναι αυτόχθονας και ποιος όχι.

Ο Ξένος μιλά για έναν σχεδόν απόλυτα παθητικό και αστόχαστο χαρακτήρα, έναν άντρα του οποίου η μοναδική στιγμή δράσης μοιάζει να είναι η τυχαία πράξη βίας που τον καταδικάζει στη γκιλοτίνα. Η πράξη του όμως, όπως ξεκαθαρίζει τούτη η ταινία, ήταν ρατσιστική, και η αναλγησία του Meursault απέναντι στον κόσμο γίνεται το επίκεντρο της δίκης του. Ερχόμενος μετά από δύο σπουδαίες γαλλόφωνες ταινίες με αιχμηρές δικαστικές σκηνές που αποτύπωσαν την αδυναμία μιας δίκης να συλλάβει πλήρως την ανθρώπινη πολυπλοκότητα — η Ανατομία Μιας Πτώσης και το Saint Omer — ο Ozon μάς θυμίζει πως ο Camus ήταν ο αληθινός πρωτοπόρος σε αυτό.

Ο Ozon, γυρίζοντας την ταινία σε υπέροχο ασπρόμαυρο, είναι απτός, αισθαντικός, δίνοντας σε όλα μια συναρπαστικά αποστασιοποιημένη λάμψη, που ενεργοποιεί την περιέργειά μας. Ο Benjamin Voisin από το Summer of ‘85 του Ozon του 2020, είναι εμπνευσμένη επιλογή για τον ρόλο, με τον νεαρό Meursault του να μοιάζει αδιαμόρφωτος, άγουρος. Εκεί όπου η μαγνητική ταινία του δημιουργικά πραγματικά λάμπει, είναι στην αποτύπωση της σιωπής του. Ο Meursault μπορεί να μοιάζει παράταιρος στα μάτια της κοινωνίας — μια ψυχρή, ανησυχητική φιγούρα, ανίκανη να αντιληφθεί τους πιο βασικούς μας κανόνες — αντανακλά όμως επίσης τη θεμελιώδη σιωπή του κόσμου.

Υπήρξε προφητική φιγούρα τελικά. Σήμερα ο Meursault είναι όλοι μας – μάρτυρες και συνένοχοι της αδιαφορίας του σύμπαντος. Ο Ξένος, όπως αποδεικνύεται, είναι μια ιστορία για την εποχή μας, και έτσι αυτή του η νέα εκδοχή είναι διπλά καλοδεχούμενη. Μπορεί να της λείπει η αχαλίνωτη επινοητικότητα του πρωτότυπου υλικού του σκηνοθέτη, αλλά είναι μια διορατική επανανάγνωση του Camus, υποβλητική ως προς τον κόσμο που απεικονίζει, και αδιαμφισβήτητα μία ταινία του Ozon.

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Spentzos Film.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.