LIVE

Offspring και Bad Religion, ένα reality check για 40άρηδες

Όταν τα συγκροτήματα με τα οποία μεγάλωσες επιστρέφουν στη σκηνή, ξυπνάνε σκέψεις και συναισθήματα που δεν περίμενες να γεννηθούν σε μία συναυλία.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: RELEASE ATHENS

Κακά τα ψέματα, στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει διαχρονικά να μη βλέπουμε πολλά συγκροτήματα στο prime τους, αλλά αρκετά χρόνια αφού τα μάθαμε και συνδέσαμε στιγμές της ζωής μας με αυτά.

Κάπως έτσι, μπάντες όπως οι Bad Religion (που είχαν επισκεφτεί ξανά την Ελλάδα το μακρινό 2009) και οι Offspring (που είχαν βρεθεί ξανά στην Πλατεία Νερού πριν δύο χρόνια), λειτουργούν κάπως σαν ένα μικρό reality check. Ποιος ήσουν όταν αγάπησες συγκεκριμένα κομμάτια και στίχους και ποιος είσαι σήμερα.

Για να το κάνω λίγο πιο προσωπικό, δέθηκα με τους Bad Religion και τους Offspring στα χρόνια του γυμνασίου, τους έχω συνδέσει με ανθρώπους που ίσως δεν μιλάω καν πλέον, με έρωτες που μοιάζουν μακρινές ιστορίες, με στιγμές που έχουν ξεθωριάσει. Και μοιραία, βλέποντάς τους πάνω στη σκηνή το 2026, ώριμοι 60άρηδες αυτοί, ώριμοι(;) 40άρηδες (σχεδόν) εμείς, το μυαλό λειτουργεί κάπως απολογιστικά.

Είμαι αυτός που θα ήθελα να είμαι όταν με φανταζόμουν 40άρη στα 13 μου; Ευτυχώς, τολμώ να πω ότι στα περισσότερα κουτάκια έκανα τικ και ο έφηβος Κωνσταντίνος θα ήταν ΟΚ με τον σημερινό, οπότε η ψυχή μου κάπως γαλήνεψε, αλλά και πάλι, το να ζήσω μια συναυλία με το πάθος που θα τη ζούσα τότε, φαντάζει κάπως αδύνατο.

Ο ρόλος που μου ταίριαξε, ήταν κάπως πιο παρατηρητικός και νοσταλγικός και η ανακούφιση είναι πως με την παρέα που είδα τους Bad Religion το 2011 στο Λονδίνο, ήμουν και το βράδυ της Τρίτης (7 Ιουλίου). Και όσοι δεν ήταν, είχαν τους λόγους τους, αλλά είναι ακόμα εδώ.

Για να είμαστε δίκαιοι πάντως, η βραδιά ξεκίνησε με τρομερή φρεσκάδα. Κάτω από τον καυτό ήλιο, οι Βρετανοί High Vis δεν μάσησαν και η ενέργεια του Graham Sayle (με τον οποίο fun fact, έχουμε σπουδάσει στο ίδιο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου) μας μπρίζωσε από νωρίς.

Ο frontman της μπάντας είναι από το New Brighton του Merseyside κιόλας, οπότε φαντάζομαι στηρίζει και Λίβερπουλ, κάπως σαν χαμένος αδερφός μου κάνει. Πολύ δυνατό hardcore punk, άξιζαν φουλ τον χρόνο τους και είναι και κάπως κρίμα που δεν τους πρόλαβε πολύς κόσμος.

Πιστεύω θα επιστρέψουν σύντομα, ακόμα και για δικό τους live σε κάποιον κλειστό χώρο. Αυτό που κρατάω, είναι πως προτιμώ να βλέπω πια τέτοια συγκροτήματα που είναι τίγκα στην όρεξη, κι ας είναι λιγότερο ιστορικά και εμπορικά. Βγάζουν όμως μια ανανεωτική φρεσκάδα.

Η συνέχεια περιλάμβανε τους θρύλους της punk σκηνής, τους Bad Religion του καθηγητή, χωρίς εισαγωγικά, Greg Graffin. Κάπως διεκπεραιωτικοί, αλλά το κοινό, στην πλειονότητά του άνω των 40, αρκετοί με τα παιδιά στους ώμους τους, τους τίμησε με απανωτά mosh pits.

Δεν είναι και εύκολο να αντισταθείς άλλωστε όταν ακούς το “American Jesus” (ringtone στα περισσότερα κινητά όταν πηγαίναμε σχολείο), το “21st Century Digital Boy”, το “Punk Rock Song” και τους υπόλοιπους ύμνους.

Το σφιχτό setlist βέβαια τους ανάγκασε να θυσιάσουν μεταξύ άλλων το “Generator”, αλλά χαλάλι, το ακούσαμε στα προηγούμενα live τους.

Ήδη ιδρωμένοι και με μπύρα σε μαλλιά και ρούχα, περιμέναμε τους Offsping να ανέβουν στη σκηνή και εκείνοι μπήκαν με τρομερή φόρα. Πριν καν μας χαιρετήσουν, “Come Out and Play”, “All I Want” και “Want you Bad”, ο κόσμος φουλ ορεξάτος, η μπάντα το κατάλαβε κι εξαρχής φάνηκε ότι πάμε για πολύ ανώτερο live από αυτό του 2024.

Noodles και Dexter (ο οποίος σαν σωστό βαμπίρ, αν και μόλις ένα χρόνο νεότερος του Graffin, δείχνει οριακά 40) δεν έκρυβαν τον ενθουσιασμό τους και είχαν όρεξη για πειραματισμούς.

Αποσπάσματα από το “Paranoid” και το “Crazy Train” σαν ένας μικρός φόρος τιμής στον Ozzy (ακόμη ένα μικρό reality check της βραδιάς), “In the Hall of the Mountain King” και στη μεγάλη έκπληξη της βραδιάς, “Love Story” της Taylor Swift με τον Noodles να καλεί το κοινό να γράψει ιστορία, χαρίζοντας το μεγαλύτερο mosh pit σε κομμάτι της νιόπαντρης (να ζήσουν τα παιδιά).

Τα απαραίτητα “Why Don’t you Get a Job” και “Pretty Fly” (τα οποία παραδέχομαι ότι ποτέ δεν μου άρεσαν), έφεραν έναν παροξυσμό που ολοκληρώθηκε με το “The Kids Aren’t Alright”.

Το μενού είχε και encore, με τη μελωδία του “Seven Nation Army” να ξυπνάει το γνωστό σύνθημα, το κλείσιμο ήρθε με το “Self Esteem” και ο βαθμός σίγουρα ήταν μεγαλύτερος από πρόπερσι. Περισσότερο κέφι και όρεξη και από τη μπάντα και από το κοινό.

Δεν ξέρω αν θα τους ξαναδώ σε περίπτωση που επιστρέψουν, όμως η εικόνα του εννιάχρονου κοριτσιού που τραγουδούσε κάθε στίχο ανεβασμένο στους ώμους του μπαμπά της, ήταν το ιδανικό κλείσιμο και ο καλύτερος συμβολισμός της συνέχειας τέτοιων συγκροτημάτων, της συνέχειας της ζωής μας γενικότερα.

Reality check, check.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.