Μπορούμε επιτέλους να μιλήσουμε ανοιχτά για τις αυτοκτονίες;
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Πρόληψης της Αυτοκτονίας, η ψυχολόγος MSc και ψυχοθεραπεύτρια Ναταλία Παπανικολάου εξηγεί τι κρύβεται πίσω από την αυτοκτονικότητα και το αίσθημα αδιεξόδου.
- 10 ΣΕΠ 2026
Υπάρχουν στιγμές που ένας άνθρωπος θέλει απλώς να σταματήσει να πονά. Να σταματήσει να ζει αυτό που ζει, αυτό που αισθάνεται, αυτό που για ένα διάστημα μπορεί να μοιάζει αδύνατο να αλλάξει. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην εξάντληση, την απελπισία και την αίσθηση ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή, μπορεί να εμφανιστεί η σκέψη της αυτοκτονίας.
Όταν μιλάμε για την αυτοκτονία, συχνά κοιτάμε μόνο την τελευταία και πιο ορατή πράξη: την απόπειρα ή τον θάνατο. Όμως, η πράξη αυτή δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Πίσω της μπορεί να υπάρχει μια ολόκληρη, αθέατη διαδρομή σκέψεων και συναισθημάτων, μια περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος μπορεί να νιώθει όλο και περισσότερο εγκλωβισμένος, μόνος και ανήμπορος να βρει μια διαφορετική έξοδο. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η αυτοκτονικότητα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος έχει αποφασίσει να πεθάνει. Μπορεί να περιλαμβάνει από την επιθυμία να μην υπάρχει ή σκέψεις γύρω από τον θάνατο μέχρι την ενεργή σκέψη για τον τερματισμό της ζωής.
Και ίσως αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που πρέπει να καταλάβουμε: πίσω από το «δεν θέλω να ζω» μπορεί να κρύβεται το «δεν αντέχω να ζω έτσι». Η ανάγκη δεν είναι πάντοτε να τελειώσει η ζωή, αλλά να τελειώσει ένας πόνος που έχει γίνει τόσο μεγάλος, ώστε να μοιάζει πως δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξει.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο γιατί ένας άνθρωπος φτάνει να σκέφτεται την αυτοκτονία. Είναι και τι έχει συμβεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, τι τον έκανε να αισθανθεί ότι δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής και, κυρίως, τι μπορεί να τον βοηθήσει να δει ξανά δρόμους που μέσα στην κρίση δεν μπορεί να διακρίνει.
Με αφορμή τη 10η Σεπτεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα Πρόληψης της Αυτοκτονίας, η ψυχολόγος MSc και ψυχοθεραπεύτρια Ναταλία Παπανικολάου μιλά στο OneMan για την αυτοκτονικότητα πέρα από την τελική πράξη. Για τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μπορεί να προηγούνται, τους παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο σε ένα βαθύ αίσθημα αδιεξόδου, αλλά και για εκείνους τους δεσμούς, τους ανθρώπους και τους μικρούς ή μεγάλους «λόγους για ζωή» που μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα προς την άλλη πλευρά της κρίσης.
Γιατί η πρόληψη δεν είναι απλώς να ζητάμε από κάποιον να «αντέξει λίγο ακόμη». Είναι να τον βοηθήσουμε να καταλάβει ότι το αδιέξοδο που βλέπει εκείνη τη στιγμή δεν είναι απαραίτητα ολόκληρος ο ορίζοντας της ζωής του.
Ναταλία Παπανικολάου: Η πράξη της αυτοκτονίας και η αυτοκτονικότητα
Όταν μιλάμε για την πράξη της αυτοκτονίας, υπάρχει η τάση να στρέφουμε την προσοχή μας αποκλειστικά στην απόπειρα, ή στο θάνατο από αυτοχειρία και στις συνέπειες τους, τόσο για το ίδιο το άτομο όσο και για τους οικείους του. Ωστόσο, η πράξη αποτελεί μονάχα την τελική και πιο ορατή έκφανση μιας πολύ ευρύτερης ψυχικής εμπειρίας, η οποία μπορεί να έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και να παραμένει αθέατη.
Στην πραγματικότητα, υπάρχει ένα μεγάλο εύρος σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών που αφορούν την επιθυμία του ατόμου να θέσει τέλος στη ζωή του. Μπορούμε να φανταστούμε την πράξη της αυτοκτονίας σαν την κορυφή του παγόβουνου, το μόνο σύμπτωμα που «φαίνεται», ενώ οι προηγούμενες σκέψεις, τα συναισθήματα και η ψυχολογική κατάσταση, είναι βυθισμένα στο σκοτάδι.
Το εύρος αυτών των σκέψεων, συμπεριφορών, συναισθημάτων, ονομάζεται «αυτοκτονικότητα», όρος που περιλαμβάνει όλο το φάσμα της εσωτερικής εμπειρίας του ατόμου που επιθυμεί να τερματίσει τη ζωή του. Μπορεί να περιλαμβάνει σκέψεις και επιθυμία ανυπαρξίας, σκέψεις γύρω από τον θάνατο, το αίσθημα της απόγνωσης και σκέψεις όπως «δεν αντέχω άλλο», την ενεργή ενασχόληση με την ιδέα του τερματισμού της ζωής, καθώς και την ανάπτυξη πρόθεσης ή σχεδίου.
Η παρουσία αυτοκτονικών σκέψεων δεν σημαίνει ότι κάποιος είναι αποφασισμένος να πεθάνει. Πολλοί άνθρωποι που βιώνουν αυτοκτονικό ιδεασμό δεν προχωρούν σε απόπειρα, ενώ οι σκέψεις αυτές μπορούν επίσης να παρουσιάζουν σημαντικές διακυμάνσεις και αλλαγές με την πάροδο του χρόνου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι σκέψεις αυτές συνοδεύονται από μια επώδυνη αμφιθυμία, όπου η επιθυμία διαφυγής ή θανάτου συνυπάρχει με την επιθυμία και δίψα για διέξοδο και ζωή. Ανεξαρτήτως όμως της ύπαρξης ή μη πρόθεσης θανάτου και σχεδίου, η αυτοκτονικότητα χρειάζεται πάντοτε να αντιμετωπίζεται με τη δέουσα σημασία, αλλά και να κατανοείται για αυτό που είναι: ένας συναγερμός ψυχικής δυσφορίας, η κραυγή βοηθείας του ατόμου που υποφέρει.
Γιατί ένας άνθρωπος φτάνει να σκέφτεται την αυτοκτονία;
Σπάνια υπάρχει μια και μοναδική απάντηση στο ερώτημα «γιατί». Η αυτοκτονικότητα συχνά δεν αποτελεί συνέπεια ενός και μόνο γεγονότος ή μιας συγκεκριμένης διάγνωσης, μα προκύπτει μέσα από τη συνύπαρξη και την αλληλεπίδραση πολλών διαφορετικών παραγόντων ευαλωτότητας και πίεσης, οι οποίοι μπορεί να συσσωρεύονται σταδιακά και να εντείνονται σε περιόδους κρίσης.
Οι ψυχικές διαταραχές αποτελούν έναν σημαντικό παράγοντα κινδύνου. Η κατάθλιψη, για παράδειγμα, μπορεί να συνοδεύεται από βαθιά απώλεια ευχαρίστησης, εξάντληση, απαισιοδοξία και δυσκολία να αντλήσει κανείς νόημα από όσα μέχρι πρότινος είχαν αξία. Αυξημένος κίνδυνος έχει επίσης συσχετιστεί με τη διπολική διαταραχή, τις ψυχωτικές διαταραχές, τις διαταραχές χρήσης ουσιών και ορισμένες διαταραχές προσωπικότητας. Ωστόσο, καμία διάγνωση από μόνη της δεν μπορεί να μας πει ποιος άνθρωπος θα οδηγηθεί σε μια αυτοκτονική κρίση. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που ζουν με μια ψυχική διαταραχή δεν θα κινδυνεύσει να χάσει τη ζωή της από αυτοκτονία, ενώ αυτοκτονικές σκέψεις και συμπεριφορές μπορεί να εμφανιστούν και χωρίς προϋπάρχουσα ψυχιατρική διάγνωση.
Εξίσου σημαντικό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει ο άνθρωπος. Κοινωνική απομόνωση, απώλεια σημαντικών σχέσεων, πένθος, κακοποίηση, βία, εκφοβισμός, διακρίσεις, οικονομική ή επαγγελματική κρίση, χρόνια ασθένεια ή πόνος και τραυματικές εμπειρίες μπορούν να επιβαρύνουν σημαντικά την ψυχική ανθεκτικότητα. Η απουσία υποστηρικτικών σχέσεων μπορεί να αφήσει έναν άνθρωπο να σηκώνει όλα αυτά τα βάρη μόνος του, ενώ το κοινωνικό στίγμα και η δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, μπορούν να καταστήσουν την αναζήτηση βοήθειας δυσκολότερη, ακριβώς τη στιγμή που είναι περισσότερο αναγκαία.
Αντί, λοιπόν, να αναζητούμε μία και μοναδική «αιτία» πίσω από μια απόπειρα ή έναν θάνατο, είναι ακριβέστερο και βαθύτερα ανθρώπινο να κατανοούμε τον κίνδυνο ως κάτι που διαμορφώνεται μέσα από την αλληλεπίδραση της ψυχικής κατάστασης, της υγείας, των σχέσεων, της προσωπικής ιστορίας και των κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες ένας άνθρωπος προσπαθεί να ζήσει.
Το παράδοξο της επιθυμίας
Ένα από τα πιο οδυνηρά παράδοξα της αυτοκτονικότητας, είναι ότι συχνά γεννιέται μέσα από μια απελπισμένη ανάγκη για καλύτερη ζωή. Για πολλούς ανθρώπους, η επιθυμία δεν είναι τόσο να πάψουν να υπάρχουν, η ανάγκη είναι να πάψουν να υπάρχουν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Πίσω από το «δεν θέλω να ζω» πολύ συχνά κρύβεται ένα διαφορετικό μήνυμα: «δεν αντέχω να ζω έτσι».
Η ανάγκη να σταματήσει ο πόνος, ο φόβος, το πένθος, η ταπείνωση, η εξάντληση, η απώλεια νοήματος, η αίσθηση της σύνθλιψης κάτω από μια πραγματικότητα που δεν υποφέρεται άλλο πια. Το άτομο δεν επιθυμεί απαραίτητα να πάψει να υπάρχει, μα έχει ανάγκη να ξεφύγει από τη δυσβάσταχτη πτυχή της ζωής του, συχνά με κόστος την ίδια τη ζωή.
Το «Μοντέλο Κινήτρου – Βούλησης για την αυτοκτονική συμπεριφορά» (IMV model), που αναπτύχθηκε από τον ψυχολόγο Rory O’Connor, εξηγεί ότι οι αυτοκτονικές σκέψεις μπορεί να εμφανιστούν όταν ένας άνθρωπος που βιώνει βαθιά ψυχική πίεση αρχίζει να αισθάνεται ανήμπορος και εγκλωβισμένος: ότι αυτό που ζει είναι αφόρητο και, ταυτόχρονα, δεν μπορεί να το αλλάξει, να το αντιμετωπίσει ή να ξεφύγει από αυτό.
Είναι πιθανό, σε μια τέτοια συνθήκη, οι δυνατότητες και οι λύσεις να εξακολουθούν να υπάρχουν – το άτομο όμως δεν μπορεί να τις δει. Οι δυο συνθήκες, της οδύνης και της ανημπόριας, οδηγούν στο αίσθημα αδιεξόδου. Η απελπισία στενεύει το οπτικό πεδίο του μέλλοντος, μέχρι που ο τερματισμός της ζωής μπορεί να αρχίσει να μοιάζει με τη μοναδική διέξοδο από έναν πόνο που φαίνεται να μην έχει τέλος. Είναι η στιγμή που το άτομο δεν αντικρίζει γύρω του παρά μόνο σκοτάδι.
Τι μας προστατεύει;
Οι προστατευτικοί παράγοντες λειτουργούν ως δεσμοί που κρατούν τον άνθρωπο συνδεδεμένο με τη ζωή, ιδιαίτερα στις στιγμές που ο ίδιος δυσκολεύεται να βρει λόγους για να παραμείνει σε αυτήν. Ανάμεσά τους, η ουσιαστική ανθρώπινη σύνδεση φαίνεται να έχει ξεχωριστή σημασία. Ένα ισχυρό υποστηρικτικό δίκτυο, η ύπαρξη ανθρώπων στους οποίους μπορούμε να στραφούμε άφοβα, να εκφραστούμε και να συναντήσουμε σε εκείνους συμπόνια και κατανόηση, μπορεί να μετριάσει την απομόνωση που συχνά συνοδεύει μια ψυχική κρίση.
Η σύνδεση, όμως, δεν πρέπει να συγχέεται με την ενοχή. Φράσεις όπως «σκέψου την οικογένειά σου» ή «υπάρχουν άνθρωποι που σε χρειάζονται» μπορεί να ειπωθούν με αγάπη, αλλά για κάποιον που ήδη υποφέρει, ενδέχεται να μετατραπούν σε ακόμη μία απαίτηση που αισθάνεται ότι αποτυγχάνει να εκπληρώσει. Εκείνο που προστατεύει βαθύτερα και αληθινά είναι η αίσθηση του ανήκειν: οι σχέσεις με οικογένεια, φίλους ή συντρόφους, η παρουσία μιας κοινότητας, η αγάπη σε ένα κατοικίδιο ζωάκι, κάθε ξεχωριστή σχέση στη ζωή του ατόμου, μέσα στην οποία αισθάνεται σημαντικό και αναντικατάστατο.
Η υπενθύμιση ότι η παρουσία του έχει θέση μέσα στον κόσμο. Σημαντικοί είναι επίσης οι προσωπικοί «λόγοι για ζωή», όπως ενδιαφέροντα, αξίες, σχέδια, ευθύνες, όνειρα, περιέργεια για το μέλλον ή ακόμη και κάτι μικρό, που εξακολουθεί να έχει αρκετή σημασία ώστε να κρατά ανοιχτή μια χαραμάδα προς το αύριο.
Πώς επιστρέφουμε στη ζωή;
Ακριβώς επειδή η αυτοκτονικότητα συχνά οργανώνεται γύρω από την αίσθηση ότι δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, η πρώτη προτεραιότητα είναι να μη χρειαστεί ο άνθρωπος να τη διαχειριστεί μόνος του.
- Όταν αντιληφθούμε ότι οι σκέψεις μας γεμίζουν απελπισία και στρέφονται προς τον τερματισμό της ζωής μας, χρειάζεται να το πούμε σε κάποιον που εμπιστευόμαστε και να αναζητήσουμε βοήθεια από επαγγελματία ψυχικής υγείας.
- Όταν αισθανθούμε άμεσο κίνδυνο, χρειαζόμαστε επείγουσα αξιολόγηση και βοήθεια. Ενημερώνουμε κοντινό μας άτομο και φροντίζουμε άμεσα να μεταφερθούμε σε ένα ασφαλές περιβάλλον.
- Αντίστοιχα, όταν ανησυχούμε για οικείο μας πρόσωπο, το σημαντικότερο είναι να ρωτήσουμε ξεκάθαρα και ήρεμα, να ακούσουμε χωρίς πανικό και κριτική, να αποφύγουμε φράσεις που γεννούν ενοχή και να βοηθήσουμε τον οικείο μας να λάβει τη βοήθεια που χρειάζεται.
Η αντιμετώπιση, ωστόσο, δεν τελειώνει όταν περάσει η κρίση. Το ουσιαστικό θεραπευτικό ερώτημα είναι βαθύτερο: Τι είναι αυτό που έκανε τη ζωή να μοιάζει ανυπόφορη και αβίωτη;
Η κατάλληλη ψυχοθεραπεία, η ψυχιατρική παρακολούθηση, η φαρμακευτική αγωγή όπου ενδείκνυται, καθώς και ένα συγκεκριμένο σχέδιο ασφαλείας για τις στιγμές κρίσης, μπορούν να αποτελέσουν ουσιαστικά μέρη της αντιμετώπισης. Αντίστοιχη βοήθεια και υποστήριξη ενδέχεται να χρειαστούν και οι οικείοι του ατόμου, καθώς βρίσκονται εξίσου αντιμέτωποι με μια οδυνηρή πραγματικότητα και πιθανότατα χρειάζονται εργαλεία για να τη διαχειριστούν.
Παράλληλα, η καλλιέργεια δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων, συναισθηματικής ρύθμισης και αναζήτησης βοήθειας, μπορεί σταδιακά να διευρύνει αυτό που μέσα στην κρίση φαινόταν αδιανόητο: την αίσθηση ότι υπάρχουν τρόποι, επιλογές και εναλλακτικές. Την πίστη ότι το άτομο δεν είναι ούτε αβοήθητο, ούτε μόνο.
Η ευθύνη, ασφαλώς, δεν σταματά στο άτομο ή στην οικογένειά του, μα αποτελεί κοινωνική προτεραιότητα. Απαιτούνται υπηρεσίες ψυχικής υγείας πραγματικά προσβάσιμες, έγκαιρη παρέμβαση, περιορισμός του στίγματος, προστασία απέναντι στη βία και την κακοποίηση, ουσιαστική κοινωνική και οικονομική στήριξη και πολιτικές που δεν αφήνουν τον άνθρωπο μόνο απέναντι σε μια δυσκολία που ξεπερνά τις δυνάμεις του. Η ατομική ενδυνάμωση αποκτά πραγματικό νόημα μόνο όταν συναντά ένα περιβάλλον που προσφέρει ουσιαστικές δυνατότητες στήριξης, αλλαγής και επανεκκίνησης.
Περισσότερο από οτιδήποτε, χρειάζεται να θυμόμαστε ότι οι σκέψεις μιας δύσκολης περιόδου, όσο απόλυτες κι αν μοιάζουν, δεν προδιαγράφουν το μέλλον, ούτε μπορούν να αποφασίσουν την αξία μιας ολόκληρης ζωής.
Δεν χρειάζεται να αρθεί κάθε αδιέξοδο για να υπάρξει ένα επόμενο βήμα. Η επιστροφή στη ζωή συχνά αρχίζει πολύ πιο ήσυχα: με την ασφάλεια του σήμερα, την αναζήτηση βοήθειας και, σταδιακά, την επανασύνδεση με όσα εξακολουθούν να μας κρατούν κοντά της. Το νόημα ίσως χρειαστεί χρόνο για να επιστρέψει, μπορεί όμως να ξαναχτιστεί μέσα από σχέσεις, μικρούς στόχους, δημιουργία, φροντίδα, περιέργεια και νέες εμπειρίες. Η ζωή είναι διαρκώς μεταβαλλόμενη, ανοίγει ξανά δυνατότητες και εμπεριέχει πολύ περισσότερα από τον πόνο της παρούσας στιγμής: ευχαρίστηση και ανακούφιση, προσπάθεια και σύνδεση, μεταβατικές περιόδους και φωτεινές στιγμές, που ακόμη δεν έχουν υπάρξει.
Αυτή είναι και η σημαντικότερη ευθύνη της πρόληψης: Να μη ζητάμε απλώς από τον άνθρωπο να αντέξει λίγο ακόμη, αλλά να τον βοηθάμε να αναγνωρίσει ότι υπάρχουν πράγματι ορίζοντες εκεί όπου, για ένα διάστημα, μπορούσε να βλέπει μόνο αδιέξοδα.
*Η Ναταλία Παπανικολάου είναι απόφοιτος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και ψυχοθεραπεύτρια, με ειδίκευση στην Ψυχολογία της Υγείας και την Ψυχολογία των Σχέσεων.
Πηγές
Darvishi, N., Poorolajal, J., Azmi-Naei, B., & Farhadi, M. (2024). The role of social support in preventing suicidal ideations and behaviors: A systematic review and meta-analysis. Journal of Research in Health Sciences, 24(2), e00609. https://doi.org/10.34172/jrhs.2024.144
Favril, L., Yu, R., Geddes, J. R., & Fazel, S. (2023). Individual-level risk factors for suicide mortality in the general population: An umbrella review. The Lancet Public Health, 8(11), e868–e877. https://doi.org/10.1016/S2468-2667(23)00207-4
Favril, L., Yu, R., Uyar, A., Sharpe, M., & Fazel, S. (2022). Risk factors for suicide in adults: Systematic review and meta-analysis of psychological autopsy studies. Evidence-Based Mental Health, 25(4), 148–155. https://doi.org/10.1136/ebmental-2022-300549
Gallagher, K., Phillips, G., Corcoran, P., Platt, S., McClelland, H., O’Driscoll, M., & Griffin, E. (2025). The social determinants of suicide: An umbrella review. Epidemiologic Reviews, 47(1), 1–30. https://doi.org/10.1093/epirev/mxaf004
Huertes-del Arco, A., Izquierdo-Sotorrío, E., Carrasco, M. A., Caro-Cañizares, I., & Holgado-Tello, F. P. (2024). Suicidal ideation in adolescents and young adults: The role of defeat, entrapment, and depressive symptoms—From a systematic review to a tentative theoretical model. Behavioral Sciences, 14(12), 1145. https://doi.org/10.3390/bs14121145
O’Connor, R. C., & Kirtley, O. J. (2018). The integrated motivational–volitional model of suicidal behaviour. Philosophical Transactions of the Royal Society B: Biological Sciences, 373(1754), 20170268. https://doi.org/10.1098/rstb.2017.0268
Pollak, O. H., Sheehan, A. E., Walsh, R. F. L., Stephenson, A. R., Zell, H., Mayes, J., Lawrence, H. R., Bettis, A. H., & Liu, R. T. (2024). Assessment of suicidal thoughts and behaviors in adults: A systematic review of measure psychometric properties and implications for clinical and research utility. Clinical Psychology Review, 112, 102464. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2024.102464
Souza, K., Sosu, E. M., Thomson, S., & Rasmussen, S. (2024). A systematic review of the studies testing the integrated motivational-volitional model of suicidal behaviour. Health Psychology Review, 18(4), 698– 722. https://doi.org/10.1080/17437199.2024.2336013
Teismann, T., Siebert, A. M., & Forkmann, T. (2024). Suicidal ambivalence: A scoping review. Suicide and Life Threatening Behavior, 54(5), 802–813. https://doi.org/10.1111/sltb.13092
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.