ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΥΛΟΥ/PAPADAKIS PRESS
ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

Γέννημα θρέμμα δυτικής Αττικής

Για τριάντα χρόνια, ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν η φωνή των ερώτων, των χωρισμών, της καψούρας και των ξενυχτιών μας.

«”Ανήκω σε μένα και στα όνειρά μου”, πρώτη φορά από εκείνον το ακούσαμε», έγραψε η Αλεξάνδρα σε ένα τσατ στο messenger χτες, ενώ σε κάποιο άλλο στο Instagram, η Ζωή μου είπε πως ο τίτλος του κειμένου μου πρέπει να είναι «Γέννημα θρέμμα δυτικής Αττικής», γιατί μόνο εκείνος τραγούδησε έτσι τα δυτικά. Και είναι αλήθεια. Σε μια εποχή που όλοι ονειρεύονταν να πάνε βόρεια, ο Γιώργος Μαζωνάκης, ύμνησε τα δυτικά προάστια, άλλωστε και ο ίδιος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νίκαια και την κουβαλούσε πάντα μαζί του, ακόμα και στις στιγμές της μεγάλης δόξας.

Ο τραγουδιστής, με τον οποίο ερωτευτήκαμε, χωρίσαμε, καψουρευτήκαμε, χορέψαμε πάνω σε τραπέζια και ακούσαμε στην διαπασών στα αυτοκίνητά μας τα τελευταία τριάντα χρόνια, έφυγε χτες από τη ζωή σε ηλικία μόλις 54 ετών. Ήταν ένας θάνατος που κανείς δεν περίμενε. Άλλωστε ποιος περιμένει πως τα είδωλα θα πεθάνουν;

Γιατί αυτό ήταν ο Γιώργος Μαζωνάκης, ένα λαϊκό είδωλο που μπορεί να ανήκε σε εκείνον, αλλά ανήκε και σε όλους μας. Καταφεύγω σε κλισέ και λογοπαίγνια, γιατί δεν πίστευα πως θα ερχόταν η μέρα να γράψω επικήδειο για τον Γιώργο Μαζωνάκη. Βασικά, δεν ήθελα και δεν ξέρω τι πρέπει να γράψω, τι να βάλω μέσα στο κείμενο και τι να αφήσω.

Σε ένα από τα αγαπημένα μου επεισόδια του Εμείς κι Εμείς, ανοίγει η πόρτα και η Νατάσα Μανίσαλη καλωσορίζει τον νεαρό τότε Γιώργο Μαζωνάκη που τραγουδά «Και να θες, και να θες δεν σ’ αλλάζω». Ντυμένος στα μαύρα και με τα τότε χαρακτηριστικά του σκουλαρίκια στα αυτιά, έμοιαζε να ταιριάζει απίστευτα με την αισιοδοξία της εποχής. Τα 90s φαντάζουν πια ως τα τελευταία πραγματικά ανέμελα χρόνια της χώρας και ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν εκεί για να τα ορίσει.

Αυτή την αισιοδοξία, αληθινή ή μη, μόνος εκείνος μπορούσε να ξέρει, ο Γιώργος Μαζωνάκης έμοιαζε να μην την χάνει ποτέ.

Πέρυσι, ανέβηκε στο Άλσος δίπλα στον Φοίβο Δεληβοριά κι αν δεν είχες μπει στο ίντερνετ, δεν θα μπορούσες ποτέ να καταλάβεις ότι πριν από λίγες μέρες είχε περάσει μερικές από τις πιο δραματικές στιγμές της ζωής του. Και κάπως έτσι, τα τελευταία χρόνια αυτής, βρέθηκαν να περιλαμβάνουν όχι μόνο τη μεγάλη δημόσια έκθεση, αλλά και μια σοβαρή καταγγελία εις βάρος του, μια υπόθεση που δεν πήρε τελικά τον δρόμο της Δικαιοσύνης και γύρω από την οποία ειπώθηκαν πολλά, η οποία όμως δεν παύει πια να είναι μέρος της ιστορίας του, όπως είναι μέρος της ιστορίας ενός ανθρώπου και όλα τα δύσκολα που μπορεί να χωρέσει μια δημόσια εικόνα.

Η αποκαθήλωση ενός ειδώλου άλλωστε, δεν είναι εύκολη διαδικασία, ιδίως όταν αυτό έχει ενσωματωθεί στη συλλογική και προσωπική μας μνήμη. Και εδώ αναδύεται μια ευρύτερη κοινωνική αντίφαση. Οι κανόνες με τους οποίους αξιολογούμε μια συμπεριφορά δεν εφαρμόζονται πάντοτε ομοιόμορφα, αλλά συχνά διαμορφώνονται από τη θέση, το κύρος και το συμβολικό κεφάλαιο του προσώπου που κρίνεται.

Η ζωή μοιάζει χτισμένη πάνω σε δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Ίσως, μάλιστα, ο θάνατός του να κάνει ακόμη πιο εύκολη την τάση μας να τακτοποιούμε τους ανθρώπους εκ των υστέρων. Να κρατάμε ό,τι μας αρέσει και να αφήνουμε έξω ό,τι μας δυσκολεύει. Το ίδιο συμβαίνει και με τη λαϊκότητά του.

Τώρα που πέθανε, είναι εύκολο να τον θυμηθούμε όλοι ως κάτι που πάντοτε αγαπούσαμε, να τον τοποθετήσουμε με ασφάλεια στην πλευρά του «καλού λαϊκού», να μιλήσουμε για το κούλνες του, την αισθητική του, την ιδιαιτερότητά του, το χιούμορ του, την τόλμη του. Να ξεχάσουμε, δηλαδή, πως για ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού υπήρξε επί χρόνια ακριβώς το αντίθετο από όλα αυτά.

Γιατί το λαϊκό, όταν είναι ζωντανό, δεν είναι εύκολο να το αγαπάς. Σε φέρνει αντιμέτωπο με πράγματα που πολλές φορές η πολιτιστική μας αυτοεικόνα προτιμά να κρύβει κάτω από το χαλί. Με τη Δυτική Αττική, με τις πίστες, τα σκυλάδικα, τα τραπέζια, τη ζήλια, την καψούρα, την υπερβολή, το κιτς, τη χαρά που δεν ζητάει την άδεια κανενός για να υπάρξει. Ο Μαζωνάκης δεν ήταν λαϊκός επειδή τραγουδούσε λαϊκά τραγούδια. Ήταν λαϊκός επειδή δεν προσπάθησε ποτέ να απολογηθεί για τον κόσμο από τον οποίο προερχόταν.

Και είναι κάπως παράξενο να βλέπεις σήμερα ανθρώπους που όσο εκείνος ήταν ζωντανός αντιμετώπιζαν με συγκατάβαση ή και απέχθεια οτιδήποτε λαϊκό, να σπεύδουν να τον εξωραΐσουν τώρα που δεν μπορεί να τους χαλάσει την εικόνα. Να τον παρουσιάζουν σαν έναν εκλεκτό καλλιτέχνη, απαλλαγμένο από όλα εκείνα τα στοιχεία που τον έκαναν πραγματικά λαϊκό είδωλο. Σαν να πρέπει ο θάνατος να του αφαιρέσει τη λαϊκότητα για να του αποδώσουμε επιτέλους την αξία που είχε όσο ζούσε.

Μόνο που ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν χρειάζεται κανέναν τέτοιο εξωραϊσμό. Δεν χρειάζεται να τον μετατρέψουμε σε κάτι άλλο για να τον δικαιώσουμε. Δεν χρειάζεται να τον κάνουμε εκ των υστέρων κάτι που δεν ξέρουμε αν ήταν, ούτε να ψάξουμε στις συνεργασίες του με ανθρώπους που θεωρούνται πολιτιστικά πιο αποδεκτοί για να αποδείξουμε ότι είχε θέση και σε ένα άλλο, πιο ευγενές σύμπαν.

Είχε θέση εκεί που ήταν εξαρχής. Μέσα στο λαϊκό τραγούδι και μέσα στη λαϊκή κουλτούρα, την οποία όχι μόνο δεν φοβήθηκε, αλλά έκανε κομμάτι της προσωπικής του αισθητικής.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.