iStock
GEN Z

10 πράγματα από τη γενιά των Boomers που η Gen Z δεν φαντάζεται ότι συνέβαιναν

Και δεν είναι η ατάκα, «εμείς περπατούσαμε στο χιόνι και τη βροχή 10 χιλιόμετρα κάθε μέρα για να πάμε σχολείο».

Το χάσμα μεταξύ γενεών υπάρχει και για να το αντιληφθεί κανείς δεν χρειάζεται να ψάξει να βρει τις διαφορές της Generation Beta που τώρα μαθαίνει να περπατάει με τους «τεμπέληδες» Millennials με την εμμονή στα avocado toast. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τι συνέβαινε μερικές δεκαετίες μόλις πίσω, σε μία εποχή που σχεδόν τα πάντα γίνονταν αλλιώς.

Η ζωή για όσους μεγάλωσαν από τη δεκαετία του 1950 έως και τη δεκαετία του 1980 άλλαξε ριζικά. Όπως σημειώνει το Εθνικό Κέντρο Στατιστικών Υγείας των ΗΠΑ (National Center for Health Statistics), η περίοδος αυτή συνοδεύτηκε από μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που επηρέασαν την οικογένεια, την εργασία, την υγεία και τον τρόπο ζωής. Οι άνθρωποι που ανήκουν στη γενιά των Baby Boomers, όσοι δηλαδή γεννήθηκαν περίπου μεταξύ 1946 και 1964, μεγάλωσαν σε έναν κόσμο χωρίς διαδίκτυο, smartphones, streaming υπηρεσίες και άμεση πρόσβαση στην πληροφορία.

Στην Ελλάδα, η ίδια περίοδος ήταν μία εποχή ριζικών μεταμορφώσεων. Οι δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο αποτέλεσαν μια εποχή βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής μετάβασης. Σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), η ελληνική κοινωνία στη μεταπολεμική περίοδο (1950-1985), χαρακτηρίστηκε από έντονη αστικοποίηση, εσωτερική μετανάστευση προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλαγές στη δομή της οικογένειας, διεύρυνση της εκπαίδευσης και νέες μορφές κοινωνικής κινητικότητας.

Η Αθήνα γνώρισε ιδιαίτερα έντονη ανάπτυξη κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, καθώς μεγάλα τμήματα του πληθυσμού μετακινήθηκαν προς την πρωτεύουσα αναζητώντας εργασία και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Η μελέτη της μεταπολεμικής Ελλάδας από το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΕΙΕ) καταγράφει την περίοδο αυτή ως μια φάση ταχείας αστικοποίησης, οικονομικής ανασυγκρότησης και αλλαγής του κοινωνικού τοπίου.

Παράλληλα, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μετανάστευσαν στο εξωτερικό, κυρίως προς χώρες της Δυτικής Ευρώπης, την Αυστραλία και τις ΗΠΑ, σε ένα από τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά κύματα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώθηκε η καθημερινότητα μιας γενιάς που είτε μεγάλωνε στο Μανχάταν είτε στα Πετράλωνα, σήμερα συχνά δυσκολεύεται να γίνει κατανοητή από τους νεότερους: μια ζωή χωρίς άμεση επικοινωνία, ψηφιακά ίχνη και πολλές από τις ανέσεις που σήμερα θεωρούνται αυτονόητες.

Όσα ακολουθούν είναι μερικά από τα πράγματα που η Gen Z ίσως δυσκολεύεται να πιστέψει ότι κάποτε αποτελούσαν απλά καθημερινότητα:

Κάπνιζαν σχεδόν όλοι και παντού. Ναι, και στο υπνοδωμάτιο

Σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Στατιστικών Υγείας, το 1965 το 42,4% των Αμερικανών ενηλίκων ήταν καπνιστές· το ποσοστό αυτό ήταν υψηλότερο στους άνδρες, φτάνοντας το 52%. Ως εκ τούτου, πολλοί από τη γενιά των Baby Boomers μεγάλωσαν περιτριγυρισμένοι από καπνό τσιγάρου στα σπίτια τους, στα εστιατόρια, στα γραφεία και στους δημόσιους χώρους. Με την πάροδο των δεκαετιών, το ποσοστό αυτό μειώθηκε καθώς ο κόσμος άρχισε να μαθαίνει για τους κινδύνους που εγκυμονεί το κάπνισμα.

Οι ζώνες ασφαλείας ήταν απλά ένα αξεσουάρ στο αυτοκίνητο

Πολλοί εκπρόσωποι της Gen Ζ δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν ότι οι Baby Boomers συνήθιζαν να ταξιδεύουν με αυτοκίνητα χωρίς να φορούν ζώνες ασφαλείας. Εκείνα τα χρόνια, τα ομοσπονδιακά πρότυπα απαιτούσαν τα αυτοκίνητα να διαθέτουν ζώνες ασφαλείας, αλλά ο νόμος δεν επέβαλε τη χρήση τους από τους επιβάτες. Μόνο το 1984 η Πολιτεία της Νέας Υόρκης θέσπισε νόμο που καθιστούσε υποχρεωτική τη χρήση ζώνης ασφαλείας. Το κακό είναι ότι ακόμα και σήμερα, πολλοί έχουν την ίδια κακή συνήθεια.

Ένα τηλέφωνο και μάλιστα σταθερό για όλη την οικογένεια

Πριν από δεκαετίες, οι οικογένειες μοιράζονταν ένα μόνο τηλέφωνο, καθώς υπήρχε μόνο μία σταθερή γραμμή στο σπίτι. Οι ιδιωτικές συνομιλίες ήταν ψιλά γράμματα, καθώς το τηλέφωνο βρισκόταν συνήθως στο σαλόνι ή στην κουζίνα και ο μόνος τρόπος να το μετακινήσει κανείς ήταν να τεντώσει το καλώδιο όσο το δυνατόν περισσότερο. Αν μάλιστα υπήρχε και δεύτερη συσκευή, πχ στο υπνοδωμάτιο, ήταν πολύ πιθανό να ακούσεις ξαφνικά τη μαμά ή τον μπαμπά να κρυφακούν.

Επιπλέον, όταν χτυπούσε το τηλέφωνο, κανείς δεν ήξερε για ποιον ήταν η κλήση και, φυσικά, δεν υπήρχε τρόπος να επαληθευτεί εκ των προτέρων η ταυτότητα του καλούντος. Θυμόμαστε όλοι τις άβολες συζητήσεις με γονείς φίλων μας.

Κάποιες φορές κιόλας, την ίδια γραμμή χρησιμοποιούσαν και οι γείτονες

Στην ίδια θεματική, υπήρχαν οικογένειες που μοιράζονταν την τηλεφωνική τους γραμμή και με άλλα νοικοκυριά. Αυτή η ρύθμιση ήταν γνωστή ως «κοινή γραμμή» (“party line”), η οποία συνέδεε διαφορετικά νοικοκυριά στο ίδιο τηλεφωνικό κύκλωμα· για να διακρίνεται σε ποιο σπίτι προοριζόταν η κλήση, το καθένα είχε ένα συγκεκριμένο μοτίβο κουδουνίσματος. Το ακόμα καλύτερο είναι ότι, ορισμένες φορές, τα άτομα από άλλα νοικοκυριά μπορούσαν να ακούσουν τη συνομιλία που γινόταν αν σήκωναν το δικό τους τηλέφωνο.

Οι οικογένειες συχνά οργάνωναν το βράδυ τους με βάση μια τηλεοπτική εκπομπή

Μία μορφή οικογενειακής ψυχαγωγίας ήταν και η άτυπη συμφωνία μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, για το σχεδόν καθημερινό βραδινό ραντεβού στο σαλόνι του σπιτιού, για να παρακολουθήσουν όλοι μαζί μια συγκεκριμένη τηλεοπτική εκπομπή. Οι γονείς της γενιάς των Baby Boomers συχνά προγραμμάτιζαν τα γεύματα, τις δουλειές και την ώρα ύπνου με βάση το αγαπημένο πρόγραμμα της οικογένειας. Εκείνη την εποχή, δεν υπήρχαν πλατφόρμες streaming ή on demand υπηρεσίες και έτσι αν έχανες μια ζωντανή μετάδοση, αυτό σήμαινε ότι δεν θα μπορούσες ποτέ να την ξαναδείς.

Η εμφάνιση μιας φωτογραφίας μπορεί να διαρκούσε μέρες

Την εποχή που οι Boomers ήταν νέοι, το να βγάζεις φωτογραφίες σήμαινε να χρησιμοποιείς ένα φιλμ, χωρίς να υπάρχει τρόπος να δεις αν μια λήψη ήταν καλή ή όχι. Μόλις τελείωναν οι διαθέσιμες λήψεις, έπρεπε να πας το φιλμ σε ένα φωτογραφείο για εμφάνιση, αλλά αυτή η διαδικασία απαιτούσε χρόνο. Συχνά λοιπόν περνούσαν πολλές μέρες για να έρθει στα χέρια σου ο φάκελος με τις φωτογραφίες εκτυπωμένες, οπότε και τα μέλη της οικογένειας μαζεύονταν για να τις δουν. Μόνο τότε μπορούσες να διαπιστώσεις αν οι εικόνες είχαν βγει καθαρές, κουνημένες ή κάποιος δεν πρόσεξε και άφησε το δάχτυλό του μπροστά.

Οι Boomers έπιαναν την πρώτη τους δουλειά χωρίς να συμπληρώσουν καν αίτηση

Ο τρόπος με τον οποίο οι Boomers έβρισκαν δουλειά ήταν να μπαίνουν σε καταστήματα, εστιατόρια, βενζινάδικα ή τοπικές επιχειρήσεις και να ρωτούν αν προσλάμβαναν προσωπικό. Συμπλήρωναν αιτήσεις σε χαρτί επί τόπου, ενώ σε ορισμένες μικρότερες επιχειρήσεις, μια σύντομη συζήτηση με τον ιδιοκτήτη μπορούσε να μετατραπεί σε μια αυθόρμητη συνέντευξη. Εκείνα τα χρόνια απέχουν πολύ από την εποχή των ψηφιακών βιογραφικών, των συνεντεύξεων μέσω zoom και των αυτοματοποιημένων βιογραφικών.

Το να παντρεύεσαι στα 20 ήταν κάτι το συνηθισμένο

Μεταξύ όσων έχουν αλλάξει από γενιά σε γενιά είναι και η λεγόμενη κοινωνική ηλικία (social age), η οποία αναφέρεται στις προσδοκίες, τους άγραφους κανόνες και τις συμπεριφορές που η κοινωνία θεωρεί κατάλληλες για έναν άνθρωπο με βάση την ηλικία του. Το ακριβώς αντίθετο συνέβαινε την εποχή των Baby Boomers κι ένα από τα παραδείγματα είναι ο γάμος. Πολλά ζευγάρια παντρεύονταν σε πολύ νεότερη ηλικία σε σχέση με σήμερα. Στη δεκαετία του 1960, η μέση ηλικία κατά τον πρώτο γάμο ήταν περίπου 23 έτη για τους άνδρες και 20 έως 21 έτη για τις γυναίκες.

Μπορούσες να συνοδεύσεις κάποιον μέχρι την πύλη του αεροδρομίου χωρίς να έχεις εισιτήριο

Την εποχή του “Baby Boom”, η οικογένεια και οι φίλοι ενός επιβάτη μπορούσαν να τον συνοδεύουν μέχρι τον έλεγχο ασφαλείας του αεροδρομίου και να περιμένουν μαζί του μέχρι να επιβιβαστεί στο αεροπλάνο. Οι οικογένειες συνήθιζαν να συγκεντρώνονται για να υποδεχτούν ή/και να αποχαιρετήσουν τους επιβάτες, καθώς τα μέτρα ασφαλείας δεν ήταν τόσο αυστηρά. Μέχρι που ο κόσμος και οι αερομεταφορές όπως τα ξέραμε άλλαξαν μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους την 11η Σεπτεμβρίου 2001.

Τα παιδιά πήγαιναν σχολείο χωρίς οι γονείς να μπορούν να τα παρακολουθούν

Όταν οι Baby Boomers ήταν νέοι, δεν υπήρχαν ούτε group chats με την ονομασία «Η τάξη μας» ή πρόσβαση σε κάποια πλατφόρμα για να βλέπουν σε πραγματικό χρόνο τι κάνει το παιδί τους μέσα στην τάξη, τις εργασίες ή τους βαθμούς του – εργαλεία δηλαδή που υπάρχουν σήμερα και με τα οποία συμβιώνει η Gen Ζ.

Οι γονείς εκείνης της εποχής έπρεπε να βασίζονται περισσότερο στα παιδιά τους και να επικοινωνούν μαζί τους ή να μιλούν με τον δάσκαλο ή κάποιον εκπρόσωπο του σχολείου για να πληροφορούνται για τις επιδόσεις τους. Για το αν έφτασαν το πρωί στο σχολείο ή τι ώρα γύρισαν, ούτε λόγος.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.