ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Όσο περνάει από το χέρι μου, φτιάχνω γυναίκες ηρωίδες»: Η Κατερίνα Μπέη ανοίγει τη Βαλίτσα της

Με αφορμή τη Βαλίτσα, μιλήσαμε με την Κατερίνα Μπέη, τη σεναριογράφο των επιτυχιών του ελληνικού κινηματογράφου, για τις γυναίκες ηρωίδες και το ελληνικό σινεμά που αλλάζει.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΣΠΑ ΚΟΥΛΥΡΑ

Τέσσερις γυναίκες. Μία βαλίτσα με λεφτά. Και, όπως καταλαβαίνουμε γρήγορα, πολύ περισσότερες πιθανότητες να πάνε όλα στραβά απ’ όσες χωράει ένα καλό σχέδιο.

Η Βαλίτσα, η νέα κωμωδία σε σενάριο της Κατερίνας Μπέη και σκηνοθεσία του Δημήτρη Παπαθανασίου, ξεκινά από μια ιδέα που μοιάζει φτιαγμένη για χάος: μια παρέα γυναικών βρίσκεται μπροστά σε μια απρόσμενη ευκαιρία, από αυτές που στη θεωρία αλλάζουν ζωές και στην πράξη συνήθως αποκαλύπτουν ποιος είναι ποιος όταν τα πράγματα ζορίζουν.

Σε ένα ελληνικό σινεμά όπου οι κωμωδίες με γυναικείο καστ δεν είναι ακριβώς καθημερινό φαινόμενο, η Βαλίτσα βάζει τις γυναίκες στο τιμόνι, χωρίς να τις χρησιμοποιεί ως διακοσμητική παρένθεση σε ανδρική περιπέτεια.

Με αφορμή την ταινία, μιλήσαμε με την Κατερίνα Μπέη για το πώς γεννήθηκε η Βαλίτσα, γιατί η κωμωδία είναι από τα δυσκολότερα είδη, τι σημαίνει σήμερα να γράφεις γυναικείους χαρακτήρες χωρίς να τους γυαλίζεις υπερβολικά, αλλά και γιατί το ελληνικό σινεμά χρειάζεται περισσότερες ιστορίες που να εμπιστεύονται τις γυναίκες.

Πώς ξεκίνησε η ιδέα της Βαλίτσας και πώς διαμορφώθηκε στην πορεία της;

Με τον Διονύση Σαμιώτη, τον CEO της Tanweer – που συνεργάζομαι αποκλειστικά – θέλαμε να κάνουμε και κάτι πιο ανάλαφρο. Κατά καιρούς μου έστελνε ιδέες, ταινίες, βιβλία, σενάρια και τα συζητούσαμε. Ήμασταν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τον Νοέμβρη του ’24, όταν μου έστειλε να διαβάσω το σενάριο για μια σειρά που είχε θέμα τέσσερις φίλες που βρίσκουν μια βαλίτσα με λεφτά. Μας άρεσε η γενική ιδέα, αν και η ανάπτυξη του σεναρίου κι οι χαρακτήρες ήταν εντελώς διαφορετικοί. Συζητήσαμε με τον δημιουργό της σειράς τον Άρη Κυπριανού, και πήραμε το δικαίωμα της βασικής ιδέας. Όταν έγραψα το σενάριο, μπήκε στην ομάδα κι ο Δημήτρης Παπαθανάσης, ένας πολύ ταλαντούχος νέος σκηνοθέτης που είχε κάνει μια καταπληκτική και πολυβραβευμένη ταινία μικρού μήκους εκείνη τη χρονιά.

Είχες εξαρχής υπόψη σου ηθοποιούς που θα μπορούσαν να υποδυθούν τους βασικούς ρόλους; Και υπήρξε κάποιος/-α από το καστ που σε εξέπληξε ως επιλογή και αργότερα δικαίωσε με την ερμηνεία του/της;

Άλλες φορές έχω στο μυαλό μου ξένους ηθοποιούς, άλλες Έλληνες, άλλες ανθρώπους που απλά ξέρω, ή παρατηρώ κι άλλες χαρακτήρες από ταινίες και βιβλία. Μετά, στο κάστιγκ, αλλάζουν όλα γιατί αλλάζουν κι οι ισορροπίες, κάθε φορά που κλείνει ένας ηθοποιός. Νομίζω το τελικό αποτέλεσμα ήταν πολύ ταιριαστό, με τους ρόλους και με κάποιον τρόπο, έδεσαν όλα τα συστατικά. Αν θα πρέπει να πω κάτι που με ξάφνιασε ευχάριστα, θα πω τη σκηνή που μπαίνει ο «Γιώργος» (Δημήτρης Μοθωναίος) να κλέψει τη βαλίτσα και έρχεται αντιμέτωπος με τον Λεό (Αντώνη Γιαννακό). Όπως λέγεται κάποια στιγμή στην ταινία: «αρκεί ένας ηλίθιος για να πάνε όλα λάθος και στην ιστορία μας είχαμε παραπάνω από έναν»… Αυτό!

Πες την αλήθεια! Έχεις ή απέκτησες αγαπημένο γυναικείο χαρακτήρα μεταξύ των βασικών; Και σε ποια βρίσκεις περισσότερο τον εαυτό σου;

Καλέ την αλήθεια λέω πάντα, αλλά δεν μπορώ να απαντήσω μονολεκτικά, σε αυτήν την ερώτηση. Με γοητεύει το ψώνιο και η πονηριά της Μαρίνας (Λίλα Μπακλέση), η αλλόκοτη ακεραιότητα κι αυθεντικότητα της Βάσως (Βάσω Καβαλιεράτου) ο δυναμισμός της Αλίκης (Αναστασία Παντούση), η αιθεροβαμοσύνη της Στέλλας (Ναταλία Τσαλίκη) και το δίπολο απόγνωσης και πρακτικότητας της Ίριδας (Τόνια Σωτηροπούλου).

Αν θέλω να είμαι ειλικρινής και να κάνω την αυτοκριτική μου – λέγοντας την αλήθεια όπως υποσχέθηκα – τα έχω όλα αυτά τα στοιχεία σε αφθονία και τα μοιράζω και στις ηρωίδες μου.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Δημήτρη Παπαθανασίου;

Ο Δημήτρης πέρα από εξαιρετικά ταλαντούχος και εργατικός είναι και ένα πολύ γλυκό παιδί, ευγενές και θετικό, με πολύ χιούμορ. Όλες αυτές τις ποιότητες τις έφερε και στο γύρισμα και στις σχέσεις του με τους συνεργάτες αλλά και στο αποτέλεσμα της δουλειάς του. Μόνο καλά πράγματα έχω να πω για τον Δημήτρη.

Πριν το σινεμά, υπήρξε η Νομική και τα περιοδικά. Πώς σε προετοίμασε εκείνη η περίοδος για αυτή που θα ακολουθούσε με τη γραφή σεναρίων;

Τη Νομική την τέλειωσα γιατί το είχα υποσχεθεί στον πατέρα μου. Μπήκα εξερευνητικά, χωρίς να ξέρω αν μ΄ αρέσει. Από τον πρώτο χρόνο ήξερα πως δεν θα την ακολουθήσω. Ωστόσο νομίζω με εκπαίδευσε κατά κάποιον τρόπο, στο να οργανώνω τη σκέψη μου κι αυτό, στην αποτελεσματική και δομημένη γραφή. Τα περιοδικά ήρθαν όταν τελείωσα τη σχολή, σε μια εποχή που ήταν στα πάνω τους. Ήταν κάτι καινούριο. Υπήρχε ενθουσιασμός, τότε, σε μας που δουλεύαμε σε αυτά. Υπήρχε όρεξη, δημιουργικότητα και λεφτά. Τότε προπονήθηκα καλά, νομίζω για αυτά που ήρθαν αργότερα.

Μετά ήρθε ο Νίκος Περάκης και η Θηλυκή Εταιρεία. Μίλησέ μου για το πώς προέκυψε και εξελίχθηκε η συνεργασία σας στο σενάριο. Ποια ήταν τα στοιχεία που έκαναν τον δημιουργικό σας γάμο τόσο επιτυχημένο ώστε να ακολουθήσουν τα Φούσκα, Η Λίζα και Όλοι οι Άλλοι, Σχεδόν Ποτέ και Success Story;

Από μικρό παιδί αγαπούσα πολύ το σινεμά. Πήγαινα κάθε Σαββατοκύριακο-κολαούζος στην παρέα του αδελφού μου, που ήταν μεγαλύτερος- κι έβλεπα κάθε είδους ταινίες: από καράτε μέχρι υπαρξιακά δράματα. Ό,τι έπαιζε το Άννα Ντορ στη Γλυφάδα. Όταν σπούδαζα κι είχα καταλάβει ότι με τη νομική αποκλείεται να ασχοληθώ, έψαχνα τι πραγματικά μου αρέσει, είχα διαβάσει βιβλία για το πως γράφονται τα σενάρια. Όταν ο Νίκος Περάκης ετοιμαζόταν να κάνει τη Θηλυκή Εταιρία κι έψαχνε μια γυναίκα να συνεργαστεί, επειδή ήταν πολύ γυναικείο θέμα κι η αλήθεια είναι πως ο ίδιος είχε ειδικότητα σε άντρες ήρωες, με ρώτησε αν θέλω να γράψω διαλόγους -άλλο που δεν ήθελα- κι έτσι ξεκίνησα και πρακτικά να μαθαίνω το σενάριο. Η Θηλυκή Εταιρία λειτούργησε σαν μάστερκλας σε μένα, που στην ουσία μάθαινα την αλφάβητο από έναν σπουδαίο δημιουργό. Λειτούργησε καλά αυτό κι έτσι συνεχίσαμε και κάναμε κι άλλες ταινίες και σειρές.

Η Θηλυκή Εταιρεία είχε ως πρωταγωνίστριες γυναίκες, συναισθηματικά και σεξουαλικά ακάλυπτες. Ήταν και η χρονιά του Safe Sex, σε μία περίοδο όπου στα media συνυπήρχε ένα κύμα αντι-πουριτανισμού – στο ελληνικό, mainstream σινεμά όπως με τις ταινίες που ανέφερα ή και το δικό σου Η Λίζα και Όλοι οι Άλλοι, ή και με σειρές όπως το Sex and the City και το Σχεδόν Ποτέ – αλλά ταυτόχρονα και μία αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος που πήγαινε χέρι-χέρι με τη μάτσο αρρενωπότητα. Τελικά ήταν ευκολότερο να μιλήσετε για τη γυναικεία σεξουαλικότητα στα media εκείνης της εποχής, ή γινόταν και τότε υπό συγκεκριμένους όρους;

Σίγουρα τότε ήταν πιο απενοχοποιημένη αλλά και πιο ωμή και άφιλτρη εποχή. Πλέον πρέπει να σκέφτεσαι ξανά και ξανά τι θα πεις και κυρίως πως θα το πεις.

Έχεις υποστεί κάποιου τύπου λογοκρισία σε σενάριά σου;

Πια στο όνομα της πολιτικής ορθότητας, έχουμε πάει στο άλλο άκρο. Αυτολογοκρινόμαστε για το κάθε τι και αναγκαζόμαστε να αποσύρουμε από το λεξιλόγιο λέξεις που μπορεί να είναι απλά περιγραφικές, αλλά μπορούν να μεταφραστούν και ως προσβολή. Νομίζω είμαστε τη φάση της υπερβολής, από την άλλη μεριά. Από την ανάγκη να μη θίξουμε, φτάνουμε να δυσκολευόμαστε να επικοινωνήσουμε. Το αναγκαστικό λούστρο στις λέξεις αφαιρεί σίγουρα από την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό στους διαλόγους, γιατί νομίζω πως με τους φίλους μας δεν χρησιμοποιούμε τόσα φίλτρα.

Σχετικά με τη «λογοκρισία» από άλλους… Όταν κάνεις βιογραφίες είναι λογικό να έχουν άποψη και λόγο και οι συγγενείς των ανθρώπων που απεικονίζονται. Όμως σε κάθε περίπτωση, αυτός που γράφει πρέπει να είναι έτοιμος και να σβήσει, γιατί το σενάριο περνάει πολλά φίλτρα. Πρέπει να απορροφήσει την γνώμη του παραγωγού, του σκηνοθέτη κι όλων των συντελεστών. Εντάξει… δεν είναι λογοκρισία… αλλά είναι κιόλας…

Έχω διακρίνει σωστά πως η κωμωδία είναι το αγαπημένο σου είδος ως θεάτρια ή/και δημιουργός; Αν ναι, γιατί; Και γιατί δεν βλέπουμε τόσο συχνά καλές κωμωδίες στο ελληνικό σινεμά;

Για όλα τα είδη βρίσκω λόγους να μου αρέσουν. Ωστόσο ξεχωρίζω τις κωμωδίες και τα θρίλερ, ψυχολογικά και αστυνομικά κυρίως. Τις κομεντί του Γούντι Άλεν, τις μπουφονικές κωμωδίες των Κοέν, κάποιες ρομαντικές κομεντί, σουρεαλιστικές ή μαύρες κωμωδίες, καταπληκτικές σειρές σε όλη τη γκάμα: Widow’s bay. Dying for Sex. Atypical. Margo’s Got Money Troubles. Νομίζω η κωμωδία-κομεντί κι όλα τα παράγωγά της, είναι ένα αρκετά δύσκολο είδος. Χρειάζεται ρυθμό, ατάκα, ξάφνιασμα, ανατροπή. Και υποκριτικά είναι πιο δύσκολο να παιχτεί από το δράμα.

Το γιατί δεν έχουμε αρκετές κωμωδίες δεν μπορώ να το απαντήσω εγώ. Μπορεί να ευθύνονται κι οι πλατφόρμες που μας τις παρέχουν σε αφθονία. Μπορεί να παίζει ρόλο κι η περιορισμένη παρουσία της κωμωδίας από την τηλεόραση, μέχρι πρότινος. Υποθέτω πως είναι θέμα μάρκετινγκ. Ίσως χρειάζεται να πάει καλά μια κωμωδία για να ακολουθήσουν κι άλλες.

Μιλώντας με το καστ της Βαλίτσας κατά τη διάρκεια ενός set visit (μπορείς να δεις εδώ), προέκυψε από όλες τους, προφανώς, η αμφισβήτηση της ιδέας ότι “οι γυναίκες δεν είναι αστείες”. Γιατί δεν βλέπουμε συχνότερα κομεντί, όπως η Βαλίτσα, με γυναικεία καστ;

Όσο περνάει από το χέρι μου, φτιάχνω γυναίκες ηρωίδες. Πιστεύω πως είναι πολύ κινηματογραφικές: είναι αστείες, πολυσχιδείς, επικοινωνιακές, ενδιαφέρουσες μέσα στο χάος τους. Ελπίζω πλέον να εναρμονιστούμε με τα αιτήματα της εποχής για περισσότερη εκπροσώπηση των γυναικών και να γίνονται όλο και περισσότερες γυναικο-κεντρικές ταινίες, κομεντί ή όχι.

Έχεις πει πως όταν ενθουσιάζεσαι με κάποια ιδέα, βάζεις όλα τα υπόλοιπα στην άκρη. Τελικά, τι θα σε έκανε να πεις όχι σε κάποια ανάθεση;

Αν νιώσω χλιαρά. Αν δεν μου κολλήσει στο μυαλό η ιδέα… Αν μου φανεί κάτι βαρετό, ή κάτι που δεν μου προκαλεί κάποιο συναίσθημα, τότε δεν έχω λόγο να το κάνω.

Ευτυχία, Υπάρχω, Φόνισσα, Τελευταία Κλήση. Όλες τους μεγάλες επιτυχίες, όλες τους με ειδικό βάρος. Ποια ήταν η βασικότερη ανησυχία/πρόκληση για σένα ως σεναριογράφο για το καθένα;

Για την Ευτυχία δεν είχα ιδιαίτερη ανησυχία. Με γοήτευσε αμέσως ο χαρακτήρας της και ένιωσα πως ήξερα να τον αποτυπώσω: μου θύμιζε σε πολλά χαρακτηριστικά, τη γιαγιά μου.

Στο Υπάρχω ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα. Ο ήρωας ήταν κάποιος που είχαν όλοι άποψη γι’ αυτόν. Για κάποιους ήταν ο ένας κι ο μοναδικός, ο Θεός, για κάποιους άλλους, νεότερους, ένας τύπος που τσακωνόταν με τους συνεργάτες του. Έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να μιλήσουμε γι αυτόν χωρίς να απομακρυνθούμε από την αλήθεια, να δείξουμε όλες τις πλευρές του: με τα προτερήματα και τα ελαττώματά του και ταυτόχρονα να τον αγαπήσουμε. Δεν ήταν εύκολο.

Για τη Φόνισσα η πρόκληση ήταν πως ένα έργο του 1900 που μιλάει για την ακραία κακοποίηση των γυναικών τότε, μπορεί να ειπωθεί σήμερα και να συνδεθεί με την εποχή που πλέον οι γυναίκες βρίσκουν τη θέση τους.

Στην Τελευταία Κλήση αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε με τον Σερίφ Φράνσις, σκηνοθέτη και συν-σεναριογράφο, ήταν να μείνουμε στην καρδιά της ιστορίας χωρίς να φωτογραφίζουμε τα πρόσωπα. Επιπλέον έπρεπε να δείξουμε την ιστορία real time χωρίς να χρειάζεται να επεξηγούμε πράγματα για τους χαρακτήρες, τα κίνητρά τους, τις καταβολές τους. Έπρεπε δηλαδή με μία ατάκα, μία κίνηση στον παρόντα χρόνο της δράσης της ταινίας, να φανεί ποιος είναι ποιος, χωρίς να σπάσουμε τη ροή με flashbacks ή παρενθετικούς-εκθετικούς διαλόγους.

Έχει τύχει να αγαπήσεις πολύ ένα πρότζεκτ και το αποτέλεσμα επί της οθόνης να το προδώσει; Αν ναι, πώς το πήρες;

Η ιστορία της ζωής μου. Πάντα, ακόμη και στα πιο αγαπημένα μου πρότζεκτ, έχω παρατηρήσεις όταν τα πρωτοβλέπω. Πλέον ο παραγωγός μου, ο Διονύσης Σαμιώτης, δεν μου δείχνει το πρώτο cut. Βλέπω το πέμπτο-έκτο και πάντα κρατάω σημειώσεις με το τετραδιάκι μου. Τα πρώτα μοντάζ είναι πολύ σκληρή εμπειρία. Η ταινία είναι χωρίς μουσική, χωρίς περασμένους όλους τους ήχους, χωρίς ομοιογενή φωτογραφία… Είναι σαν η ταινία να σου βγάζει όλα τα ελαττώματά της στη φόρα. Μετά περνάνε πολλά χέρια για να φτάσει στις αίθουσας, αλλά πάντα σκέφτομαι «αυτό έπρεπε να το κάνουμε αλλιώς», «εκεί μας ξέφυγε» κτλ.

Κοιτώντας πίσω, αλλά με τον σημερινό φακό σου και αναγνωρίζοντας φυσικά πως είμαστε όλοι και όλα προϊόντα της εποχής μας, υπάρχει κάτι ή κάποιος χαρακτήρας που θα τροποποιούσες σε κάποιο σενάριό σου αν είχες τη δυνατότητα;

Η κάθε ταινία είναι προϊόν των συγκυριών που γίνεται. Γι’ αυτό και πολλές φορές δεν μπορούμε να δούμε παλαιότερες ταινίες: δεν μας αφορά η ιστορία, την έχει ξεπεράσει η τεχνολογία κτλ. Κι ενώ μέσα στο μυαλό μου, όποτε βλέπω μια ταινία, κάνω νοερά διορθώσεις, τελικά, καταλαβαίνω πως είναι μάταιο.

Το σινεμά θεωρείται παραδοσιακά ως το μέσο που ανήκει στη σκηνοθεσία, ενώ η τηλεόραση του μέσο του «γραφιά». Δεν συμφωνώ με αυτή τη θέση προσωπικά, αλλά θα ήθελα τη γνώμη σου, ειδικά εφόσον συνηθίζεις να είσαι μέρος της κινηματογραφικής διαδικασίας έως το τέλος της.

Δεν ξεχωρίζω το σινεμά από την τηλεόραση. Και τα δύο τα κάνω με τον ίδιο ενθουσιασμό και τον ίδιο κόπο. Ούτε πιστεύω ότι υπάρχουν τηλεοπτικοί και κινηματογραφικοί δημιουργοί, με την έννοια ότι υπάρχουν σειρές που είναι πολύ καλύτερες από ταινίες και το αντίθετο. Όλα κρίνονται από τους ανθρώπους που τα κάνουν, το πόσο επενδύουν και τι μέσα έχουν.

Και το σινεμά κι η τηλεόραση είναι ομαδικές δουλειές. Μια ειδικότητα να μη λειτουργήσει καλά, αρκεί για να καταδικαστεί όλη η δουλειά. Όλοι οι συντελεστές είναι αναγκαίοι και κρίσιμοι. Ωστόσο αν μπορούμε να μιλήσουμε για «πατρότητα-μητρότητα» θα έλεγα πως ανήκει, λίγο παραπάνω, σε αυτόν που το ξεκινάει. Αλλιώς είναι αν ο σκηνοθέτης βρίσκει τον παραγωγό και τον σεναριογράφο για να πραγματοποιήσει την ιδέα του, άλλο είναι ένας παραγωγός να φωνάξει έναν σεναριογράφο και μετά τον σκηνοθέτη κι άλλο είναι ένας σεναριογράφος να πάει σε έναν παραγωγό και να βρουν μαζί τον σκηνοθέτη.

Βλέπεις βελτίωση ή στασιμότητα σε σχέση με την εσωστρέφεια της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής; Πού την αποδίδεις;

Βλέπω πως η ελληνική παραγωγή είναι σε γενικές γραμμές δύο ταχυτήτων. Υπάρχουν οι arthouse ταινίες που επιβραβεύονται σε φεστιβάλ κυρίως, και οι εμπορικές που επιβραβεύονται στις αίθουσες. Και αυτό είναι σπουδαίο και αισιόδοξο. Φέτος είχαμε κι ένα ενδιαφέρον φαινόμενο που ελπίζω να συνεχιστεί: ταινίες που σαν είδος, δεν χαρακτηρίζονται κλασικά εμπορικές, έκαναν καλά εισιτήρια στις αίθουσες όπως η Σπασμένη Φλέβα κι η Τελευταία Κλήση. Αυτό είναι πολύ αισιόδοξο κι ελπίζω να γίνουν κι άλλες τέτοιες ταινίες, που ανατρέπουν τα στερεότυπα.

Το πρόβλημα είναι με τις περισσότερες ταινίες που δυστυχώς δεν βρίσκουν το δρόμο τους ούτε στις αίθουσες ούτε στα φεστιβάλ. Αυτό είναι πολύ απογοητευτικό και για τους δημιουργούς γιατί είναι πολύ δύσκολο να γίνει μια ταινία κι είναι άδοξο να μην μπορεί να βρει το κοινό της. Εδώ υπάρχει μια μεγάλη πρόκληση και για τους δημιουργούς και για το κράτος: πώς θα στηριχτούν, πώς θα αναπτυχθούν και πού θα κατευθυνθούν οι δημιουργοί ώστε το έργο τους να αποκτήσει εξωστρέφεια και αποδοχή.

Από πού αντλείς τα ερεθίσματά σου, ιδίως όταν γράφεις χαρακτήρες που δεν συναντάς εύκολα στη ζωή σου;

Από αυτά που βλέπω, ακούω και αισθάνομαι. Παρατηρώ τους ανθρώπους, τους ακούω, τους αναλύω. Το ίδιο κάνω και με τις σειρές, τις ταινίες και τα βιβλία.

Έχεις απωθημένα για σενάριο που θα ήθελες να γίνει σειρά/ταινία και δεν έχει ακόμα περάσει από τα χέρια σου;

Από απωθημένα κι άλλο τίποτα. Αυτά είναι το γκάζι για να στρωθείς να γράψεις. Συνέχεια έχω ιδέες, άλλες τις γράφω, άλλες τις πιτσάρω, άλλες τις έχω απλά στο μυαλό μου κι αιωρούνται. Τι απ’ όλα αυτά θα γίνει…κανείς δεν ξέρει.

Η Βαλίτσα κυκλοφορεί στις 15 Οκτωβρίου στις αίθουσες από την Tanweer.

Aκολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.