ΛΙΣΤΕΣ

Οι 9 καλύτερες ταινίες που μπορείς να δεις στη Γιορτή του Σινεμά, με μόλις €3

Το μεγάλο ετήσιο ραντεβού μας με τη μεγάλη οθόνη, με μόλις €3/εισιτήριο, επιστρέφει σε όλους τους κινηματογράφους της χώρας. Αυτές είναι οι ταινίες που επιλέγουμε.

Η Γιορτή του Σινεμά έχει καθιερωθεί και μαζί της το σταθερά χαμηλό εισιτήριό της! Το μεγάλο ετήσιο ραντεβού του κοινού με τη μεγάλη οθόνη επιστρέφει την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου, με ενιαίο εισιτήριο 3€ για όλες τις ταινίες και όλες τις προβολές, σε όλους τους κινηματογράφους της χώρας.

Εδώ μπορείς να δεις όλες τις ταινίες που θα γίνουν διαθέσιμες στη φετινή Γιορτή του Σινεμά, παρακάτω όμως ακολουθούν οι δικές μας επιλογές (που δεν περιλαμβάνουν την Οδύσσεια, το πρόσφατο Spider-Man και το Encore των Avengers γιατί, κρίνοντας από τα εισιτήριά τους, τα έχεις ήδη δει!).

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ:

Coyote vs. Acme

Το 2023, η Warner Bros., το στούντιο που κατέχει εδώ και σχεδόν έναν αιώνα το παλαβό σύμπαν των Looney Tunes, απέσυρε χωρίς πολλές εξηγήσεις το Coyote vs. Acme από το πρόγραμμα κυκλοφοριών της. Ακολούθησε θύελλα αντιδράσεων, τόσο στο διαδίκτυο όσο και εκτός αυτού, μέχρι που τελικά η Ketchup Entertainment ανέλαβε τη διανομή της ταινίας. Και ευτυχώς που το έκανε, γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα αληθινό πανηγύρι απολαυστικής παράνοιας!

Έξυπνη και σπιρτόζικη, φρέσκια και ξεκαρδιστικά ανόητη, η ταινία συνδυάζει με απόλυτα επιτυχημένο τρόπο τα κλασικά κωμικά ευρήματα των Looney Tunes με σύγχρονους προβληματισμούς. Eίναι σβέλτο, αστείο, γεμάτο αυτογνωσία, που δεν καταφεύγει ποτέ στην αυτάρεσκη εξυπνάδα. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι μια ζεστή και χιουμοριστική παραλλαγή ενός δικαστικού θρίλερ, αρκετά ευφυής ώστε να αναγνωρίζει ότι τόσο ο δικός μας κόσμος όσο και εκείνος των Looney Tunes σπανίως φέρονται με καλοσύνη στους αδύναμους. Και ότι μερικές φορές οι καλοί δεν κερδίζουν.

Η Σκιά του Πατέρα Μου/My Father’s Shadow

Λάγος, Νιγηρία. Μέσα στη δίνη των χαοτικών προεδρικών εκλογών της 12ης Ιουνίου 1993, κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης εθνικής εκλογικής αναμέτρησης που υπόσχεται τη μετάβαση από τη στρατιωτική διακυβέρνηση στη δημοκρατία, δύο αδέλφια περιπλανιούνται στην πόλη με έναν πατέρα τον οποίο γνωρίζουν ελάχιστα, καθώς η πολιτική αναταραχή απειλεί το ταξίδι της επιστροφής τους στο σπίτι. Μία μέρα σημαδιακή για την ζωή όλων τους.

H πρώτη νιγηριανή ταινία που συμμετείχε στην επίσημη επιλογή του Φεστιβάλ Καννών, όπου κέρδισε μάλιστα Ειδική Μνεία Χρυσής Κάμερας, ενώ κέρδισε επίσης το BAFTA για Καλύτερο Ντεμπούτο και επελέγη ως υποβολή της Μεγάλης Βρετανίας για την κατηγορία Καλύτερου Διεθνούς Φιλμ στα Oscars.

Ο Βρετανονιγηριανός Akinola Davies Jr., που συνυπογράφει το σενάριο με τον αδελφό του Wale, αντλεί από προσωπικά βιώματα για να δημιουργήσει ένα βαθιά τρυφερό, ημιαυτοβιογραφικό πορτρέτο της παιδικής ηλικίας και της πατρικής απουσίας. Η αφήγηση υιοθετεί σχεδόν ολοκληρωτικά την οπτική των δύο αγοριών, αφήνοντας την πόλη, τους ανθρώπους και τις πολιτικές εξελίξεις να αποκαλυφθούν μέσα από αποσπασματικές εικόνες, μισοτελειωμένες συζητήσεις και γεγονότα που τα παιδιά αδυνατούν ακόμη να αποκωδικοποιήσουν.

Το Λάγος μετατρέπεται έτσι σε έναν ζωντανό οργανισμό, γεμάτο αντιθέσεις, χρώματα, θορύβους και απρόβλεπτες συναντήσεις, όπου η παιδική περιέργεια συνυπάρχει με μια διαρκώς εντεινόμενη αίσθηση απειλής. Η ιμπρεσιονιστική κινηματογράφηση, η αισθητηριακή πυκνότητα των εικόνων και ο χαλαρός, σχεδόν περιπλανώμενος αφηγηματικός ρυθμός δημιουργούν την αίσθηση μιας ανάμνησης που ανασυντίθεται χρόνια αργότερα. Μιας ανάμνησης στην οποία δεν έχει σημασία τόσο η ακριβής αλληλουχία των γεγονότων όσο τα βλέμματα, οι χειρονομίες και τα συναισθήματα που επιβιώνουν από τον χρόνο.

ΚΑΝΕ CATCH-UP:

Έτσι Ξαφνικά/Soudain

Ο βραβευμένος με Όσκαρ Ιάπωνας σκηνοθέτης Ryusuke Hamaguchi (Drive my car), επιστρέφει με ένα βαθιά ανθρωποκεντρικό φιλμ: στην πρώτη γαλλόφωνη ταινία του, το Έτσι ξαφνικά, η Μαρί-Λου Φοντέν, διευθύντρια ενός οίκου ευγηρίας αγωνίζεται για μια πιο ανθρώπινη φροντίδα των ηλικιωμένων. Η γνωριμία της με τη Μαρί Μορισάκι, μια γιαπωνέζα θεατρική συγγραφέα, αλλάζει τη ζωή της. Το φιλμ κέρδισε το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών για τις δύο υπέροχες πρωταγωνίστριές του, τη Βιρζινί Εφιρά και την Τάο Οκαμότο, ενώ αποτελεί την επίσημη πρόταση της Ιαπωνίας για το προσεχές Όσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας.

Γράφαμε: Ο Ryusuke Hamaguchi, του οποίου το Drive My Car κέρδισε το Oscar Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας το 2022, περνά μεγάλο μέρος της πρώτης γαλλόφωνης ταινίας του, του Έτσι Ξαφνικά, μέσα και γύρω από έναν ιδιωτικό οίκο ευγηρίας στα προάστια του Παρισιού.

Το να ζεις μαζί με το Έτσι Ξαφνικά — και μέσα σε αυτό — σημαίνει να συγχρονίζεις για λίγες ώρες τον χτύπο της καρδιάς σου με εκείνον των δύο ηρωίδων του. Και η ταινία μοιάζει περισσότερο με μια ειλικρινή πράξη υπεράσπισης παρά με ένα απλό κινηματογραφικό έργο. Όσο μαραθώνια κι αν είναι η εμπειρία του Έτσι Ξαφνικά, το μήνυμά του αποκτά τόσο μεγάλη δύναμη ακριβώς επειδή αρνείται να προσπεράσει ή να συμπτύξει τόσα πράγματα. Είναι πιο διάσπαρτο και λιγότερο συγκεντρωμένο από ό,τι συνήθως οι ταινίες του Hamaguchi, ενώ κατά στιγμές πλησιάζει και τη μελοδραματική γλυκύτητα. Κι όμως, σε μια εποχή όπου τόσο μεγάλο μέρος του σύγχρονου σινεμά κινείται στη λογική «ο κόσμος τελειώνει, άρα τι σημασία έχει;», η αισιοδοξία της ταινίας λειτουργεί σχεδόν σαν βάλσαμο και, συνολικά, την έχει κερδίσει. Αν όλα μοιάζουν λίγο υπερβολικά ειδυλλιακά για να είναι αληθινά, αξίζει να σημειωθεί ότι η ταινία γυρίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις εγκαταστάσεις μιας πραγματικής μονάδας φροντίδας, με τη συμμετοχή πολλών από τους ανθρώπους που ζουν εκεί.

Αναγέννηση/Resurrection

Η νέα, πολυαναμενόμενη ταινία του Bi Gan, που απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο φετινό Φεστιβάλ Καννών, μας μεταφέρει σε μία μελλοντική κοινωνία όπου οι άνθρωποι έχουν βρει το μυστικό της αιώνιας ζωής: το τέλος των ονείρων. Κάποιοι “επικίνδυνοι” όμως, εξακολουθούν να παραδίδονται παράνομα στα όνειρα.

Γράφαμε: Γυρισμένη με σχεδόν φετιχιστικό σεβασμό στις οπτικές υφές και στις χρωματικές παλέτες, και με μουσική του γαλλικού electro ντουέτου M83, η Αναγέννηση είναι μία άσκηση ύφους στην πιο ακραία της μορφή. Τα παιχνίδια αναγνώρισης αναφορών, ωστόσο, μπορούν να κουράσουν μέσα στην τεράστια διάρκειά του, γι’ αυτό και στο τελευταίο μέρος ο σκηνοθέτης αλλάζει ταχύτητα. Η τελευταία ώρα ξεδιπλώνεται σε ένα αδιάκοπο μονοπλάνο, ακολουθώντας δύο νέους καθώς διασχίζουν μία παραθαλάσσια πόλη την τελευταία νύχτα του 1999, πεπεισμένοι ότι ο κόσμος πρόκειται να τελειώσει.

Η εκθαμβωτικής ομορφιάς, τολμηρά πειραματική παραίσθηση που κατασκευάζει εδώ ο Bi Gan, υποστηρίζει πως — όπως διακηρύσσει εμφατικά και ο τίτλος του — το ίδιο το σινεμά διαθέτει αξιοσημείωτη αντοχή στον χρόνο. Ακόμη κι αν κάποιοι από τους επικεφαλής της mainstream βιομηχανίας ψυχαγωγίας μοιάζουν αποφασισμένοι να εξαλείψουν κινηματογραφικές πρακτικές όπως η ίδια η έξοδος στην αίθουσα, δημιουργοί όπως ο Bi κρατούν την τέχνη ολοζώντανη.

Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μιάσμα/Teenage Sex and Death at Camp Miasma

Μετά το We’re All Going to the World’s Fair και το εξαιρετικό I Saw the TV Glow, το Jane Schoenbrun συνεχίζει να εξερευνά τη σύνθετη σχέση ανάμεσα στην ποπ κουλτούρα, την ταυτότητα και την ανθρώπινη επιθυμία, αυτή τη φορά μέσα από ένα απολαυστικά αλλόκοτο παιχνίδι με τις συμβάσεις του slasher.

Στο Teenage Sex and Death at Camp Miasma, η Kris (Hannah Einbinder), μια νεαρή κινηματογραφίστρια που αναλαμβάνει να αναβιώσει ένα ξεχασμένο franchise ταινιών τρόμου, αναζητά την πρωταγωνίστρια της πρωτότυπης ταινίας, μια απομονωμένη πρώην scream queen την οποία υποδύεται με αφοπλιστική γοητεία η Gillian Anderson. Αυτό που ξεκινά ως μια σατιρική ματιά στη βιομηχανία του Χόλιγουντ και στην εμμονή της με τα remakes εξελίσσεται σε ένα παραληρηματικό, ψυχοσεξουαλικό ταξίδι, όπου τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα, την κινηματογραφική φαντασίωση και την προσωπική επιθυμία καταρρέουν.

Αντλώντας από την αισθητική των slashers της δεκαετίας του ’80, το Schoenbrun δεν περιορίζεται σε μια νοσταλγική αναπαραγωγή των κινηματογραφικών τους κλισέ, αλλά τα επανεξετάζει μέσα από μια βαθιά queer οπτική, μετατρέποντας το αίμα, το camp και την υπερβολή σε εργαλεία αυτογνωσίας και σεξουαλικής απελευθέρωσης. Η τελευταία προκύπτει γιατί, για το Schoenbrun, οι ταινίες που μας διαμόρφωσαν, ακόμη και εκείνες που θεωρούνται ευτελείς ή κακόγουστες, μπορούν να αποτελέσουν το πεδίο όπου αναγνωρίζουμε για πρώτη φορά επιθυμίες και πλευρές του εαυτού μας που αδυνατούμε να εκφράσουμε στην καθημερινότητά μας. Και δεν ενδιαφέρεται τόσο για το ποιος κρύβεται πίσω από τη μάσκα του δολοφόνου, όσο για το ποιοι μπορούμε να γίνουμε όταν επιτέλους τολμήσουμε να βγάλουμε τη δική μας.

Σιωπηλή Φίλη/Stille Freundin

Στην καρδιά ενός βοτανικού κήπου σε μια πανεπιστημιούπολη της Γερμανίας, ένα επιβλητικό θηλυκό δέντρο γκίνγκο μπιλόμπα έχει παρακολουθήσει, ως σιωπηλή μάρτυρας, για περισσότερο από έναν αιώνα, τους ήσυχους ρυθμούς μεταμόρφωσης που διατρέχουν τρεις ανθρώπινες ζωές. Ενός νευροεπιστήμονα το 2020, ενός φοιτητή το 1972, και της πρώτης γυναίκας φοιτήτριας το 1908 που προσπαθεί να βρει μοτίβα του σύμπαντος μέσα από τον φωτογραφικό της φακό.

Γράφαμε: Το Silent Friend δεν είναι μία ταινία οικολογικής καταγγελίας, αλλά οικολογικού βάθους. Καταφέρνει να μας αγγίξει κάνοντάς μας να αναλογιστούμε το πνεύμα που μπορεί να κρύβεται κάτω από τον φλοιό. Μέσα από τη δαιδαλώδη δομή και την ευρύτητα της ματιάς της, η ταινία μας καλεί να δούμε πέρα από το «ανθρώπινο χρονικό πλαίσιο», όπως το θέτει η Dr. Sauvage (Lea Seydoux, περιορισμένη σε οθόνες τηλεφώνων και υπολογιστών) σε μια φανταστική ομιλία τύπου TED. Αποσπασματικές, χαλαρού ρυθμού και ανακατεμένες αφηγήσεις συνομιλούν μεταξύ τους μέσα στην έκταση ενός αιώνα που αλλάζει ραγδαία, ενώ οι φυσικοί κύκλοι συνεχίζονται αδιάκοπα.

Η Ildikó Enyedi θέλει έτσι να μας κάνει να επανεξετάσουμε την ανθρωποκεντρική μας αντίληψη για τον κόσμο, την οποία η ταινία παρουσιάζει ως το επόμενο όριο που οφείλει να ξεπεράσει η πρόοδος, μετά από παλαιότερες σεξιστικές και ξενοφοβικές προκαταλήψεις. Στόχος της είναι να επιβραδύνει τους παλμούς και να προκαλέσει περισυλλογή, όχι να μας κατακλύσει με τον ενθουσιασμό της ανακάλυψης. Είναι ταινία που θέλει να επιβραδύνεις τον ρυθμό σου και να αναπνεύσεις μέσα από τους πόρους σου.

Resident Evil

Από το μυαλό του οραματιστή σκηνοθέτη Zach Cregger (Weapons, Barbarian) έρχεται μια συναρπαστική και τρομακτική νέα ταινία της σειράς ταινιών Resident Evil. Σε μια ολοκαίνουρια ιστορία, η ταινία ακολουθεί τον Bryan (Austin Abrams), έναν ιατρικό κούριερ που, χωρίς να το θέλει, βρίσκεται μπλεγμένος σε έναν ασταμάτητο αγώνα επιβίωσης, καθώς μια μοιραία, φρικιαστική νύχτα διαλύει τα πάντα γύρω του και το χάος επικρατεί.

Γράφαμε: Μόνο που το Resident Evil δεν είναι απλώς ταινία τρόμου. Είναι τρόμος επιβίωσης. Και όπως ακριβώς συμβαίνει στα survival horror παιχνίδια, βασίζεται στη διαρκή αίσθηση πως ο θάνατος βρίσκεται ένα βήμα μακριά, σε συνδυασμό με την ακατανίκητη ανάγκη να συνεχίσεις έχοντας ελάχιστους πόρους στη διάθεσή σου — όλα αυτά διακοπτόμενα από άψογα χρονισμένα jump scares, χωρίς να μοιάζουν φτηνά ή χειριστικά.

Αυτό που ακολουθεί είναι 90 πυκνά λεπτά τρόμου, με περιστασιακές ανάσες κωμωδίας, χάρη στο ήδη γνωστό ταλέντο του Cregger να ενσωματώνει το χιούμορ στις σκηνές τρόμου του. Το αποτέλεσμα είναι μία καθαρή δόση αδρεναλίνης που ο Cregger χειρίζεται με ευελιξία, κρατώντας σχολαστικά λογαριασμό για τα όπλα που αποκτώνται και τις σφαίρες που ξοδεύονται. Και ποτέ, μα ποτέ, δεν χαρίζει στον Bryan μία εύκολη λύση στο πρόβλημα που έχει κάθε φορά μπροστά του.

Πρόκειται για σινεμά βασισμένο σε γνωστό IP, αλλά με πραγματικό όραμα και ενέργεια — ένα blockbuster που εκμεταλλεύεται ανοιχτά την αναγνωρισιμότητα του brand, ώστε να εξασφαλίσει ένα γερό budget και να γεμίσει τις αίθουσες, χωρίς να προσποιείται ότι επιδιώκει κάτι περισσότερο.

Λογική και Ευαισθησία/Sense and Sensibility

Καινούρια μεταφορά του βιβλίου Λογική και Ευαισθησία της Jane Austen για τη μεγάλη οθόνη.

Γράφαμε: Η μεταφορά του διαχρονικού και πολυαγαπημένου μυθιστορήματος της Jane Austen, που εκδόθηκε το 1811, από την Georgia Oakley είναι μαγευτική και πανέμορφη, όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι. Είναι όμως και καθηλωτική, με έναν γήινο και χιουμοριστικό τρόπο, επίσης απόλυτα ταιριαστά στο πνεύμα του έργου. Γυρισμένη σε φιλμ 35 χιλιοστών, η ταινία διαθέτει μια απαλή μελαγχολική ατμόσφαιρα, χάρη στη χρήση φυσικού φωτισμού από τον διευθυντή φωτογραφίας Arnaud Potier, αλλά και στην καταπιεσμένη λαχτάρα που διακρίνεται στα φωτεινά και ευάλωτα χαρακτηριστικά της Daisy Edgar-Jones.

Πρόκειται για έναν αυθεντικό κινηματογράφο τοπίου, οργανικό και απαλλαγμένο από κάθε ίχνος τεχνητότητας. Μόνο που το τοπίο έχει δύο όψεις. Φυσικά, βρισκόμαστε στην Αγγλία της εποχής της Αντιβασιλείας, με τους αυστηρούς κοινωνικούς της κώδικες. Κάτω όμως από αυτή την επιφάνεια διακρίνεται διαρκώς ένας άλλος κόσμος, αρχαιότερος και καταπράσινος. Προς τιμήν της,αυτή ακριβώς η προσέγγιση δίνει στο δικό της Sense and Sensibility έναν λόγο ύπαρξης, σε μια εποχή όπου η εκδοχή του Ang Lee από το 1995, σε σενάριο της Emma Thompson, αποτελεί ήδη την τέλεια κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος.

Street Fighter

Το 1993, οι αποξενωμένοι Street Fighters Ryu (Andrew Koji) και Ken Masters (Noah Centineo) επιστρέφουν στη μάχη όταν η μυστηριώδης Chun-Li (Callina Liang) τούς προσλαμβάνει για το επόμενο Παγκόσμιο Τουρνουά Street Fight, μια βίαιη σύγκρουση πεπρωμένου και οργής. Αλλά πίσω από αυτή τη μάχη κρύβεται μια θανατηφόρα συνωμοσία που τους αναγκάζει να αντιμετωπίσουν ο ένας τον άλλον και τους δαίμονες του παρελθόντος τους. Και αν δεν το κάνουν, το παιχνίδι τελειώνει!

Γράφαμε: Το Street Fighter είναι ταινία φτιαγμένη για τους φαν του εμβληματικού παιχνιδιού, χωρίς όμως να απευθύνεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο κοινό. Όποιος νοσταλγεί το χρώμα στις μεγάλες χολιγουντιανές παραγωγές και τα θεάματα που ανεβάζουν την αδρεναλίνη χωρίς να παίρνουν υπερβολικά στα σοβαρά τον εαυτό τους, είναι πιθανότατο να διασκεδάσει με το Street Fighter, που αυτή τη φορά συνδυάζει εντυπωσιακά τη ζωντανή δράση με το animation.

Η ταινία γνωρίζει ακριβώς τι θέλει να είναι, υπηρετεί αυτή την ταυτότητα χωρίς δισταγμούς και αυτός είναι ο βασικός λόγος που λειτουργεί. Είναι θορυβώδης, εξωφρενική, στιλάτη και αστεία, αποτίοντας φόρο τιμής στις υπερβολές των ταινιών δράσης της δεκαετίας του ’80, ενώ ταυτόχρονα σατιρίζει τον τοξικό ανδρισμό που οι ίδιες εκείνες ταινίες συνέβαλαν στην καλλιέργειά του. Εάν έχει κανείς παρακολουθήσει την καριέρα του ιαπωνικής καταγωγής Kitao Sakurai, του βασικού σκηνοθέτη του αναρχικού The Eric Andre Show και δημιουργού της κωμωδίας Bad Trip που είχα λατρέψει εν μέσω Covid, θα βρει εδώ το πληθωρικό θέαμα που περιμένει από το σκηνοθετικό του ύφος – στη μουσική, την αισθητική, τις χορογραφίες και τη μεγαλύτερη από τη ζωή προσωπικότητα των χαρακτήρων που αναπτύσσει.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.