«Η Αμερική δεν είναι μία ιδιαίτερα στοχαστική χώρα»: Ο John Malkovich για το Wild Horse Nine
Μία μέρα πριν τις αμερικανικές εκλογές, ο John Malkovich μας μιλούσε για το Wild Horse Nine, τα εγκλήματα των Η.Π.Α. και το αν φοβάται τον θάνατο.
- 7 ΝΟΕ 2026
Υπάρχουν ηθοποιοί που εξαφανίζονται μέσα στους ρόλους τους και άλλοι που μετατρέπουν την ίδια τους την παρουσία σε κινηματογραφικό γεγονός. Ο John Malkovich ανήκει σε μια σπάνια τρίτη κατηγορία: εκείνων που καταφέρνουν και τα δύο ταυτόχρονα. Με το υπνωτιστικό βλέμμα, την ιδιαίτερη εκφορά του λόγου και την ικανότητά του να ισορροπεί ανάμεσα στη γοητεία και την απειλή, έχει χτίσει μια από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές καριέρες του αμερικανικού κινηματογράφου. Από τις Επικίνδυνες Σχέσεις και το In the Line of Fire, που του χάρισε τη δεύτερη οσκαρική του υποψηφιότητα, μέχρι το Con Air, το Burn After Reading και, φυσικά, το σουρεαλιστικό Being John Malkovich, ο 72χρονος ηθοποιός έχει μετατρέψει την εκκεντρικότητα σε τέχνη, χωρίς ποτέ να εγκλωβιστεί σε αυτήν.
Ιδρυτικό μέλος του θρυλικού Steppenwolf Theatre Company, με μία θεατρική διαδρομή που εκτείνεται σε δεκάδες χώρες, ο Malkovich υπήρξε ανέκαθεν κάτι περισσότερο από ένας σταρ του Χόλιγουντ. Και η συνάντησή του με τον Martin McDonagh στο Wild Horse Nine έμοιαζε, και ήταν τελικά, ιδανική. Στη νέα κατάμαυρη κωμωδία του δημιουργού των In Bruges και The Banshees of Inisherin, υποδύεται έναν βετεράνο πράκτορα της CIA που, μαζί με έναν συνάδελφό του τον οποίο ενσαρκώνει ο Sam Rockwell, βρίσκεται στο Νησί του Πάσχα το 1973, λίγο πριν από το πραξικόπημα στη Χιλή. Ανάμεσα σε αιχμηρούς διαλόγους, ιστορικά εγκλήματα και υπαρξιακά αδιέξοδα, η ταινία εξερευνά την ανδρική φιλία, την πολιτική βία και τις ηθικές αντιφάσεις δύο ανθρώπων που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους σε μια υπηρεσία με εξαιρετικά αμφιλεγόμενο παρελθόν.
Με αφορμή το Wild Horse Nine, που όλα δείχνουν ότι θα του χαρίσει το πρώτο του Όσκαρ, βρεθήκαμε στη συνέντευξη Τύπου του ηθοποιού για τους ψηφοφόρους των Χρυσών Σφαιρών, μία ημέρα πριν τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές που, μοιραία, χώρεσαν και αυτές στη συζήτηση που ακολούθησε.
O McDonagh έχει αποτυπώσει μία φιλία πότε εγκάρδια, πότε ανταγωνιστική. Ποια είναι η δική σου οπτική για την ανδρική φιλία;
Μοιάζει πολύ με αυτό που βλέπουμε στην ταινία. Είχα πολλούς άνδρες φίλους όλα αυτά τα χρόνια. Με κάποιους δεν τσακωνόμαστε, ούτε διαφωνούμε ιδιαίτερα, ενώ με άλλους τσακωνόμαστε και διαφωνούμε διαρκώς. Επομένως θεωρώ πως αυτή είναι μια αρκετά χαρακτηριστική ανδρική φιλία. Πρόκειται για δύο πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες, που βρίσκονται σε διαφορετικές φάσεις της ζωής τους.
Ο χαρακτήρας του Sam έχει έναν κάπως προβληματικό γάμο, όπως συμβαίνει με πολλούς γάμους. Εξακολουθεί επίσης να είναι, κατά κάποιον τρόπο, άνθρωπος του οργανισμού στον οποίο υπηρετεί — εν προκειμένω, της CIA. Και πιθανότατα εξακολουθεί να πιστεύει πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Αντίθετα, ο Chris είναι κάποιος που βρίσκεται στο τέλος της ζωής του. Πεθαίνει και σύντομα δεν θα βρίσκεται πια εδώ και έτσι αρχίζει να αναρωτιέται αν πράγματι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.
Η σχέση τους επηρεάζεται επίσης σε μεγάλο βαθμό από τα ίδια τα γεγονότα της ταινίας, τα οποία οριοθετούνται από δύο ιστορικά συμβάντα: τη δολοφονία του Τζον Φ. Κένεντι το 1963, στις Ηνωμένες Πολιτείες, και το πραξικόπημα εναντίον του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή το 1973. Αυτά τα δύο γεγονότα λειτουργούν σαν δύο μαγνήτες που έλκονται μεταξύ τους, συνθλίβοντας τους ανθρώπους που βρίσκονται ανάμεσά τους.
Έχεις δουλέψει πάνω σε μια θεατρική διασκευή του Libra, του μυθιστορήματος του 1988 του Ντον ΝτεΛίλο. Αναρωτιόμουν τι άντλησες από αυτό το βιβλίο για να διαμορφώσεις τον χαρακτήρα σου.
Νομίζω ότι κάθε Αμερικανός που ζούσε τότε και ήταν αρκετά μεγάλος ώστε να αντιλαμβάνεται τι συνέβαινε έχει πολύ ξεκάθαρες αναμνήσεις από εκείνη την εποχή. Το βιβλίο του ΝτεΛίλο είναι ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο για τον Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ, τη μητέρα του, τη ζωή του και εκείνα τα γεγονότα. Προσωπικά συμφωνώ με κάτι που είχε πει ο ΝτεΛίλο για εκείνη την ημέρα. Την είχε περιγράψει ως «τα επτά δευτερόλεπτα που τσάκισαν τη ραχοκοκαλιά του αμερικανικού αιώνα» και συμφωνώ απολύτως.
Δεν νομίζω, όμως, ότι το βιβλίο επηρέασε απαραίτητα την ερμηνεία μου. Το διασκεύασα για το θέατρο και σκηνοθέτησα την παράσταση, συνεργάστηκε μαζί μου και ο ίδιος ο Ντον. Έχω επίσης δημιουργήσει μια συνεργασία με μουσικούς της κλασικής μουσικής, που σχετίζεται με τα γεγονότα στη Χιλή το 1973 και όσα ακολούθησαν. Βασίζεται στο έργο The Infamous Ramírez Hoffman του σπουδαίου Χιλιανού συγγραφέα Ρομπέρτο Μπολάνιο. Όμως πρόκειται για ξεχωριστά έργα, που μας προσφέρουν μια ιστορική, πολιτισμική και ανθρωπιστική κατανόηση των συνεπειών εκείνων των γεγονότων και του τραύματος που προκάλεσαν.
Ο Chris λέει ότι πριν γνωρίσει τον Lee δεν είχε ποτέ πραγματικά έναν φίλο. Eίναι ξεκάθαρα κάποιος που έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του περιτριγυρισμένος από ανθρώπους, χωρίς απαραίτητα να αισθάνεται συνδεδεμένος μαζί τους. Αναρωτιόμουν αν βλέπεις τη σχέση του με τον Lee ως την πρώτη φορά που κάποιος τον αγάπησε πραγματικά γι’ αυτό που είναι.
Πολύ καλή ερώτηση. Ναι, πιστεύω τον Chris όταν λέει ότι είναι ο πρώτος πραγματικός φίλος που είχε ποτέ. Και δυστυχώς, στη ζωή, παρότι εξακολουθώ να έχω φίλους από τα παιδικά μου χρόνια, ακόμη και από το νηπιαγωγείο, αυτοί οι άνθρωποι λιγοστεύουν στην ηλικία μου. Πολλοί έχουν φύγει από τη ζωή, όπως έχουν φύγει και πολλοί συνάδελφοί μου από τον κινηματογράφο και το θέατρο.
Ο χαρακτήρας του Sam περιγράφει τον Chris Carlisle, τον χαρακτήρα που υποδύομαι, ως μία ζωντανή ιστορία της CIA. Αυτό του προσέδιδε πιθανότατα ένα ιδιαίτερο κύρος εκείνη την εποχή. Όμως το 1973, όταν εκτυλίσσεται η ταινία, ο ίδιος αρχίζει να αμφισβητεί την αξία όσων έκανε σε όλη του την ενήλικη ζωή.
Διαφωνούν για κάτι παράξενα πράγματα. Για παράδειγμα, όχι τόσο για το αν πρέπει να σκοτώνεις ανθρώπους, αλλά για το αν πρέπει να τους σκοτώνεις την ώρα που τρώνε. Σε κάποιους αυτό μπορεί να φαίνεται κάπως αχρείαστο ή άσχετο με την ουσία, αλλά τέτοιες λεπτομέρειες είναι που συζητούν. Ή, για παράδειγμα, πόσο γκέι είναι το τυρί στις διάφορες χώρες. Και γιατί, τέλος πάντων, είναι απαραίτητο το τυρί να είναι γκέι; Είναι ξεκάθαρο ότι απολαμβάνουν ο ένας τη συντροφιά του άλλου, αλλά ταυτόχρονα εκνευρίζουν αφάνταστα ο ένας τον άλλον.
Πιστεύεις ότι μία γενιά μπορεί να κληρονομήσει ένα τραύμα που δεν βίωσε ποτέ η ίδια; Και μπορεί ο κινηματογράφος να βοηθήσει να σπάσει αυτός ο κύκλος;
Ναι και ναι, θα έλεγα. Πιστεύω πως ένας άνθρωπος είναι ικανός να κατανοήσει τι συνέβη, για παράδειγμα, στη Χιλή και γιατί αυτό έχει σημασία. Φυσικά, οι Χιλιανοί θα έχουν τη δική τους οπτική, ανάλογα και με τον κάθε άνθρωπο, προφανώς. Και ίσως να βιώνουν αυτά τα γεγονότα πιο βαθιά. Όμως πιστεύω ότι οι άνθρωποι μπορούν να αισθανθούν τον πόνο, τη θλίψη, την οδύνη και το τραύμα που βιώνουν άλλοι άνθρωποι.
Όσο για το αν ο κινηματογράφος μπορεί να αλλάξει κάτι, δεν είμαι σίγουρος. Πιστεύω ότι ο κινηματογράφος, το θέατρο και γενικότερα η τέχνη — η μουσική, η ζωγραφική και ούτω καθεξής — μπορούν να σε κάνουν να στοχαστείς. Όταν παρακολουθώ, για παράδειγμα, ένα πραγματικά καλό θεατρικό έργο, τα γεγονότα που διαδραματίζονται στη σκηνή και η ιστορία που έχει δομηθεί και αφηγηθεί εκεί με κάνουν να αναλογιστώ τη δική μου ζωή. Αυτό πιστεύω ότι μπορεί να κάνει η καλή τέχνη, η καλή λογοτεχνία, ο καλός κινηματογράφος. Επομένως, αν προηγουμένως δεν προβληματιζόσουν για κάτι και τώρα αρχίζεις να το σκέφτεσαι, τότε αυτό συνιστά μια αλλαγή.
Δεν νομίζω όμως ότι η Αμερική θεωρείται μια ιδιαίτερα στοχαστική χώρα. Δεν είναι ακριβώς στη φύση της. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί έναν εξαιρετικά κομψό τρόπο να ενθαρρύνει αυτόν τον προβληματισμό.
Πόσο εξοικειωμένος ήσουν με όσα συνέβησαν στη Χιλή και την εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών. Είσαι κάποιος που παρακολουθεί την επικαιρότητα και τις διεθνείς εξελίξεις;
Ήμουν πολύ εξοικειωμένος με όσα συνέβησαν στη Χιλή, επειδή είχα δουλέψει πάνω στο The Infamous Ramírez Hoffman, το οποίο διασκεύασα το 2020. Γνώριζα πολύ καλά ολόκληρο το έργο του Μπολάνιο, ενός σπουδαίου Χιλιανού συγγραφέα. Και γνώριζα ιδιαίτερα καλά τη συγκεκριμένη ιστορία, την οποία μετέφερα στη σκηνή. Πρόκειται για την ιστορία ενός νεαρού Χιλιανού ποιητή, ο οποίος στη συνέχεια γίνεται δόκιμος της Πολεμικής Αεροπορίας και τελικά κατά συρροή δολοφόνος και φωτογράφος βασανισμένων φοιτητών κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Πινοσέτ. Γνώριζα επίσης την Κολόνια Ντιγνιδάδ και πολλές άλλες ιστορίες που σχετίζονται με τη Χιλή. Και γνωρίζω παρόμοιες ιστορίες από ολόκληρο τον κόσμο, επειδή, ουσιαστικά, σε όλη μου τη ζωή, από το 1953 και μετά, δεν έχω ακούσει σχεδόν τίποτα άλλο εκτός από τέτοιες ιστορίες.
Διάβαζα τις προάλλες ένα απόφθεγμα που έλεγε ότι η ιστορία του πολιτισμού είναι πάντοτε και ιστορία της βαρβαρότητας. Νομίζω ότι από αυτό δεν μπορείς πραγματικά να ξεφύγεις.
Οι χαρακτήρες σου συχνά διαθέτουν μία αξιοσημείωτη ικανότητα να εκλογικεύουν τις πράξεις τους, ακόμη κι όταν αυτές είναι ηθικά αμφιλεγόμενες. Στο Wild Horse Nine, πώς προσέγγισες τον τρόπο με τον οποίο ο χαρακτήρας σου κατασκευάζει τη δική του εκδοχή της αλήθειας; Και σε ποιο σημείο αρχίζει να καταρρέει αυτή η αυτοδικαιολόγηση;
Θα απαντήσω λέγοντας το εξής. Υπάρχει κάτι που η ταινία δεν εξηγεί ιδιαίτερα, αλλά μάλλον θεωρεί δεδομένο. Και για όσους γνωρίζουν ιστορία, πιθανότατα είναι μια ασφαλής παραδοχή. Για όσους όμως δεν γνωρίζουν ιστορία — που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων στον κόσμο, πολλαπλασιασμένη επί είκοσι — δεν είναι καθόλου ασφαλής παραδοχή.
Οι συγκρούσεις των μεταπολεμικών χρόνων αφορούσαν ουσιαστικά έναν υπαρξιακό αγώνα ανάμεσα σε δύο συστήματα διακυβέρνησης: τον κομμουνισμό, τον σοσιαλισμό και ό,τι άλλο θέλετε να προσθέσετε, από τη μία, και τη λεγόμενη δημοκρατία, τον καπιταλισμό και ούτω καθεξής, από την άλλη. Επομένως, τα πάντα πρέπει να εξετάζονται μέσα από αυτό το πρίσμα. Και κάθε δικαιολόγηση οποιασδήποτε πράξης πρέπει επίσης να εξετάζεται μέσα από αυτό το πρίσμα. Δεν νομίζω ότι ο Chris τρέφει ιδιαίτερες αυταπάτες για τον εαυτό του ή τις πράξεις του. Νομίζω ότι αυτό είναι μέρος του νοήματος της ταινίας.
Υπάρχει μια αναφορά στον Πατρίς Λουμούμπα, τον οποίο θυμάμαι να βλέπω στις ειδήσεις του NBC, καθώς ετοιμαζόμουν να πάω σχολείο το πρωί. Ήμουν επτά, οκτώ ή δέκα ετών, δεν θυμάμαι ακριβώς. Θυμάμαι να τον βλέπω να τον κυνηγούν και να τον χτυπούν, χωρίς να μπορώ να καταλάβω γιατί κάποιος θα έκανε κάτι τέτοιο σε έναν άλλον άνθρωπο. Επειδή αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί απαραίτητα να αντιληφθεί ένα παιδί. Στην ταινία, λοιπόν, ο Πατρίς Λουμούμπα λέει στον Chris: «Chris, αν με σκοτώσεις, θα σκοτώσεις τη δημοκρατία στην Αφρική για τα επόμενα πενήντα χρόνια». Και ο Chris απαντά: «Και τι νομίζεις ότι προσπαθούμε να κάνουμε;»
Αυτό είναι αστείο με έναν τρομερά σκοτεινό, δηκτικό τρόπο. Είναι μαύρο σαν την ίδια τη νύχτα. Αλλά δυστυχώς, αν κοιτάξουμε την ανθρώπινη ιστορία, μοιάζει πολύ αληθινό. Επομένως, δεν νομίζω ότι ο Chris έχει αυταπάτες σχετικά με όσα έχει κάνει. Όπως λέει ένας χαρακτήρας στις Επικίνδυνες Σχέσεις, «δεν έχω αυταπάτες. Τις έχασα στα ταξίδια μου». Δεν θα έλεγα λοιπόν ότι ο Chris ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να δικαιολογήσει τον εαυτό του. Νομίζω ότι, σε αυτή την ιστορία, βρίσκεται σε μια διαδικασία αναστοχασμού. Ίσως αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει νωρίτερα στη ζωή του, αλλά φοβάμαι μερικές φορές πως έτσι συμβαίνει.
Σε συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης, τι ήταν αυτό που σας προσέλκυσε στον συγκεκριμένο χαρακτήρα ως ηθοποιό;
Απλώς το ότι ο Martin McDonagh είναι ένας εξαιρετικός συγγραφέας. Γράφει καταπληκτικούς διαλόγους. Και πιστεύω ότι γράφει εξαιρετικά για τους άνδρες, για τις διάφορες περιπλοκές τους, ας τις ονομάσουμε έτσι, για τις σχέσεις τους με τον εαυτό τους και με άλλους άνδρες, για την ανάγκη τους να έχουν άλλους άνδρες στη ζωή τους, αλλά και για την άρνησή τους να παραδεχτούν αυτή την ανάγκη. Και πιστεύω ότι ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται ιστορίες βρίσκεται σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο. Αυτό ισχύει πάντοτε για τον Martin, είτε μιλάμε για τα θεατρικά του έργα είτε για τις ταινίες του.
Είχες όλους αυτούς τους υπέροχους μονολόγους, γεμάτους πολύ παράξενα ιστορικά στοιχεία, στα οποία δεν μπορούσες να κάνετε λάθη. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία ως ηθοποιός; Μοιάζει με το να παίζεις Σαίξπηρ;
Ανά πάσα στιγμή έχω στο μυαλό μου αρκετά διαφορετικά έργα. Περιοδεύω με περίπου επτά ή οκτώ διαφορετικές παραστάσεις και, ανάλογα με την παράσταση, απαιτείται διαφορετικού είδους απομνημόνευση. Μπορεί να χρειάζεται να απομνημονεύσω ολόκληρο το κείμενο. Ή να θυμάμαι ότι μια συγκεκριμένη μουσική νότα αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη συλλαβή. Ή να πρόκειται για κάτι που μοιάζει περισσότερο με αφήγηση. Για μένα, η μεγάλη διαφορά σήμερα είναι ότι πλέον μελετώ σχεδόν ασταμάτητα. Παλαιότερα, έπαιρνα ένα θεατρικό έργο και έλεγα «ναι, εντάξει» και αυτό ήταν. Το έλεγα δυο φορές και το είχα μάθει απ’ έξω. Τώρα απαιτεί πάρα πολλή δουλειά. Και αν είναι στα αγγλικά ή σε κάποια άλλη γλώσσα, τότε μιλάμε για μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Επομένως, εξαρτάται.
Αλλά οι διάλογοι του Martin απομνημονεύονται πολύ εύκολα, επειδή είναι τόσο ξεχωριστοί. Έχουν τη δική τους ιδιαίτερη λογική. Από την άλλη, υπάρχουν κείμενα που μπορεί επίσης να είναι εξαιρετικά καλογραμμένα, αλλά είναι πολύ δύσκολο να τα απομνημονεύσεις.
Θα σας πω μια ιστορία. Πριν από πολλά χρόνια, ο φίλος μου Πάουλο Μπράνκο μού ζήτησε να παίξω σε μια γαλλόφωνη ταινία. Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε, «άκου, σε χρειάζομαι πραγματικά γι’ αυτή την ταινία. Το Time Regained, ή Le Temps Retrouvé». Και του λέω: «Του Προυστ;». «Ναι». «Μάλιστα. Και ποιον θα υποδυόμουν σε αυτόν τον Προυστ;» «Τον Βαρόνο ντε Σαρλίς». «Εντάξει. Και θα είναι στα αγγλικά;» «Όχι, στα γαλλικά». «Εντάξει. Και ποιος θα το σκηνοθετήσει;». «Ο Ραούλ Ρουίς». Και του λέω, «εντάξει, Πάουλο. Τώρα, μέσα σε όλα αυτά, πού ακριβώς βρίσκονται τα καλά νέα για μένα;» Και τα λέω αυτά παρότι ο Ραούλ ήταν, φυσικά, ο αγαπημένος μου σκηνοθέτης. Ένας άνθρωπος με τον οποίο έκανα τρεις ταινίες και τον οποίο αγαπούσα πάρα πολύ. Αλλά για εκείνη την ταινία, για παράδειγμα, δούλεψα επί πέντε μήνες με τρεις καθηγητές, οκτώ ώρες την ημέρα. Και εξακολουθώ να θυμάμαι το κείμενο από το 1998, νομίζω ότι ήταν τότε.
Υπάρχει λοιπόν ένα είδος βαθιάς, μακροπρόθεσμης μνήμης, στην οποία καταλήγουν συνήθως τα θεατρικά έργα ή κάποιες από τις συνεργασίες μου με μουσικούς της κλασικής μουσικής. Και έπειτα υπάρχει ένα άλλο είδος μνήμης, αυτό που χρησιμοποιείς στον κινηματογράφο ή στις τηλεοπτικές σειρές, το οποίο είναι πολύ βραχυπρόθεσμο. Ξεχνάς το κείμενο την επόμενη ημέρα ή δύο ημέρες αργότερα. Επομένως, υπάρχουν δύο διαφορετικά είδη μνήμης που πρέπει να αξιοποιείς. Αλλά, σύμφωνα με την εμπειρία μου, ορισμένοι συγγραφείς είναι πολύ πιο εύκολο να απομνημονευτούν από άλλους.
Έχεις υποδυθεί τόσους αξέχαστους χαρακτήρες σε όλη σου την καριέρα. Όταν οι φαν σε συναντούν στον δρόμο, για ποια ταινία ή για ποιον χαρακτήρα θέλουν συνήθως να σας μιλήσουν; Και υπάρχει κάποιος ρόλος από το παρελθόν σου που να έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου; Αν ναι, γιατί;
Εξαρτάται, πραγματικά. Καταρχάς, θεωρώ κάπως παραπλανητική την ίδια την ιδέα ότι είσαι γνωστός. Με άλλα λόγια, ναι, είσαι γνωστός, αλλά υπάρχουν, πόσοι, οκτώ ή εννέα δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο; Οπότε είσαι, ας πούμε, «γνωστός», υπό την έννοια ότι κάποιος σε προσπερνά στον δρόμο και σκέφτεται, «αυτόν τον τύπο κάπου πρέπει να τον ξέρω». Αλλά δεν ξέρει από πού. Έτσι το βλέπω εγώ. Και το για ποιον ρόλο με αναγνωρίζουν, αν με αναγνωρίσουν, εξαρτάται πραγματικά από τη χώρα, τον δρόμο, ακόμη και από τη γειτονιά. Έχω εμφανιστεί ζωντανά σε 47 χώρες. Επομένως, το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής μου ζωής εξακολουθεί να αφορά το θέατρο. Άρα μιλάμε για ένα πολύ μικρότερο ποσοστό της δουλειάς μου στον κινηματογράφο, που όμως ίσως έχει μείνει πιο έντονα στη μνήμη του κόσμου.
Αν είσαι κάποιος που παίζει πόκερ και έχεις μια συγκεκριμένη ηλικία, τότε σου αρέσει το Rounders. Αν είσαι μεγάλος λάτρης του καλλιτεχνικού κινηματογράφου, τότε σου αρέσει το Con Air. Ποτέ δεν ξέρεις τι αρέσει ή δεν αρέσει στον κόσμο, προφανώς. Όσο για το ποια δουλειά θυμάμαι με τη μεγαλύτερη αγάπη, δεν σκέφτομαι πραγματικά με αυτόν τον τρόπο. Επειδή, φυσικά, πολύ συχνά τα πράγματα που αγαπάς στη ζωή σου ή που απόλαυσες ιδιαίτερα όταν τα έκανες δεν είναι απαραίτητα εκείνα που έχουν το καλύτερο τελικό αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα, πολλές φορές το αποτέλεσμα είναι αρκετά απογοητευτικό. Μπορώ λοιπόν να πω «α, έπαιξα αρκετά καλά σε αυτή την ταινία» ή «αυτός ο ηθοποιός ήταν πολύ καλός σε εκείνη την ταινία», αλλά η ίδια η ταινία να μην είναι επιτυχημένη καλλιτεχνικά.
Στο τέλος, το μόνο που μετράει είναι αν η ταινία είναι καλή. Επειδή καμία ερμηνεία σε μια κακή ταινία δεν έχει πραγματικά σημασία. Μπορεί να είναι απολύτως εκθαμβωτική, αλλά να μην έχει αξία, επειδή η ταινία δεν είναι καλή. Και δεν υπάρχει κάποια μαγική συνταγή γι’ αυτό. Ούτε η τεχνητή νοημοσύνη πρόκειται να σας σώσει από αυτό. Έτσι είναι τα πράγματα. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να κάνεις μια καλή ταινία.
Όπως τα γεγονότα στη Νότια Αμερική και η εμπλοκή της CIA καθόρισαν την ιστορία μας, έτσι συνέβη και με τη δολοφονία του Κένεντι το 1963. Προφανώς είναι κάτι που σε έχει απασχολήσει πολύ. Αναρωτιόμουν λοιπόν, ως ηθοποιός, όταν κρατάς εκείνο το τουφέκι και λες «το έχω ακόμα» αναπαριστώντας εκείνη την ιστορική στιγμή, πόσο πολύ έχεις σκεφτεί το γεγονός και πόσο συνειδητοποιείς ότι άλλαξε την ιστορία μας; Και πώς αισθάνεσαι σήμερα, ιδιαίτερα με τις εκλογές που πραγματοποιούνται αύριο;
Νομίζω ότι ήταν ένα από τα πολλά γεγονότα που προκάλεσαν ένα τεράστιο κύμα μηδενισμού. Έτσι θα το χαρακτήριζα προσωπικά. Δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία τι πιστεύει κανείς για τον Τζον Φ. Κένεντι. Ή αν σκεφτεί απλώς τι συμβόλιζε, που ήταν λίγο πολύ τα ίδια πράγματα που ακούμε πάντοτε στην πολιτική: Νεότητα, μπλα μπλα μπλα. Ελπίδα, μπλα μπλα μπλα. Αλλαγή, μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα. Αλλά και πάλι, θεωρώ ότι ο μηδενισμός είναι κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο όταν εξαπλώνεται μέσα σε μια κοινωνία.
Από τη μία, λοιπόν, υπάρχει ο κίνδυνος της πίστης και από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος της απουσίας οποιασδήποτε πίστης. Και τα δύο είναι εξαιρετικά προβληματικά, θα υποστήριζα. Πιστεύω πάντως ότι εκείνο το γεγονός υπήρξε τραυματικό σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλά, φυσικά, τέτοια πράγματα έχουν συμβεί χιλιάδες φορές στην ανθρώπινη ιστορία. Πάντοτε υπάρχει ένας Βρούτος. Πάντοτε υπάρχει ένας Καίσαρας. Πάντοτε υπάρχει ένας Γκάντι. Πάντοτε υπάρχει η κόρη του. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ άπειρον. Και ο αρχιδούκας Φερδινάνδος είναι ένα τέλειο παράδειγμα. Δεν τον συμπαθούσε κανείς ιδιαίτερα και κανείς στην Αυστρία δεν ενδιαφερόταν και τόσο γι’ αυτόν. Κι όμως, η δολοφονία του πυροδότησε έναν απόλυτο κατακλυσμό βίας και παραφροσύνης. Επειδή ένας Σέρβος ήθελε μια ανεξάρτητη Σερβία. Και δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό.
Αλλά δεν υπάρχει ιδιαίτερη σκέψη γύρω από το τι μπορεί να εξαπολύσει μια τέτοια πράξη. Και η πολιτική εξαπολύει πάρα πολλά πράγματα. Πολλά από αυτά, μάλιστα, εξαπολύονται σκόπιμα μέσω της πολιτικής. Δεν είναι πράγματα που μπορείς να κρατήσεις κλεισμένα μέσα σε ένα κουτί ή σε μια σακούλα. Είναι σαν να ανοίγει ασταμάτητα το Κουτί της Πανδώρας. Και μοιάζει να συμβαίνει κάθε δύο χρόνια. Γι’ αυτό έχω πολύ σοβαρές επιφυλάξεις απέναντι στην ιδεολογία και απέναντι σε πολλά άλλα πράγματα. Αλλά τουλάχιστον δεν είμαι μηδενιστής.
Πέρα από την κατασκοπική ιστορία, η ταινία αφορά και μια περίπλοκη σχέση ανάμεσα σε δύο άνδρες που μοιράζονται μυστικά επί χρόνια. Κατά τη γνώμη σου, μέχρι πού θα έπρεπε να φτάσει κάποιος από αφοσίωση σε έναν φίλο;
Αυτή είναι μια πανάρχαια και πολύ καλή ερώτηση. Και έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την ανατροφή, τον πολιτισμό και τις περιστάσεις. Νομίζω ότι το να ζητήσεις από έναν φίλο να σου αφαιρέσει τη ζωή είναι ένα από τα μεγαλύτερα πράγματα που μπορείς να ζητήσεις από κάποιον. Εγώ δεν θα το έκανα. Δηλαδή, μπορεί να το ζητούσα από κάποιον άγνωστο στον δρόμο. Ξέρεις, «ορίστε, αν δεν είσαι απασχολημένος, πάρε το όπλο μου και πυροβόλησέ με». Και είμαι βέβαιος ότι θα έβρισκα αρκετούς εθελοντές! Αλλά είναι ένα τεράστιο αίτημα, ίσως το μεγαλύτερο που μπορώ να φανταστώ. Δεν θα μπορούσα να το κάνω, δεν θα μπορούσα να το ζητήσω.
Ο χαρακτήρας σoy σκέφτεται πολύ τον θάνατο και τις τελευταίες του επιθυμίες. Τελικά, τι είναι αυτό που καθορίζει τη ζωή ενός ανθρώπου; Τα επιτεύγματά του, οι τύψεις του ή όσα αφήνει πίσω του; Και επιπλέον, φοβάσαι γενικά τον θάνατο;
Όχι, ειλικρινά. Είχα μια απίστευτη ζωή. Σε παράλογο βαθμό, θα έλεγα. Μια φανταστική ζωή. Αυτό για το οποίο θα λυπηθώ είναι ότι έχουμε μικρές εγγονές και δεν θα μπορέσω να περάσω μαζί τους όσο χρόνο θα ήθελα, επειδή αποκτήσαμε εγγόνια σε αρκετά μεγάλη ηλικία. Αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ.
Όχι, πάντως, δεν φοβάμαι. Είχα μια ζωή εξαιρετικά ευνοημένη από την τύχη.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.