ΑΘΛΗΤΙΚΑ

Όταν έγινα Γιουβέντους

Όταν η Γηραιά Κυρία μετατράπηκε από μία άχαρη ξεπερασμένη ντίβα σε μια φασαριόζα ομάδα.

Υπάρχει ένα είδος έκπληξης όταν διαπιστώνεις ότι άνθρωποι και ομάδες για τους οποίους θα ορκιζόσουν ότι δεν πρόκειται να συμπαθήσεις μπαίνουν στο κεφάλι σου με έναν παράδοξα τρυφερό τρόπο- και αυτό δεν αποτελεί one night stand, αλλά έρχεται σε συνέχειες.

Δεν υποστήριζα τη Γιουβέντους στους ημιτελικούς του Champions League με τη Μονακό, διότι είμαι ζαρντιμικός. Η συμπάθεια για τον προπονητή των Μονεγάσκων έγκειται στο γεγονός ότι το ποδόσφαιρο που παίζει η ομάδα του είναι από τα πλέον θεαματικά στην Ευρώπη. Μου αρέσουν οι προπονητές που είναι ειλικρινείς και δεν προσποιούνται κάτι άλλο.

Το εξάμηνο στον Ολυμπιακό ο Πορτογάλος προπονητής δεν είχε τους παίκτες για να σχεδιάσει επιθετικό ποδόσφαιρο. Τέλος

Τα υπόλοιπα ήταν δικαιολογίες Όταν βρήκε τους παίκτες, όχι απλώς έπαιξε η ομάδα του επιθετικά αλλά, ήταν η πιο συναρπαστική για ένα μεγάλο μέρος της χρονικής σεζόν στην Ευρώπη φέτος. Πιθανώς, όταν το κείμενο έχει βρει τη θέση του στην ιστοσελίδα και αποτελεί παρελθόν, η Μονακό θα έχει κατακτήσει μαθηματικά το πρωτάθλημα. Και μία επικράτηση επί των πετρελαιοπηγών είναι πάντα καλοδεχούμενη, έστω κι αν η Μονακό έχει Ρώσο ιδιοκτήτη. Τουλάχιστον, στο Μόντε Κάρλο δεν ήταν αρκετά ψωνισμένοι για να αρχίσουν να ξοδεύουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ώστε να φέρουν γνωστά ονόματα. Φαντάσου: Στο μέρος που απλώς βρισκόταν για σχεδόν 35 χρόνια η Γκρέις Κέλι, μία από τις 10 ομορφότερες γυναίκες όλων των εποχών.

Η μελαγχολία της Γηραιάς Κυρίας

Η Γιουβέντους απέπνεε, τα χρόνια της εφηβείας, το άρωμα της ναφθαλίνης. Δεν ήταν ότι δεν είχε οπαδούς, ασφαλώς και είχε. Απλώς υπήρχε κάτι που δεν ήταν μελαγχολικό, αλλά βαρύ, σαν τη χαμένη αδελφή των Μπουενδία, που αποσύρθηκε σε ένα στοιχειωμένο σπίτι μέχρι να γίνει σκόνη. Δεν έφτανε που η εμφάνισή της ήταν ασπρόμαυρη, υπήρχε και αυτή η βαριά αύρα. Σε κλίμακα ταιριάσματος, το ‘Γηραιά Κυρία’ τη δεκαετία του ’90 ήταν ιδανικό παρατσούκλι. Οι εικόνες από το ‘Ντέλε Άλπι’ έκαναν την κατάσταση αφόρητη. Δεν έφθαναν ούτε οι γκραβούρες του Ζινεντίν Ζιντάν, ούτε τα φάλτσα που έβαζε στην μπάλα ο Αλεσάντρο ντελ Πιέρο.

Μισό, διότι υπήρχε και ένα γκολ του σπουδαίου Ζινεντίν Ζιντάν- την περίοδο που η Ντόρτμουντ την έπιασε κότσο στον τελικό του Μονάχου, να σημειωθεί με μπόλικη δόση χαιρεκακίας- που ήταν πραγματικά εξοντωτικά όμορφο. Με τον Άγιαξ, ο οποίος είχε αρχίσει να διαλύεται.

 

Το γήπεδο πάνω στις Άλπεις ήταν συνήθως, για να μην πω μονίμως, άδειο και η φανέλα φόρτωνε με ακόμα περισσότερη δυσθυμία το βλέμμα. Η Γιουβέντους γινόταν ανυπόφορη ακόμα και με την εύνοια. Ήταν η αγαπημένη όλης της Ιταλίας, αλλά μία αγαπημένη που δεν βασιζόταν στην αληθινή έννοια του συναισθήματος- όποια κι αν αυτή είναι- αλλά στο φόβο που υπήρχε προς τον οργανισμό. Δεν έχει επαληθευθεί η πληροφορία του στυγνού εκβιασμού του Τζιάνι Ανιέλι το 1980, στα πρώτα σκάνδαλα δωροδοκίας, στα οποία ο επιθετικός της Περούτζια Πάολο Ρόσι τιμωρήθηκε μέχρι το καλοκαίρι του 1982- μία τιμωρία που διακόπηκε ώστε να μπορέσει να πάρει μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας, κάτι που αναδεικνύεται σε σωτήρια κίνηση, ένα διπλωματικό αριστούργημα- όταν λέγεται ότι

διεμήνυσε πως θα απέλυε όλους τους εργαζόμενους στη FIAT σε περίπτωση υποβιβασμού της Γιουβέντους

ωστόσο η φήμη υπάρχει, αρκετή για να προσθέσει πόντους στην ενόχληση. Και ήταν εκείνο το ματς της 26ης Απριλίου του 1998, όταν η Γιουβέντους αντιμετώπιζε την Ίντερ του Ρονάλντο, που δεν σφυρίχθηκε πέναλτι υπέρ του Βραζιλιάνου και στην επόμενη φάση δόθηκε από τον Τσεκαρίνι το αμφιλεγόμενο υπέρ του Ντελ Πιέρο. Για να είμαι ειλικρινής, μόλις τώρα ξεμπλέχθηκαν οι ίνες της μνήμης: Όλο αυτόν τον καιρό, αποφεύγοντας να υπενθυμισθεί αυτό το δυσάρεστο ματς, θυμόμουν ότι εκείνο το πέναλτι έκρινε την αναμέτρηση υπέρ της Γιουβέντους, ωστόσο ο ‘Πιντουρίκιο’ είχε σκοράρει από το πρώτο ημίχρονο το γκολ της νίκης και της κατάκτησης του πρωταθλήματος, αρκετές μέρες πριν η Ίντερ παίξει τον τελικό του Κυπέλλου UEFA με τη Λάτσιο και ο Ρονάλντο κάνει αυτό στον Μαρκετζάνι…

 

Και αρκετές μέρες πριν η ‘Κυρία’ πάει στο Άμστερνταμ για να παίξει έναν τελικό, τον τρίτο συνεχόμενο, Κυπέλλου Πρωταθλητριών με τη Ρεάλ Μαδρίτης, με το γκολ του Μιγιάτοβιτς να δίνει στη Ρεάλ το πρώτο τρόπαιό της μετά από 32 χρόνια και στον υπογράφοντα ένα λαμπερό χαμόγελο που δεν έσβησε παρά μόνο στην αγκαλιά του Μορφέα, αν και δεν μπορεί κάποιος να το πει με βεβαιότητα.

Και δεν ήταν παρά δύο χρόνια μετά, στις 14 Μαΐου του 2000, που η Περούτζια νίκησε τη Γιουβέντους 1-0 στο ‘Ρενάτο Κούρι’, σε ένα παιχνίδι που έγινε υπό καταρρακτώδη βροχή και που, ας το ομολογήσουμε, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα λάθη στην καριέρα του ανυπέρβλητου Πιερλουίτζι Κολίνα το γεγονός ότι δεν το σταμάτησε, παρά το γεγονός ότι η Περούτζια έβαλε γκολ μόλις στο 5’ με τον Καλόρι και η Γιουβέντους έπαιζε με 10 παίκτες από το 28’, μετά την αποβολή του Τζιανλούκα Τζαμπρότα.

Τα σκάνδαλα

Όλα άρχισαν, θα μπορούσα να πω, μετά το Moggiopoli, τα σκάνδαλα του 2006 που αφορούσαν στον Λουτσιάνο Μότζι και τις σκαιές τιμωρίες που έφεραν τον υποβιβασμό της Γιουβέντους στη Γ’ Εθνική κατηγορία που ξεκίνησε η διαφοροποίηση. Διότι υπήρξαν παίκτες που έμειναν στο Τορίνο, συνέχισαν να φοράνε αυτήν τη φανέλα και να παίζουν σε πρωταθλήματα που θα απέφευγαν αν ήταν επαρκή θύματα του ποδοσφαιρικού εμπορίου, όπως ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν, ο Πάβελ Νέντβεντ και φυσικά ο Ντελ Πιέρο. Αν αυτό το μαυσωλείο ψυχών είχε όντως καρδιά και σφυγμό τέτοιο ώστε να κρατάει τους παίκτες με τρόπο τόσο ρομαντικό, τότε κάτι συνέβαινε στο Τορίνο, κάτι που δεν έμοιαζε μόνο με ανθρώπινη ιστορία, αλλά ήταν κιόλας. Με τη Γιουβέντους αυτό δεν ήταν συχνό φαινόμενο.

 

 

Καταρχάς, έπρεπε να αλλάξει γήπεδο. Να πάει κάπου πιο ζεστά, εκεί που δεν υποπτευόσουν ότι όταν έκλειναν τα φώτα γριές εγκαταλελειμμένες από τον Χάρο μοιρολογούσαν κάθε νεκρό από καταβολής κόσμου. Η μετακόμιση στο ‘Juventus Stadium’ έμοιαζε με κάτι φρέσκο: σαν τους ωραίους χώρους που βλέπεις το γάλα να πέφτει στο μπουκάλι αντί να το προμηθεύεσαι έτοιμο από το σούπερ μάρκετ. Ήταν σαν την πρώτη τεχνικολόρ ταινία μετά από χρόνια ασπρόμαυρων με πρωταγωνιστή τον Νίκο Ξανθόπουλο. Το ‘Juventus Stadium’ έμοιαζε με ένα πιο συνοικιακό γήπεδο, σε αντίθεση με εκείνο τον ομιχλώδη χαωτισμό που απέπνεε το ‘Ντέλε Άλπι’. Έπειτα, ήρθε το ματς της 5ης αγωνιστικής του Champions League της σεζόν 2012-13. Ένα βράδυ που ήταν σχεδιασμένο για ζυθοποσία, με ρεπό από την εργασία. Η Γιουβέντους, μετά από τρεις ισοπαλίες στον πρώτο γύρο, έπαιζε στις 20 Νοεμβρίου του 2012 με την Τσέλσι, που ήταν έτοιμη να γίνει η πρώτη απερχόμενη πρωταθλήτρια Ευρώπης η οποία επρόκειτο να αποκλειστεί από τη φάση των ομίλων. Κατά το σύνηθές της, η Γιουβέντους έκανε τρεις ισοπαλίες στον πρώτο γύρο, ακόμα και με την Νόρτζελαντ εκτός έδρας, προκαλώντας μειδίαμα σε όσους την ακολουθούν για χρόνια. Ήταν στο μόνιμο μοτίβο της, στο χώρο της. Αποκλειόταν να αποτύχει. Σε εκείνο το κλουβί η Τσέλσι βρισκόταν σε αδιέξοδο.

Ο Πίρλο, ο Μπουφόν, ο Βούτσινιτς

Η Γιουβέντους είχε για βασικό φορ τον Μίρκο Βούτσινιτς, έναν από τους πιο έξυπνους επιθετικούς που έχω δει ποτέ και με την επιπλέον εκτίμηση ότι ήταν ο πρώτος αρχηγός στην ιστορία της εθνικής Μαυροβουνίου. Ήταν ο Πίρλο, ο Μπουφόν, ο σκύλος Βιντάλ, πριν γίνει ένας από τους καλύτερους μέσους στον κόσμο. Ήταν επίσης ο Φάμπιο Κουαλιαρέλα. Μία περίεργη συμμορία. Ο τελευταίος, στο 38’ της αναμέτρησης, έβαλε το σουτ σε ένα τυπικά έξυπνο σουτ του Πίρλο (ο οποίος πρέπει να είναι ο πιο συμπαθής ποδοσφαιριστής στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, συν ότι το τυπικά έξυπνο πράγμα για αυτόν είναι αναλογικά έξαρση ευφυΐας για το 96,519% των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών στον πλανήτη Γη) για να αλλάξει την πορεία της μπάλας και να ανοίξει το σκορ. Ο Κουαλιαρέλα πήγε να πηδήξει μία διαφημιστική πινακίδα, αλλά το έκανε αδέξια και το σκέφτηκε ξανά. Τότε ο Βούτσινιτς πήγε κοντά του και του τράβηξε δύο χαστούκια στο μάγουλο. Όταν ο Κουαλιαρέλα έφυγε από τις αγκαλιές, κρατούσε το πρόσωπό του. Τότε ο Βούτσινιτς τον τράβηξε από το χέρι και του έκανε μία γκριμάτσα σε στυλ, ‘πφφφ, τι φλώρος είσαι’.

 

Αυτή η εικόνα αποτυπώθηκε βαθιά. Η Γιουβέντους μετατράπηκε από μία άχαρη ξεπερασμένη ντίβα, που δεν βάζει νερό στο κρασί της και δεν αποδέχεται ότι τα χρόνια έχουν περάσει, σε ένα μάτσο από ανεξάντλητους κωμικούς, οι οποίοι έχουν πάρει πολύ σοβαρά τη δουλειά τους. Η ιταλικότητα δεν έκανε κάτι άλλο παρά να προσφέρει στην ψυχαγωγία και ήταν μία από εκείνες τις ωραίες κωμωδίες της δεκαετίας του ’60, ένας παραλογισμός που δεν γινόταν παρά να σε κάνει να ευθυμήσεις, που προϊόντος του χρόνου και σε ό,τι αφορά τη συμπάθεια, είναι καλύτερο από το να γελάσεις. Στο πέρασμα των χρόνων αυτή η ζωντάνια, αυτό το σκέρτσο, που θα μπορούσες τα προηγούμενα χρόνια να το βρεις μόνο στην Ίντερ και στις ομάδες της Ρώμης, αλλά παιγμένο διαρκώς σαν καρικατούρα και με τραγικά αποτελέσματα, δεν τελεσφόρησε. Παραμένει ακόμα και τώρα, είτε βλέποντας τον Ντάνιελ Άλβες να φοράει τη φανέλα ή τον Μπουφόν να υπερασπίζεται την εστία.

Η Γιουβέντους έγινε φασαριόζα, μπριόζα και όλο αυτό συνέβη στην επανεκτίμηση της κατάστασης μετά τη διετή τιμωρία της για τα στημένα παιχνίδια

Δεν είμαι βέβαιος ότι οι οπαδοί της την αγαπούν περισσότερο τώρα από τα χρόνια της δεκαετίας του ’90, αν θεωρούν το γεγονός ότι δεν μπορούσες να δεις το διπλανό σου στο ‘Ντέλε Άλπι’, ένα στάδιο που γέμιζε από σπανίως ως ποτέ, προνόμιο. Όμως, η ανθρώπινη διάστασή της, αυτή που θα μπορούσε να είναι μία κωμική σειρά μίας οικογένειας στην οποία σουρεαλιστικοί καβγάδες και παρεξηγήσεις είναι στην ημερήσια διάταξη, μόνο, όμως, για να ντύσουν τα ζεστά συναισθήματα και να τους δώσουν ένα κλοουνικό, σχεδόν τσαπλινικό, ρυθμό, είναι αυτή που της προσέδωσε ζεστασιά και από παγωμένη και κακιασμένη βασίλισσα νορβηγικού παραμυθιού την έκανε Χιονάτη που απολαμβάνει σφηνάκια τεκίλα.

Εκείνο το ματς έληξε 3-0 και ενώ αποκλείστηκε εύκολα από την Μπάγερν στους προημιτελικούς της διοργάνωσης, με δύο κυνικά 2-0 σε Τορίνο και Μόναχο, ήταν μία πέτρα που, επειδή θέλει να κυλά, δε χορτάριασε.

Photo Credits: (AP Photo/Andres Kudacki)