REVIEWS

Γιατί το The Batman δεν είναι μία υπερηρωική ταινία

Το The Batman του Matt Reeves αποφεύγει τελείως τα κλασικά beats των υπερηρωικών ταινιών, μέχρι τουλάχιστον τον επίλογό του.

Ο Batman του Robert Pattinson βάζει το goth στη Gotham. Ο χαρακτήρας δεν έχει υπάρξει ποτέ πιο σκυθρωπός. Είναι μία εκδοχή που ανήκει πολύ περισσότερο στην Gen X μέσα από τη δυσαρέσκειά του με τη ζωή από όλες τις Batman ταινίες των ‘90s. Το ιδρωμένο του πρόσωπο λιώνει τη μαύρη σκιά που φοράει – χαρακτηριστικό όλων των Batmen στην πραγματικότητα που ελάχιστα μας έχουν δείξει οι άλλες ταινίες – καβαλάει τη μοτοσυκλέτα του υπό τους ήχους του Something In The Way των Nirvana, και αφηγείται την ταινία με ατάκες που φλερτάρουν ώρες-ώρες με την παρωδία αλλά είναι πολύ κοντά στην κομιξική τους πηγή: «Νομίζουν ότι κρύβομαι στις σκιές, αλλά είμαι οι σκιές».

Στα δύο μόλις χρόνια που έχει υπάρξει ως Batman εδώ, η εγκληματικότητα στη Gotham δεν έχει μειωθεί. Το αντίθετο. «Δύο χρόνια από νύχτες με έχουν μετατρέψει σε νυκτόβιο ζώο», γρυλίζει. Δεν αιφνιδιάζει τους κακούς από το πουθενά ωστόσο. Τις περισσότερες φορές τον ακούνε να έρχεται. Οι μπότες του χτυπούν δυνατά στο τσιμέντο ή πατάνε σε λασπωμένες λακκούβες σα να βγαίνει κάποιο πλάσμα από τα βάθη της κόλασης. Όλοι οι Batmen έχουν την αντικοινωνική τους πλευρά, αλλά στα χέρια του Matt Reeves και του Peter Craig (The Town) που συνυπογράφουν το σενάριο αυτός ο Batman δεν έχει τίποτα που να θυμίζει καν κοινωνικές δεξιότητες. Είναι ένας χλωμός δαίμονας που μουρμουράει μέσα από τα δόντια του, επιρρεπής σε εκρήξεις βίας, με κανένα ενδιαφέρον να παραστήσει τον playboy Bruce Wayne.

The Batman

Ό,τι αφορά στην κληρονομιά των Waynes – κάτι σαν άλλοι Kennedys εδώ για τη Gotham – αφήνεται στα χέρια του πιστού μπάτλερ του, Alfred (Andy Serkis), το μόνο ψήγμα οικογένειας που του έχει απομείνει, αλλά τον κρατά και εκείνον σε απόσταση χλευάζοντας το πατρικό του ενδιαφέρον. Ακόμα και το σπίτι του μοιάζει ξένο στον ίδιο και τελικά στους θεατές, ένας χώρος που θα νοίκιαζε ο Δράκουλας στο Airbnb. Σκεφτόμουν κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής προβολής το πώς ο Pattinson είχε προσεγγίσει τον ρόλο του Edward Cullen ως κάποιον «στα πρόθυρα αυτοκτονικής κατάθλιψης», αλλά με βάση εκείνο το υλικό το αποτέλεσμα ήταν, για να το θέσω ευγενικά, αμφίβολο.

Εδώ είναι ένας ερημίτης Bruce Wayne που δεν έχουμε ξαναδεί στις ταινίες Batman. Κάποια στιγμή εμφανίζεται σε μία κηδεία και όλοι φαίνονται σοκαρισμένοι που το τόλμησε. Κανείς στη Gotham δεν περιμένει να δει πολλά από τον Bruce και αυτός είναι ένας ενδιαφέρων επαναπροσδιορισμός που μας επιτρέπει να δούμε πολύ περισσότερο Batman. Στις ταινίες του Burton χανόταν πίσω από την πολύχρωμη γκάλερι των κακών του, στις ταινίες του Nolan μεγάλο μέρος των ταινιών δεν τον συμπεριλάμβανε καν (και στο Dark Knight είχε επισκιαστεί από τον Joker), και στο Batman v Superman είχε μοιραστεί τους προβολείς, άρα εδώ έχουμε κάτι αληθινά καινούριο για τις live-action μεταφορές του.

Ως Batman, ο Bruce έχει μία μάλλον απλοϊκή άποψη για το έγκλημα. Είτε είσαι καλός, είτε κακός. Δεν υπάρχει χώρος για αποχρώσεις. Δεν τρέφει συμπάθεια για κανέναν. Στα μάτια του, αν παραβιάσεις έστω και λίγο τον νόμο σου αξίζει να σου σπάσουν το κεφάλι. Φυσικά αυτό είναι κάτι παραπάνω από ειρωνικό, και ήταν πάντοτε, αφού ως εκδικητής τον παραβιάζει και ο ίδιος. ο Batman παραβιάζει το νόμο. Καθώς το The Batman θα ξετυλίγεται όμως, ο πρωταγωνιστής του θα αρχίζει να αμφισβητεί την προσέγγισή του, μεταξύ άλλων αιτιών και επειδή γνωρίζει τη Selina Kyle, την απολαυστική Catwoman της Zoë Kravitz που έχει κι αυτή τον δικό της, προσωπικό πόνο.

Εκείνη και ο Penguin του Colin Farrell είναι τα highlights της ταινίας και είναι κρίμα που δεν έχουν περισσότερα να κάνουν. Η Kravitz γελάει τελευταία με την απόρριψή της για έναν μικρό ρόλο στο The Dark Knight Rises γιατί «δε θα τον πήγαιναν urban» (κωδικός για το χρώμα του δέρματός της), και ειδικά στην περίπτωση του Farrell που υπάρχει ως cosplay χοντρού Robert De Niro και φωτίζεται ως η μοναδική, ίσως, χροιά χιούμορ στην ταινία, θα καταλάβεις γιατί θα έχει σύντομα τη δική του σόλο σειρά στο HBO Max.

Ο Colin Farrell ως Penguin

Εδώ ο Batman συνειδητοποιεί πως έχει περάσει ολόκληρη τη σύντομη καριέρα του μέχρι στιγμής στοχεύοντας μικροαπατεώνες και κουκουλοφόρους, ενώ έχει αγνοήσει την τεράστια διαφθορά που κυριαρχεί στις ανώτερες βαθμίδες του Gotham. Αυτό αλλάζει όταν ένας κατά συρροή δολοφόνος, ένας εξαίσια διαταραγμένος Riddler του Paul Dano, αρχίζει να στοχεύει την ελίτ της πόλης αφήνοντας πίσω του ένα μονοπάτι από γρίφους. Όσο η κλίμακα του νοσηρού σχεδίου του ξεδιπλώνεται, ο Batman θα πρέπει να συνάψει καινούριες συμμαχίες, να αποκαλύψει τον ένοχο και να αποδώσει δικαιοσύνη για την κατάχρηση εξουσίας και τη διαφθορά που έχουν καταστρέψει τη Gotham. Και είναι μία Gotham στοιχειωτική.

Ο Reeves και ο Greig Fraser του Dune επιτυγχάνουν μία σύνθεση των προηγούμενων ταινιών Batman στην εκδοχή τους για την πόλη: Το goth στιλιζάρισμα του Tim Burton. Το προσγειωμένο σημείο αναφοράς του Nolan για τις πόλεις του πραγματικού κόσμου. Τη νευρώδη, οριακά εφιαλτική βερσιόν του Zack Snyder. Είναι ένα εκλεκτικό μείγμα που κυρίως λειτουργεί ως το άθροισμα των μερών του, αλλά ανοίγει και την πόρτα σε αυτό που ήδη μοιάζει με ένα μεγαλύτερο πεδίο για τη Gotham που θα έρθει στο μέλλον. Έχει κομμάτια του Λονδίνου και του Σικάγο, με οπτικές αναφορές από τη Νέα Υόρκη, και συγχωνεύονται όλα σε μία πόλη που αναδεύεται με επικίνδυνη γοητεία, εικονογραφημένη από φωσφορίζοντα πορτοκαλί, κόκκινα και σκοτεινά μωβ.

Batman and Catwoman

Το The Batman έχει πραγματικά φροντίσει τις υφές του δηλαδή. Η μάχη είναι γυρισμένη με σιλουέτες, η μοναδική σεκάνς του Batmobile είναι πιο σφιχτή και από το Locke, και η παλέτα του Fraser επεκτείνει την προσωπική κόλαση του Bruce σε ολόκληρη τη Gotham, σε βαθμό που την παρουσιάζει σαν καμένη γη αντικρούοντας την πιο συμβατική αισθητική των περισσότερων υπερηρωικών ταινιών, με όλα αυτά να εντείνονται από τη μουσική του Michael Giacchino που κινείται μεταξύ Jaws, The Imperial March και του πένθιμου εμβατηρίου του Σοπέν.

Είναι μία Gotham κουρασμένη, με σπασμένα κοινωνικά συμβόλαια – εισοδηματική ανισότητα, διαλυμένα δίχτυα ασφαλείας, πολιτικοί που υπόσχονται αλλαγή και δεν προσφέρουν τίποτα – κυνική, που έχει βαρεθεί να πιστεύει ότι οι καλύτερες μέρες της είναι προ των πυλών, και αυτές οι διαγενεακές απογοητεύσεις βαραίνουν κάθε χαρακτήρα με διαφορετικούς τρόπους.

Υπάρχει όραμα εδώ και ταιριάζει σίγουρα στην ιδιοσυγκρασία της φιλμογραφίας του Reeves. Όταν έγραφα το 2017 πως το νέο Batman είχε μόλις βρει τον ιδανικό του σκηνοθέτη, η πεποίθηση αυτή βασιζόταν μεν στο εξαιρετικό Cloverfield και στο Let Me In, το σπάνιο καλό αμερικανικό remake που είχε αδικηθεί κατά την κυκλοφορία του, αλλά κυρίως οφειλόταν στη δουλειά του για τα Planet of the Apes. Το Dawn και το War, παρά τη μεγάλη τους επιτυχία στα ταμεία, παραμένουν υποτιμημένα ως σχολιασμός πάνω στην καταδικασμένη τροχιά της ανεπανόρθωτης κατάστασης της ανθρωπότητας. Ο Reeves είναι η σπάνια περίπτωση δημιουργού που μπορεί να εργαστεί σε πλαίσιο franchise και να παράξει έργο σε σημαντικό βαθμό ανυποχώρητο μπροστά στις ευχάριστες, χολιγουντιανές απολαβές που το κοινό έχει συνηθίσει σε τέτοιες ταινίες. Άρα όταν είχε αναφέρει πως το δικό του Batman θα ήταν ένα νουάρ θρίλερ με έμφαση στις ντετεκτιβίστικες ικανότητες του Bruce το είχα γιορτάσει, γιατί αυτή είναι μία πλευρά του ήρωα που οι προηγούμενες ταινίες είχαν παραγκωνίσει.

Ο Matt Reeves με τον Robert Pattinson Ο Matt Reeves με τον Robert Pattinson στα γυρίσματα του The Batman
Ο Matt Reeves με τον Robert Pattinson στα γυρίσματα του The Batman

Πρακτικά το έχει πετύχει γιατί το The Batmanτο “The” ανακοινώνει το πόσο παραπολυσοβαρή είναι τούτη η ταινία – έχει πλησιάσει το σινεμά του είδους στο οποίο στόχευε περισσότερο από κάθε άλλη τέτοια απόπειρα. Με εξαίρεση ίσως το Joker, ένα προσωποκεντρικό δράμα που απλά τύχαινε να λαμβάνει χώρα στη Gotham. Η σχέση εκείνου του Joker με τον Bruce Wayne ήταν αστειωδώς ραμμένη στην πλοκή και ολόκληρο το πρότζεκτ είχε μάλλον ονομαστεί Joker γιατί θα έκοβε περισσότερα εισιτήρια από το Joaquin Phoenix σε Τυχαίο Character Study (για την ιστορία, ο Todd Phillips που γύρισε την ταινία δε θέλησε ποτέ να κάνει υπερηρωική ταινία γιατί δεν του αρέσουν, και είχε διαλέξει τον χαρακτήρα του Joker για το πείραμα καθώς πίστευε ότι θα του πρόσφερε μεγαλύτερη δημιουργική ελευθερία). Το The Batman δηλαδή είναι πολύ πιο κοντά στο κλασικό νουάρ απ’ ότι ήταν το Winter Soldier στα πολιτικά θρίλερ των ‘70s ή απ’ ότι το Logan στα γουέστερν.

Πιο κοντά ακόμα και από το Thor: Ragnarok στη screwball κωμωδία. Και εκείνο ήταν ό,τι πιο κοντινό σε καθαρόαιμη κωμωδία έχουμε δει στην υπερηρωική γωνιά του κινηματογράφου! Μέχρι και η απόδοση των διαλόγων θυμίζουν παραδοσιακό νουάρ, με τους ηθοποιούς να τα παραδίδουν όλα σε κοφτά μικροξεσπάσματα, σα να τους περισσεύει οξυγόνο μονάχα για σύντομες προτάσεις.

Η ταινία είναι ένα μυστήριο δολοφονιών που ο Jeffrey Wright ως Commissioner Gordon προσπαθεί να λύσει με τη βοήθεια του Batman, στην procedural λογική ενός Se7en ή ενός Zodiac – δύο ταινίες που έχουν επηρεάσει εμφανέστατα τη συγκεκριμένη αφήγηση, αλλά δεν κατάφεραν να τη διασώσουν από το ατέλειωτο exposition της. Σελίδες επί σελίδες ανθρώπων που μιλούν μεταξύ τους, που αφηγούνται την πλοκή, που μας καθοδηγούν στις διαδικασίες σκέψης τους, που αποκαλύπτουν πράγματα από το παρελθόν, που λένε στους άλλους αυτό που έμαθαν για το παρελθόν. Και έπειτα το ίδιο το μυστήριο δε γίνεται ποτέ ιδιαίτερα συναρπαστικό.

Δεν είναι εύκολο αυτό που κάνει ο Fincher, να συνδυάζει το procedural με τη θεματική και το συναισθηματικό τόξο των χαρακτήρων (και δεν το πετυχαίνει κι ο ίδιος εξίσου καλά πάντα, το Zodiac είναι το πιο ολοκληρωμένο τέτοιο παράδειγμα σε αυτό του το σινεμά), και το The Batman το υπερτονίζει.

The Batman

Η ταινία δεν είναι ούτε όσο στυγνή ήταν το Se7en, ούτε όσο σχολαστικά αποκαρδιωτική ήταν το Zodiac (επίσης, είναι το Girl With a Dragon Tattoo η Batman ταινία του Fincher;), ούτε μένει ασυμβίβαστα μέχρι το τέλος στο μήνυμά της. Μετά από δύο (ή τρεις καλύτερα) πράξεις αφιερωμένες σε ένα προσγειωμένο crime drama, ο επίλογος θέλει να στραφεί σε επίπεδα νολανικού θεάματος που οδηγούν τον Batman να επανεκτιμήσει την επένδυσή του στην πρόκληση του φόβου.

Ίσως αν την μπόλιαζε με λίγη ελπίδα, σκέφτεται, να γινόταν αυτό που στ’ αλήθεια χρειάζονται οι συμπολίτες του. Είναι ένας νεόκοπος Batman που σιγά-σιγά μετατοπίζεται στη λογική του κομιξικού του αντίστοιχου, όμως στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ταινίας το συμπέρασμά του μοιάζει με βιαστική υποσημείωση. Ίσως κάποια παραγγελία του στούντιο;

Όπως και να ‘χει, μέχρι το τέλος της ταινίας το Batsignal θα είναι πλέον φάρος ελπίδας για τη Gotham και ο Reeves μαζί με τον Pattinson θα έχουν κατασκευάσει έναν Batman που μπορεί να μην ήταν ακριβώς απαραίτητος (πώς θα μπορούσε να είναι τόσες εκδοχές μετά;) αλλά μπορεί ακόμα να γοητεύσει όταν βουτάει πιο βαθιά στη γλώσσα της αρχικής του πηγής.