Η Rachel McAdams και ο Dylan O’Brien αποκλειστικά στο OneMan, για το τρενάκι τρόμου του Send Help!
Φαντασιώσεις γυναικείας οργής, μαύρισμα στην Ταϋλάνδη και λακκούβες από brownies. H Rachel McAdams και ο Dylan O’Brien για το Send Help.
- 5 ΦΕΒ 2026
Πολύ γρήγορα μετά τον συντονισμό μας στο προγραμματισμένο Zoom, αντιλήφθηκα πως η συνέντευξή μου με τη Rachel McAdams και τον Dylan O’Brien θα είχε λιγότερο υλικό από άλλες. Δεν ήταν κανείς κουρασμένος ή απρόθυμος να μιλήσει. Το αντίθετο – ήταν αμφότεροι παρόντες και συγκεντρωμένοι σε όσα τους ρωτούσαμε οι δημοσιογράφοι. Υπάρχουν όμως συνεργασίες, τόσο διασκεδαστικές και ευθυγραμμισμένες για αυτούς που τις βιώνουν, που όταν βρίσκουν ξανά την ευκαιρία για παιχνίδι η χημεία υπερνικά το επαγγελματικό περιβάλλον.
Οι δύο συμπρωταγωνιστές του Send Help! δεν μπορούσαν να μην πειραχτούν μεταξύ τους, να μην κάνουν λογοπαίγνια, να μη θυμηθούν σκηνικά από τα γυρίσματα που μοιράζονταν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, μεταξύ άλλων εσωτερικών αστείων. Όση καλή διάθεση κι αν υπήρχε από όλες τις πλευρές, πόσες ερωτήσεις να χωρέσουν μέσα σε δεκαπέντε λεπτά σε τόσο εορταστικό κλίμα;
Πάνω σε αυτή φανταστική χημεία όμως ζει και πεθαίνει το Send Help!, η πρώτη ταινία του Sam Raimi εδώ και 17 χρόνια που δεν ανήκει σε κάποιο υπερηρωικό franchise. Και αποδείχθηκε ανεκτίμητη στα γυρίσματα αυτής της κωμωδίας τρόμου επιβίωσης, όπου η σχεδόν μόνιμη ζέστη των τριάντα και πλέον βαθμών και η αποπνικτική υγρασία μετέτρεπαν κάθε ημέρα σε δοκιμασία αντοχής.
«Ήταν περιπέτεια για εμάς!», τονίζει η McAdams. «Ήμασταν στο Σίδνεϊ, στην Ταϊλάνδη, σε μία φάρμα καρύδας, σε μία ιδιωτική παραλία – ξυπνάς και λες wow, πώς είναι αυτή είναι η δουλειά μας! Αλλά μας έλεγαν να μην είμαστε στον ήλιο όσο μπορούμε, πράγμα δύσκολο το Σαββατοκύριακο, όταν είσαι στην Αυστραλία το καλοκαίρι. Θες να βγεις και να παίξεις!».
Αναφέρεται στην ανάγκη να παραμείνουν λευκοί καμβάδες ώστε να μπορεί το τμήμα του μακιγιάζ να περνούν το κατάλληλο μαύρισμα, τα εγκαύματα, ακόμα και τσιμπήματα εντόμων πάνω τους, αναλόγως τη φάση που βρίσκονται οι χαρακτήρες τους στην ταινία.
«Εγώ θα έβγαινα!», αστειεύτηκε ο O’Brien. Ή και όχι. Κάποια χρόνια πίσω που του είχα ξαναμιλήσει, για τον δραματικό του ρόλο στο Outfit πλάι στον Mark Rylance τότε, είχαμε γελάσει τόσο πολύ που ανησυχούσα ότι θα τρώγαμε τον χρόνο χωρίς να έχουμε πει τα βασικά. Υπάρχει μοτίβο δηλαδή. Είναι σαφές, επίσης, πως συμβαίνει η δυναμική του πειραχτηριού και της καλής μαθήτριας στην τάξη εδώ.
Μεγαλωμένη στο Λονδίνο του Καναδά, κόρη ενός οδηγού φορτηγού και μίας νοσηλεύτριας, η McAdams έχει χτίσει μια προσγειωμένη ζωή με τον σύντροφό της, τον Αμερικανό σεναριογράφο Jamie Linden, και τα δύο τους παιδιά. Η μποέμ αισθητική που χαρακτηρίζει την καθημερινότητά της αντικατοπτρίζει τη μακροχρόνια δέσμευσή της στη βιωσιμότητα, από τη διαχείριση του οικολογικού lifestyle website της GreenIsSexy μέχρι τη συμμετοχή της σε περιβαλλοντικό ακτιβισμό, ενώ στα γυρίσματα του Send Help! η φιλοσοφία αυτή έγινε σημείο σύνδεσης με τον O’Brien που λατρεύει τη βιώσιμη μόδα και τις DIY κατασκευές.
Η εικόνα τους μοιάζει απόλυτα συνεπής με όσα έχουμε δει από τους δύο στα χρόνια της καριέρας τους – η δική του τον προσγειωμένο αυθορμητισμό του ανθρώπου που δεν αλλοιώθηκε από τα φώτα, η δική της ζεστασιά χωρίς επιτήδευση.
Στο Send Help! – Βοήθεια! ο ελληνικός τίτλος – η McAdams υποδύεται μία καταπιεσμένη υπάλληλο γραφείου που ναυαγεί σε ένα έρημο νησί, μαζί με τον εγωκεντρικό προϊστάμενό της που ερμηνεύει ο O’Brien. Σε μία φαντασίωση γυναικείας οργής, οι συσχετισμοί εξουσίας μεταξύ τους αντιστρέφονται και ο χαρακτήρας της McAdams επιτέλους απελευθερώνει όσα έβραζαν κάτω από την επιφάνεια.
Εκεί ακριβώς γίνεται ξεκάθαρη η μαγεία της McAdams. Είναι, αναμφισβήτητα, μία εξαιρετικά ικανή ηθοποιός με αξιομνημόνευτες ερμηνείες στο ενεργητικό της, κι όμως δεν κουβαλά τίποτα από τη βαρύγδουπη σοβαροφάνεια που συχνά συνοδεύει μια τέτοια καριέρα. Τη συνοδεύει μία ελαφρότητα, μια αίσθηση αβίαστου που συγκαλύπτει την πειθαρχία που κρύβεται από κάτω.
Σε διάστημα δύο δεκαετιών έχει χτίσει μια καριέρα που ορίζεται από εντυπωσιακό εύρος ρόλων — από τον ρόλο που την έκανε γνωστή στο Mean Girls, μέχρι τον σπαρακτικό ρομαντισμό του The Notebook, και με αποκορύφωμα την οσκαρική της υποψηφιότητα για το Spotlight.
«Για τη Linda, θέλαμε να βεβαιωθούμε πως θα είχαμε κάποια ηθοποιό που μπορείς να την ερωτευτείς», περιγράφει η παραγωγός της ταινίας, Zainab Azizi. «Η ταινία έχει τόσες πολλές ανατροπές, οπότε θέλαμε να κάνουμε casting κάποια που δεν θα περίμενες να κάνει τόσο σκοτεινή στροφή. Η Rachel είναι εξαιρετικά ταλαντούχα, αλλά εκτός από το Mean Girls έχει παίξει αξιαγάπητους, φωτεινούς χαρακτήρες. Οπότε ήταν πραγματικά διασκεδαστικό για εμάς να τη βάλουμε σε αυτόν τον σκοτεινό ρόλο. Αυτό από μόνο του ήταν μια ανατροπή».
Ο O’Brien πάλι, που έσκασε από το πουθενά στο χιτ Teen Wolf του MTV χωρίς σπουδές υποκριτικής, ξεχωρίζοντας από το πρώτο του καρέ μακράν του δεύτερου καλύτερου στο καστ, έχει το προφίλ του journeyman ηθοποιού – κωμωδίες, γκανγκστερικές ταινίες, πολιτικά θρίλερ, young adult τριλογίες, ανεξάρτητα χιτ όπως το Twins, περιπέτειες όπως το υποψήφιο για Όσκαρ Love and Monsters στο Netflix.
«Με τον ρόλο του Bradley θέλαμε να βεβαιωθούμε ότι δεν θα ήταν τόσο μονοδιάστατος, απλώς ένας ακόμα κακός», τόνισε η Azizi. «Θέλαμε κάποιον που θα ήταν αστείος, γοητευτικός, με πολλές, πολλές στρώσεις, και ο Dylan O’Brien έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά».
Οι ερμηνείες τους προσδίδουν πραγματικό βάθος σε χαρακτήρες που, σε άλλα χέρια, θα έμοιαζαν επιφανειακά σκιαγραφημένοι.
«Θέλαμε η Linda να είναι αξιαγάπητη, αλλά να έχει επίσης και ένα cringe στοιχείο μέσα της, να μπορεί να καβαλάει αυτή τη γραμμή», μου λέει η McAdams όταν τη ρωτάω πόσο δύσκολο ήταν να κρατήσει την ισορροπία μεταξύ των πτυχών του χαρακτήρα της. «Ήταν μεγάλη πρόκληση στην αρχή η ισορροπία. Αργότερα, καθώς η ταινία προχωρά, έπρεπε να καβαλάω τη γραμμή ανάμεσα στο ψυχικά καλά και ψυχικά όχι καλά, τη γραμμή μεταξύ villain και ηρωίδας, ή αντι-ηρωίδας».
Αν και έχει συγγένεια με αρκετές ταινίες που δίκαια θα έρθουν στο νου – από το Misery και τον Ναυαγό μέχρι το Τρίγωνο της Θλίψης – το Send Help! ακολουθεί τα βήματα αμέτρητων b-movies που έχουν κοινωνικά ζητήματα στο μυαλό και μπόλικο αίμα στα χέρια τους, χάρη στον Sam Raimi και το μοναδικό του ταλέντο να προκαλεί γέλιο που μετατρέπεται σε κραυγές (και το αντίστροφο).
«Είναι τόσο διασκεδαστικό το να μπορείς να τεντώσεις τις ικανότητές σου σε μία τόσο μεγάλη ομπρέλα ειδών και τόνων», επισημαίνει ο O’Brien. «Και είναι υπέροχο το αφηγηματικό τόξο του κάθε χαρακτήρα. Έχεις να αντιμετωπίσεις ταυτόχρονα τόσο υπερτονισμένες εκδοχές της πραγματικότητας, αλλά θες να τις διαπερνά και μια γραμμή που να αυθεντικοποιεί τους χαρακτήρες, να υπάρχει μία πραγματική γείωση, ένα βάθος που τους κάνει να μοιάζουν εξελίξιμοι και ολοκληρωμένοι».
«Το DNA του Sam είναι παντού στην ταινία», λέει η Azizi, που πάλευε επί χρόνια να υλοποιήσει το Send Help!.
Εδώ είναι ο Raimi του Evil Dead και του Drag Me to Hell – ασεβής, αιμοβόρος και πλακατζής. Ευτυχώς με ηθοποιούς που σερφάρουν στο κύμα της τονικής του τρέλας του Raimi, σε ένα μείγμα ευθυμίας και εξειδικευμένων δεξιοτήτων.
«Είναι πολύ, πολύ δύσκολο να πάρουν το πράσινο φως οι πρωτότυπες ιστορίες», εξήγησε. «Αρχικά ήταν σε διαφορετικό στούντιο, στην Columbia Pictures. Μετά το πουλήσαμε στη 20th Century. Ήταν οι τέλειοι συνεργάτες. Πίστεψαν στην ιστορία, πίστεψαν στη δημιουργική ομάδα. Μας στήριξαν πλήρως και μας έδωσαν πολλή δημιουργική ελευθερία και εμπιστοσύνη. Δεν βρίσκονται εύκολα αυτά και είμαστε ευγνώμονες».
Δύο από τους πιο σταθερούς συνεργάτες του σκηνοθέτη, ο Bill Pope στη φωτογραφία και ο Danny Elfman στη μουσική, προσθέτουν στην δεξιοτεχνία της ταινίας με υποβλητικά καρέ και ένα ζωηρό μουσικό σκορ. Σε αυτούς προστίθεται ο συντονιστής των κασκαντέρ, John Walton, που μεταξύ άλλων χορογράφησε τη συναρπαστική σεκάνς στην τρίτη πράξη της ταινίας, ονόματι “ανήμερος καβγάς” από τους δύο πρωταγωνιστές.
«Θέλαμε να είναι ακατάστατη και πρωτόγονη, αλλά έπρεπε να είναι και πολύ χορογραφημένο ταυτόχρονα», θυμάται η McAdams. «Πρέπει να το ενορχηστρώσεις πολύ προσεκτικά ώστε να μπορείς να το παρακάνεις αλλά και να μείνεις ασφαλής ταυτόχρονα».
«Δεν είναι όπως κανονικές σκηνές μάχης όπου ρίχνεις μπουνιές αλλά είναι στην ουσία κινηματογραφική μαγεία που πουλάς στην κάμερα, και στην πραγματικότητα δεν έχεις σωματική επαφή. Αυτός ο καβγάς, λόγω της ίδιας της φύσης του, έπρεπε να είναι άγριος και υπήρχαν τόσα πολλά που δεν γίνεται να προσποιηθείς.Έπρεπε να έχουμε σωματική επαφή ο ένας με τον άλλον, αλλά και να προσέχουμε να μην τραυματιστούμε», πρόσθεσε ο O’Brien.
«Οπότε ήταν σίγουρα πρόκληση, αλλά είχαμε μία καταπληκτική, συγκεκριμένη χορογραφία από πολύ νωρίς στην προπαραγωγή», πρόσθεσε η συμπρωταγωνίστριά του. «Είχαμε πέντε ή έξι εβδομάδες συνολικά για να το δουλέψουμε. Γινόταν χτύπημα προς χτύπημα σε διαδοχική σειρά και είχαμε υπέροχους κασκαντέρ-ντουμπλέρ επίσης. Και το συνεργείο είχε την ευγενή καλοσύνη να φτιάξει τη λακκούβα της λάσπης από μείγμα για brownies».
«Το αγαπημένο της είδος κιόλας», επισημαίνει ο O’Brien.
«Πνιγόμουν σε μία λακκούβα από μείγμα brownies, οπότε δεν με ένοιαζε να μπει κάτι στο στόμα μου!».
Η μάχη τους είναι πράγματι ανελέητη, αλλά κερδισμένη. Βασίζεται, όπως και μεγάλο μέρος της ταινίας, στην ιδέα πως η καλοσύνη μπορεί να παρεξηγηθεί ως αδυναμία, μέχρι να φτάσει κανείς στα όριά του.
«Είναι ένα τόσο καταναλώσιμο κόνσεπτ αυτό που στήνεται εξαρχής, αλλά μετά η ταινία πηγαίνει σε τόσα άλλα διαφορετικά μέρη – από ένα σημείο και μετά μπορεί να γίνει οτιδήποτε. Είναι πολύ διασκεδαστικό το να μπορείς να φτάσεις οπουδήποτε, σε οποιοδήποτε επίπεδο, να προσπαθείς συνέχεια κάπως να δεις πόσο μπορείς να τη γλιτώσεις, πάντα βάζοντας σε πλαίσιο το κοινό και προσπαθώντας να το κρατήσεις γειωμένο, αλλά και να κολυμπήσεις πραγματικά σε αυτή την υπερτονισμένη εκδοχή της πραγματικότητας», κλείνει ο O’Brien.
«Πραγματικά λατρεύω εκείνες τις στιγμές που σου γυρίζει το στομάχι όταν, ως κοινό, νομίζεις ότι έχεις προσγειωθεί σε σταθερό έδαφος και ξαφνικά σου τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια. Το Send Help! έχει πολλές τέτοιες, όπου ξαφνικά νιώθεις το στομάχι σου να αρρωσταίνει. Ο χαρακτήρας μου προκαλεί πολλές από αυτές. Αυτό το τρενάκι του τρόμου ήταν πραγματικά ελκυστικό για μένα».
Το Send Help! (Βοήθεια!) κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες από τη Feelgood.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.