Η Αθήνα πάνω μας: Η Μαριλένα Σταθοπούλου μάς ντύνει με την πόλη
Από τις γάτες του Παγκρατίου μέχρι τα απομεινάρια της αρχαίας πόλης, η Μαριλένα Σταθοπούλου μετατρέπει το αστικό χάος σε wearable art.
- 12 ΦΕΒ 2026
Η Μαριλένα Σταθοπούλου έχει περάσει ώρες να κοιτάζει φωτογραφίες που είχαν τραβήξει οι γονείς της σε πάρτι και εκδρομές τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, εικόνες που την εμπνέουν μέχρι και σήμερα.
Πάντα παρατηρούσε το στυλ των ανθρώπων γύρω της, το πώς αυτοί μεταμορφώνονται ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται. «Καθώς ήμουν ένα άτομο που δεν εκφραζόταν εύκολα, η μόδα ήταν για μένα ένα μέσο επικοινωνίας και εξερεύνησης. Αναζητούσα ρούχα ιδιαίτερα, αλλά όχι απαραίτητα εκκεντρικά, με χρώμα, που έδιναν ελευθερία στην κίνηση, και συχνά τους έκανα μετατροπές.
»Όταν σχεδίασα τα πρώτα prints, είχα ενθουσιαστεί τόσο που το σαλόνι μου άρχισε να μετατρέπεται σε ατελιέ. Εκεί έφτιαξα τα αρχικά μου σχέδια και τα παρουσίασα σε φίλους. Λίγο μετά, σε ένα φεστιβάλ στην Κεφαλονιά, έτυχε άτομα από την παρέα μου να φορούν το ίδιο βράδυ τα ρούχα μου, το καθένα με το δικό του διαφορετικό στυλ, και όλα μαζί να συνυπάρχουν σε ένα πολύχρωμο, σχεδόν ψυχεδελικό σκηνικό.
Τότε σκέφτηκα πόσο ωραίο θα ήταν μια τέτοια σκηνή να διαταράσσει ευχάριστα την καθημερινότητα και την κανονικότητα της πόλης, ενώ φοράμε στοιχεία και εικόνες που σχετίζονται με αυτήν».
Η Μαριλένα άφησε την επαγγελματική της πορεία στο marketing και βρέθηκε στη σχολή της Ρομίνας Καραμανέα. Ως project manager απασχολήθηκε σε προγράμματα για τη βιωσιμότητα στη μόδα και τις ηθικές πρακτικές παραγωγής της, και έτσι η μετάβαση στη δημιουργία του δικού της brand ήρθε οργανικά.
«Απολαμβάνω την έρευνα πάνω σε υφάσματα από φυσικά υλικά και έχω καταλήξει να επιλέγω εκείνα που είναι απαλά για το σώμα». Ως τώρα, στη συλλογή της κυριαρχούν τα βαμβακερά, το tencel, η βισκόζη και το βαμβάκι με μετάξι. Συχνά ανακαλύπτει σε αποθήκες ή μαγαζιά με είδη ραπτικής παλιά υλικά, όπως γυάλινα κουμπιά, σχέδια των ’60s και ’70s και διακοσμητικά στοιχεία από διαφορετικές εποχές, τα οποία προσθέτει σε κομμάτια της συλλογής.
Το brand βασίζεται σε ψηφιακές αποτυπώσεις της Αθήνας πάνω στα υφάσματα που επιλέγει η Μαριλένα. «Οι εικόνες που παρατηρώ στην πόλη είναι σίγουρα χαοτικές και παράδοξες. Η συνύπαρξη διαφορετικών εποχών και στοιχείων που συνθέτουν την κουλτούρα της, η παράδοση, τα στυλ των ανθρώπων και της αρχιτεκτονικής, πράγματα που φαίνονται τόσο ασύνδετα και όμως συνυπάρχουν στην Αθήνα».
Τα μοτίβα στα κτίρια, στα υφαντά και στις παραδοσιακές φορεσιές, η επανάληψη των στοιχείων, τα χρώματα που δημιουργεί το αττικό φως όταν ακουμπά πάνω στις επιφάνειες και στους όγκους της πόλης, αλλά και τα φώτα της νύχτας, του δρόμου, των κτιρίων, των αθηναϊκών πάρτι, όλα αυτά την ελκύουν. Στα prints της, τα απομεινάρια της αρχαίας Αθήνας, τα τοπία της σύγχρονης πόλης ή οι γάτες του Παγκρατίου, που ήταν από τα πρώτα της θέματα, αποτυπώνονται με το εφέ που δημιουργεί ένα καλειδοσκόπιο.
«Όταν αγόρασα ένα τέτοιο από ένα βιβλιοπωλείο, με εξίταρε η τυχαιότητα και η γρήγορη εναλλαγή των εικόνων που δημιουργεί, αφού πρόκειται για ένα παιχνίδι στο οποίο πάντα προκύπτει μια νέα σύνθεση. Είχε φοβερό ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο η Αθήνα μεταμορφωνόταν μέσα από αυτό. Παρότι υπάρχει έντονη φασαρία και το χρώμα συχνά χάνεται μέσα στο τσιμέντο, μέσα από το καλειδοσκόπιο μου η πόλη φάνηκε πιο ζωντανή, με πιο έντονο φως και με μια αίσθηση ισορροπίας».
Ένα τζάκετ από το brand της είχε κάποια στιγμή μεταμορφωθεί σε φούστα, ενώ ο print on print συνδυασμός δικών της κομματιών έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σίγουρα αποτελεί δήλωση.
Πώς είναι να δημιουργεί και να διατηρεί κανείς ένα ανεξάρτητο fashion brand στην Ελλάδα σήμερα; «Δημιουργικά είναι υπέροχο. Υπάρχει άπειρη έμπνευση στην πόλη, πολλές εικόνες και ιδέες, και πάντα κάτι συμβαίνει. Και το κοινό υπάρχει. Ωστόσο, η πρόσβαση σε πρώτες ύλες είναι περιορισμένη και όλες οι οικονομικές αλλαγές έχουν επηρεάσει τη βιωσιμότητα ενός brand στην Ελλάδα.
»Την ίδια στιγμή, η βιομηχανία της γρήγορης μόδας έχει αλλάξει την αντίληψη του κοινού για το πραγματικό κόστος ενός ρούχου που έχει φτιαχτεί εδώ, με ηθικές πρακτικές παραγωγής. Παράλληλα, το μοντέλο μαζικής κατανάλωσης μας οδηγεί στο να αγοράζουμε πολλά, χαμηλής αξίας ρούχα, τα οποία όμως έχουν πολύ μικρή διάρκεια ζωής. Χρειάζεται λοιπόν πολύ περισσότερη προσπάθεια για να τα καταφέρεις στην ελληνική αγορά σε σχέση με άλλες. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί μια κοινότητα πιο ελεύθερη στη δημιουργία και στη συνεργασία».