Αξίζει το hype η φωτογραφική έκθεση του Γιώργου Λάνθιμου στη Στέγη;
Βρεθήκαμε στο –1 της Στέγης για την έκθεση που αποκαλύπτει τον Λάνθιμο ως φωτογράφο: μια ελαφρώς disturbing πραγματικότητα που παίζει με το αίσθημα οικειότητας και τo «ιερό» του ελληνικού καλοκαιριού.
- 9 ΜΑΡ 2026
Ποιες είναι οι προσδοκίες από τις φωτογραφίες ενός auteur που στις ταινίες του ψαχουλεύει κάτω από την επιφάνεια των ανθρώπινων σχέσεων, ψάχνοντας με συνέπεια το παράλογο και το άβολο μέσα στη φαινομενική κανονικότητα; Ποιες άλλες, πέρα από μια έκθεση αντίστοιχα unsetling και ανοιχτή σε ερμηνείες όσο και το σινεμά του; Πέρα από μια έκθεση όπου πιο πολύ θα αμφιβάλλεις, παρά θα απολαμβάνεις τη συμμετρία ή τα χρώματα;
Ως προς αυτό, σημειώσατε τικ.
Στην παγκοσμίως πρώτη τόσο εκτενή παρουσίαση του Γιώργου Λάνθιμου υπό την ιδιότητα του φωτογράφου, οι αντιδράσεις υπήρξαν ανάμεικτες, όπως ίσχυε άλλωστε και για το weird ελληνικό σινεμά του ίδιου πριν μερικά χρόνια. Τα σχόλια που ακούσαμε στα κλεφτά, στους διαδρόμους, μετά τα εγκαίνια της πολυαναμενόμενης έκθεσης στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, μετέφεραν αντικρουόμενα μηνύματα. Πολλοί μιλούσαν για τη συνάφεια της σκοτεινής ατμόσφαιρας με τις ταινίες του, άλλοι έψαχναν «το νόημα» της έκθεσης, κάποιοι σχολίαζαν διθυραμβικά και άλλοι με απορία, ενώ οι πιο πολλοί παραμέναμε σιωπηλοί, προσπαθώντας να χωνέψουμε αυτό που είδαμε στο –1.
Και ύστερα να καταλήξουμε: υπάρχει αυτόνομη «ζωή» στο φωτογραφικό σύμπαν του Γιώργου Λάνθιμου ή πρόκειται για υπεραξία που πηγάζει και εξαρτάται άρρηκτα από το κινηματογραφικό success story του σκηνοθέτη; Και τελικά, αξίζει το hype για τη φωτογραφική έκθεση του Λάνθιμου;
Για να ξεκινήσουμε από τη μεγάλη εικόνα, ο επισκέπτης της έκθεσης βρίσκεται να περπατάει ανάμεσα σε φωτογραφίες που είναι κρεμασμένες σε υποσύνολα, χωρίς να συνοδεύονται από λεζάντες ή να διευκρινίζεται από πού προέρχονται. Γνωρίζουμε ότι είναι τραβηγμένες κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών, στο «περιθώριο» των γυρισμάτων για τις ταινίες του σε πόλεις όπως της Νέας Ορλεάνης, της Ατλάντα ή του Χένλι-ον-Τέιμς. Όπως μετέφερε μέσα από τα δικά του λόγια ο Λάνθιμος στο σύντομο Q&A που διοργανώθηκε μετά τη δημοσιογραφική παρουσίαση, η φωτογραφική κάμερα αποτέλεσε μια «προσωπική διέξοδο στη φάση της δημιουργίας» – όταν έκανε διάλειμα, έπαιρνε τη φωτογραφική και έβγαινε βόλτα.
«Είναι ένας ναός όχι απλά της προσωπικής αλλά της ιδιωτικής σου βόλτας», όπως σχολίασε η καλλιτεχνική διευθύντρια της Στέγης, Αφροδίτη Παναγιωτάκου για την έκθεση.
Μέσα από τα «ευρήματα» αυτής της διαδικασίας, γινόμαστε συνοδοιπόροι στην ιδιωτική βόλτα του Λάνθιμου και ταυτόχρονα, διεισδύουμε με έναν νέο τρόπο στα ερεθίσματα που τον κινητοποιούν, που τον εμπνέουν. Στέκεται και παρατηρεί. Υπό το λανθιμικό βλέμμα, τα άδεια σκηνικά αποκτούν μια άλλη, ανησυχητική ατμόσφαιρα. Μικρές λεπτομέρειες απομονώνονται, διογκώνονται, παραμορφωποιούνται, όπως σε έναν εφιάλτη. Ένα άλογο από γωνία λήψης που το κάνει να φαίνεται παράλογο, ένα γουρούνι δίπλα στην Emma Stone, αραδιασμένα συντρίμμια από κατεστραμμένα σκηνικά, μία παιδική κούκλα σε ευρυγώνιο φακό, σώματα αποξενωμένα, τοπία παγωμένα στον χρόνο και τη μνήμη.
Μέσα από τη σιωπή, καλλιεργείται η ένταση – και αυτό είναι κάτι σπάνιο που οφείλεται στην ψυχαναλυτική δεξιότητα της τέχνης του Λάνθιμου.
Με το αίσθημα αυτής της υποδώριας ανησυχίας, ο επισκέπτης οδηγείται στον «εσωτερικό πυρήνα» της διαδρομής στο –1, που αποτελεί αναμφίβολα και το αποκορύφωμα της έκθεσης του Γιώργου Λάνθιμου. Οδηγείται από τους διαδρόμους στο κεντρικό δωμάτιο του χώρου, σαν να μετέβη από τον «περίβολο» στο εσωτερικό αυτού του αφαιρετικού «ναού», σύμφωνα με τη λογική σχεδιασμού που επιλέχθηκε για την έκθεση (σχεδιασμός: Λουκάς Μπάκας, επιμέλεια: Michael Mack).
Εκεί, παρουσιάζονται οι περισσότερες από τις 180 φωτογραφίες που αριθμεί συνολικά η έκθεση. Εκεί, βρίσκονται τα έργα της εν εξελίξει σειράς του Λάνθιμου από την Ελλάδα – μια σειρά που αποκαλύπτεται για πρώτη φορά σε κοινό. Το όνομα της σειράς είναι no word for blue και «παραπέμπει στην απουσία μιας συγκεκριμένης λέξης για το χρώμα της Ελλάδας, το μπλε, από τα ομηρικά έπη και στην αρχαία ελληνική γλώσσα», όπως αναφέρεται στο επιμελητικό κείμενο. Πρόκειται για εικόνες και πάλι στατικής παρατήρησης από περιπάτους στις παρυφές της Αθήνας, αλλά περισσότερο τα ελληνικά νησιά και την επαρχία.
Με μια ξεκάθαρη διαφορά στο φωτογραφικό φορμάτ:
Στην προκειμένη περίπτωση, επιλέγει αυστηρά το «ασπρόμαυρο» -ή «μαυρόασπρο» όπως χαρακτηριστικά το είπε ο ίδιος στο Q&A- για να πετύχει τη «μεταμόρφωση του ρεαλιστικού», όπως εξήγησε, διαχωρίζοντας έτσι το βλέμμα του στην ελληνική ύπαιθρο από το ειδυλλιακό ελληνικό καλοκαίρι των τουριστικών καρτ ποστάλ. Όλα τα κομμάτια είναι εκεί, αλλά με έναν περίεργο τρόπο, κάπως παράτονα: άνυδρα τοπία, ακρογιαλιές κάτω απ’ το καυτό φως του ήλιου, σεμεδάκια, ηλικιωμένοι παππούδες προτού βουτήξουν, τα αποφάγια από ένα μεσημεριανό τραπέζι, η ανθρωπιά μέσα στο βλέμμα ενός αδέσποτου, κομμένοι φοίνικες, πλαγιές σε κάποιο ελληνικό νησί που μετατράπηκαν σε υπαίθριες χωματερές – το ένα δίπλα στ’ άλλο, όπως οι εικόνες αγίων στα ξωκλήσι.
Είναι το «ιερό» ελληνικό καλοκαίρι που αποδομείται στην έκθεση; Είναι μία distorted εκδοχή από τον παράδεισο που διαφημίζουμε ως χώρα, σαν να έχεις αποσυνδέσει και ενώσει με τυχαία σειρά τα μέλη μιας πλαστικής κούκλας από βιτρίνα; Ίσως.
Το μεγάλο προτέρημα της φωτογραφίας έναντι του κινηματογράφου, όπως συμφώνησε ο Γιώργος Λάνθιμος κι ο επιμελητής Michael Mack, είναι τα περιθώρια ελευθερίας που κρατάει ανοιχτά. «Η πολλαπλότητα των δυνατοτήτων», όπως ανέφεραν, ειδικά όταν οι φωτογραφίες παίρνουν τη μορφή έκθεσης και παρουσιάζονται με τρόπο που η μία να τροφοδοτεί τις νοηματοδοτήσεις για τη διπλανή της. «Σε πολλές από τις φωτογραφίες μπορείς να καθίσεις απέναντι από αυτό που βλέπεις και να εξάγεις με τη φαντασία του το αφήγημα για το τι συμβαίνει έξω από τα όρια του κάδρου», σχολίασε ο Michael Mack, απαντώντας σε ερώτημα για τον ρόλο της τέχνης της φωτογραφίας σήμερα.
«Σχεδόν πάντα, το πιο ενδιαφέρον είναι το τι συμβαίνει έξω από τα όρια του καρέ», μια ερμηνεία που καθορίζεται από τον συναισθηματικό τόνο της ατμόσφαιρας.
Και εδώ έγκειται η αξία της φωτογραφικής έκθεσης του Λάνθιμου. Στην ατμόσφαιρα.
Δεν κυνηγάει το statement, το ξεκάθαρο μήνυμα, εξού και η πλήρης απουσία σε λεζάντες. Αντίθετα, ρυθμίζει προσεκτικά τον συναισθηματικό τόνο και αφήνει στον θεατή τις ερμηνείες, πάνω στις συγγένειες ή τις αντιθέσεις που ίσως εντοπίσει σε διπλανά καρέ. Χρειάζεται χρόνος για αυτό. Μια παύση, σε αντίθεση με τις ταχύτητες που έχουμε μάθει να καταναλώνουμε και να χωνεύουμε οπτικό περιεχόμενο. Χρειάζεται χρόνος και όρεξη. Άλλωστε, «κάθε καρέ μπορεί να αποκαλύψει πράγματα και για εκείνον που το κοιτάει», όπως σημείωσε ο Λάνθιμος.
***
Yorgos Lanthimos: Photographs
7 Μαρτίου – 17 Μαΐου 2026
Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, -1
Πέμπτη–Σάββατο 18:00 – 23:30, Κυριακή 13:00 – 20:00
Σημείωση: Η έκθεση γίνεται προσβάσιμη σε όλες και όλους τις Κυριακές 15 Μαρτίου, 5 και 26 Απριλίου και 10 Μαΐου, με περιηγήσεις στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα για κωφά και βαρήκοα άτομα, και με ζωντανή ακουστική περιγραφή για άτομα με οπτική αναπηρία.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.