Μάνα, να γιατί δεν πιστεύω στον Θεό
Με αφορμή τη Γιορτή της Μητέρας, ο δημοσιογράφος Νίκος Γιαννόπουλος παραδέχεται ότι η αγαπημένη του μαμά θα του λείπει για πάντα.
- 10 ΜΑΙ 2026
Λείπει. Ας ξεκινήσουμε έτσι. Και αν λείπει 10 χρόνια μετά το βιολογικό τέλος, θα λείπει για πάντα. Τελεία, παράγραφος.
Γιατί λείπει; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση σ’ αυτό. Όταν το σκέφτομαι, δεν είναι δυνατόν να καταλήξω σε πολύ συγκεκριμένους λόγους. Μάλλον, έχει να κάνει με αδιόρατα πράγματα που συνήθως περνούν κάτω από τα ραντάρ της δύσκολης καθημερινότητας, ίσως και της λογικής.
Ήταν, ας πούμε, εκείνες οι επίμονες ερωτήσεις: «Έφαγες;» «Πού είσαι;». Και εκείνες οι ακόμη πιο επίμονες προστακτικές «Μην ξενυχτάς», «Να τρως», «Μην καπνίζεις». Προστακτικές αγάπης ήταν, μιας αγάπης ιδιαίτερης και σίγουρα όχι εύκολης.
Στο αυτοκίνητο πολλές φορές όταν χτυπάει το τηλέφωνο, για δύο-τρία δέκατα του δευτερολέπτου, νομίζω ότι είναι εκείνη. Δεν είναι. Μοιάζει ολοένα και πιο οδυνηρό να το συνειδητοποιώ. Θα πει κανείς γιατί στο αυτοκίνητο; Έτσι, αυτή η ανάμνηση έχει μείνει, να μιλάμε στο τηλέφωνο την ώρα που οδηγώ. Κυρίως μετά τη δουλειά. Αλλά και πριν. Νύχτα. Αλλά και μέρα.
Τη διάγνωση την έμαθα ένα πρωινό στο κρεβάτι. Όσο πιο ανώδυνα γινόταν. Είχε δώσει παραγγελία να μου το πουν με τρόπο, γιατί ήξερε την διαχρονική φοβία μου για τις ασθένειες και ήταν σίγουρη ότι θα έκανα προβολή πάνω μου. Μόνο τότε έκλαψα. Ούτε όταν έπεσε σε κώμα, ούτε όταν πέθανε, ποτέ άλλοτε. Μόνο τότε, γιατί το τέλος αχνοφάνηκε στον ορίζοντα.
Ποιον έχανα όμως; Τον άνθρωπο με τον οποίο μεγάλωσα. Λεπτό, προς λεπτό, ημέρα με την ημέρα, μήνα με το μήνα, μέχρι να φτάσω 17. Ήταν επιλογή της να είμαστε συνέχεια μαζί. Δουλειά κατ’ οίκον, σε μία πολύ αγχωτική συνθήκη, για τα μάτια μου μόνο. Δεν υπήρχε περίπτωση να με αφήσει στα χέρια νταντάς, ή γιαγιάς, η οποιουδήποτε άλλου. Μαζί, λοιπόν. Όταν διάβαζα, όταν έκλαιγα επειδή δεν μπορούσα να λύσω τις ασκήσεις των μαθηματικών στο γυμνάσιο, όταν έβλεπα τον Παναθηναϊκό στη τηλεόραση, όταν είχα πυρετό και ρίγη.
Δεν ήταν μία εύκολη συμβίωση. Για την ακρίβεια, όσο μεγάλωνα και όσο μεγάλωνε περνούσαμε από 40 κύματα. Η εφηβεία μου μπλέχθηκε με το εργασιακό της άγχος που το βίωνε μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού, το κοκτέιλ ήταν συχνά εκρηκτικό.
Φωνές, καυγάδες, μαλώματα. «Παράτα μας πια, σταμάτα να με ελέγχεις» ή μία πλευρά. «Δεν ξέρεις ακόμα που πάνε τα τέσσερα καημένε» η άλλη. Λέγονταν και άλλα πιο βαριά, δεν είναι της παρούσης. Στενοχωριόμασταν, κρατούσαμε μούτρα. Το λήγαμε όταν εκείνη έκλαιγε. Ηταν τύψεις; Κάτι άλλο; Ποτέ δεν το αντιλήφθηκα.
Όταν «χωρίσαμε», πήγαινα τρίτη Λυκείου, η μαμά αποφάσισε μετά από 17 χρόνια να βγει από το σπίτι. Ήταν πολύ περίεργο να ξυπνάω μόνος, να ντύνομαι και να μην μου μιλά κανείς, να πρέπει να βγάζω το γάλα από το ψυγείο για να το βάλω στην κούπα μου. Ήμουν απίστευτα, σε σημείο παρεξήγησης, καλομαθημένος. Δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ. Ψέμα! Δεν προσαρμόστηκα. Ήμουν εξαρτημένος, αν θέλουμε να μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας.
Και συναισθηματικά; Έτσι φάνηκε. Πήγαινα να παρουσιαστώ στο στρατό στην Κόρινθο. Πήραμε ένα ταξί μαζί, εκείνη κατέβηκε στο κέντρο για να πάει για δουλειά, εγώ πήγα μέχρι το σταθμό Λαρίσης να πάρω το τρένο. Πριν κατέβει, μου είπε: «Να προσέχεις». Ήταν εμφανώς κλαμένη. «Μάνα, δεν πάω στον πόλεμο». Εμένα πάντως σαν πόλεμος μου φάνηκε, ειδικά τους πρώτους μήνες.
Όταν αργότερα, ήρθαν και με συνάντησαν «τα ψυχολογικά μου», έγινε και πάλι αυτό που ήταν μέχρι τα 17 μου. Το στήριγμά μου. Ακούγεται κλισέ, αλλά αυτό είναι. Η τότε κοπέλα μου και μετέπειτα σύζυγος και η μάνα μου με τράβηξαν από την άβυσσο των συνεχόμενων καταθλιπτικών επεισοδίων. Αγκαλιές τότε, φιλιά, λες και ήμουν 8 ετών. Ούτε ντροπή ούτε τίποτα και να φανταστείτε είχα κλείσει ήδη τα 30.
Ήξερα ότι αν δει εγγόνι, θα πήγαινε την αγάπη της σε άλλες πίστες, δυσθεώρητες. Τελικά είδε εγγονές δίδυμες. Η μάνα μου, που είχε μόνο ένα παιδί, αίφνης απέκτησε άλλα δύο, δύο κόρες. Και ίσως στα μάτια της Ελένης και της Ειρήνης είδε τις κόρες που δεν κατάφερε η ίδια να αποκτήσει. Ίσως και όχι, αλλά δεν έχει καμία σημασία.
Τα παιδιά τής χάρισαν κάτι σαν ελιξίριο ζωής. Οι ογκολόγοι τής είχαν δώσει δύο χρόνια ζωής. Εκείνη έζησε πέντε, διαψεύδοντας κάθε πρόβλεψη. Και προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο video που της έδειξα στο κινητό πριν πέσει σε βαρύ κώμα (και δεν συνέλθει ποτέ) ήταν αυτό που η Ελένη έλεγε το ποίημά της στη σχολική γιορτή της 28ης Οκτωβρίου. Χαμογέλασε για λίγο. Πιστεύω ότι την αναγνώρισε. Και ύστερα από λίγο «χάθηκε».
Θα είμαι ειλικρινής: Λίγες φορές πήγα και την είδα στο κώμα της. Ακόμα λιγότερες φορές πηγαίνω στο μνήμα της. Δεν μου έλεγαν και μου δεν μου λένε τίποτα οι μεταθανάτιες «υποχρεώσεις», ούτε χρειάζεται να τις τηρώ, σχεδόν δεν με ενδιαφέρουν.
Την κουβαλώ μέσα μου συνεχώς. Στο αυτοκίνητο, στο μετρό, στη δουλειά, το καλοκαίρι στη Νάξο, το χειμώνα στη Μονεμβασιά. Ποτέ δεν χωριστήκαμε στην πραγματικότητα και ποτέ δεν θα χωρίσουμε από εδώ και πέρα. Ήμουν μαζί της από την πρώτη ανάσα και θα είμαι μαζί της μέχρι την τελευταία.
Ζηλεύω τους συνομήλικους που έχουν ακόμα τη μάνα τους ζωντανή. Που έχουν κάπου να ακουμπήσουν όταν όλα πάνε πολύ στραβά. Που έχουν κάποιον να ξεσπάσουν, κάποιον που ακόμα και αν ακούσει τα χειρότερα, θα κρατήσει κακία μόνο για λίγο.
Και έχω και ένα παράπονο. Που η Ελένη δεν είσαι σήμερα, μαζί μας, εδώ, ζωντανή για να βλέπει τις εγγονές της να μεγαλώνουν. Ούτε πριν πίστευα σε θεό. Αλλά μετά από αυτήν την κολοσσιαία αδικία, δεν πρόκειται να πιστέψω ποτέ σε κάτι που δεν υπάρχει.
Ξέρεις γιατί μάνα; Γιατί αν υπήρχε, θα ήσουν ακόμη πλάι μου…
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.