iStock
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Η υπόθεση των υποκλοπών στο συρτάρι και η αλήθεια υπό διαπραγμάτευση. Ένας δικηγόρος εξηγεί

Μία συζήτηση με τον δικηγόρο Γιώργο Μπαλατσούκα για όσα κρύβονται και όσα όχι πίσω από την άρνηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ανασύρει από το αρχείο τη δικογραφία για την υπόθεση των υποκλοπών.

Η καλύτερη στιγμή για να συζητήσεις ένα σκάνδαλο, ε μας συγχωρείτε, μια πολύκροτη υπόθεση εννοούσαμε, είναι όταν όλοι οι άλλοι έχουν σταματήσει να μιλάνε για αυτή. Περιμένεις να κατακάτσει η σκόνη, να καθαρίσει το μυαλό από τον θόρυβο και επανέρχεσαι με καθαρή πλέον ματιά να δεις την ουσία.

Υπάρχουν όμως και μερικές υποθέσεις ή στην προκειμένη, κάποιες αποφάσεις, που όση απόσταση κι αν πάρεις, τα ερωτήματα αντί να απαντώνται αυξάνονται, ενώ αν καταφέρεις τελικά να δώσεις απαντήσεις, αναγκαστικά πρέπει να θυσιάσεις κάποια πολύτιμα αποθέματα λογικής.

Συνήθως είναι εκείνες που όσο κι αν οι θεσμοί προσπαθούν να τις μετατρέψουν σε ένα βαρετό και «τελείως αδιάφορο» θέμα, που ποτέ κανείς δεν συζητά γύρω από τα οικογενειακά και μη τραπέζια, συνεχίζουν να προκαλούν το κοινό αίσθημα και να δοκιμάζουν την αντοχή μας.

Η απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, να αρνηθεί τη διερεύνηση της υπόθεσης παρά τα νέα στοιχεία που προέκυψαν μετά την καταδίκη των υπεύθυνων για το Predator στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, και που στην ουσία θα άνοιγαν τον δρόμο για εκτενή έρευνα, είναι μια από αυτές.

Το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, στο οποίο είχε διαβιβαστεί η απόφαση προκειμένου να αποφανθεί αν και με ποιο τρόπο θα γινόταν περαιτέρω έρευνα -όπως ζητούσε ο πρόεδρος του δικαστηρίου κ. Ασκιανάκης- αποφάσισε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προκειμένου να ελεγχθεί κανένα απολύτως ζήτημα, με τον Εισαγγελέα να κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανάσυρσης από το Αρχείο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης.


Έτσι, με ένα απλό γύρισμα του κλειδιού, το μεγάλο μας εθνικό σκάνδαλο βρήκε τη θέση του.

Για να καταλάβουμε αν τα παραπάνω είναι η υπόθεση επεισοδίου κάποιου δικαστικού τηλεοπτικού δράματος ή αν η έννοια του κράτους δικαίου εκτός από αφηρημένη χρησιμοποιείται τελικά και κατά το δοκούν, απευθυνθήκαμε στον δικηγόρο Γιώργο Μπαλατσούκα, ο οποίος εξήγησε στο OneMan το σκεπτικό πίσω από την απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τις αντιδράσεις που αυτή προκάλεσε αλλά και πώς τέτοιου είδους αποφάσεις πλήττουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη, ανοίγοντας την πόρτα στον πιο επικίνδυνο κυνισμό: σε αυτόν όπου η αλήθεια από ζητούμενο της δικαστικής διαδικασίας, μετατρέπεται σε προϊόν υπό διαπραγμάτευση.

Να ξεκινήσουμε με μία πρώτη και εύλογη ερώτηση; Γιατί ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας αποφάσισε να μην ανασύρει την υπόθεση των υποκλοπών από το αρχείο;

Είναι πράγματι εύλογη. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προβλέπει στο άρθρο 43 παρ. 6 ότι ανάσυρση δικογραφίας από το αρχείο γίνεται μόνο όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία ή γίνεται επίκληση τους με τέτοιο τρόπο ώστε να δικαιολογούν κατά την κρίση του Εισαγγελέα την επανεξέταση της υπόθεσης.

Εδώ ο Εισαγγελέας του ΑΠ, που χειρίζεται την υπόθεση λόγω της σπουδαιότητας της, έκρινε ότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την σχετική απόφασή του δεν συνιστούν «νέα στοιχεία» κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 6 ΚΠΔ, δεν είναι ικανά δηλαδή να κάμψουν το οιονεί δεδικασμένο της προηγούμενης Διάταξης αρχειοθέτησης της υπόθεσης από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση. Με άλλα λόγια, έκρινε ότι όσα προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ήταν ήδη γνωστά ή είχαν ήδη αξιολογηθεί.

Τι σημαίνει νομικά αυτή η απόφαση; Δηλαδή τι ακριβώς αποφάσισε και τι δεν θα γίνει ως αποτέλεσμα αυτής της απόφασης;

Σημαίνει πρωτίστως ότι δεν θα διερευνηθεί το κακούργημα της κατασκοπείας. Δεν θα ασκηθούν ποινικές διώξεις σε ηθικούς αυτουργούς ή ηθικούς αυτουργούς των ηθικών αυτουργών. Δηλαδή δεν θα ερευνηθεί η αλυσίδα των εντολών εντός κρατικών δομών. Η ΕΥΠ, το Μέγαρο Μαξίμου, το ιδιωτικό περιβάλλον του Πρωθυπουργού αλλά και οποιοσδήποτε τρίτος δεν θα κληθεί να παράσχει εξηγήσεις προκειμένου να δοθούν οι απαραίτητες εξηγήσεις αλλά και για αποκαλυφθεί η αλήθεια. Ακόμα και η «λίστα Μενουδάκου» με τους 115 στόχους (πολιτικούς, δημοσιογράφους, επιχειρηματίες) δεν θα αποτελέσει αντικείμενο ποινικής διερεύνησης μέσω αυτού του δρόμου.

Όλα λοιπόν αυτά τα πρόσωπα παραμένουν εκτός ποινικού ενδιαφέροντος. Η υπόθεση περιορίζεται στους ήδη τέσσερις καταδικασθέντες για τα πλημμελήματα στον πρώτο δικαιοδοτικό βαθμό. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα καραμπινάτο θάψιμο.

Σε ποια βάση ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι δεν υπάρχουν νέα στοιχεία ικανά για να δικαιολογήσουν την επανεξέταση της υπόθεσης, δεδομένου ότι είχε προηγηθεί η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκαν τέσσερα φυσικά πρόσωπα;

Αυτό που υιοθετεί ο ΕισΑπ είναι ότι όλα τα στοιχεία ήταν ήδη γνωστά στον Αντεισαγγελέα Ζήση όταν εξέδωσε τις Διατάξεις του τον Ιούλιο 2024 και τον Ιανουάριο 2025. Επομένως σύμφωνα με την εκτίμησή του δεν πρόκειται για «νεότερα» περιστατικά αλλά για τα ίδια περιστατικά υπό διαφορετική δικαστική αξιολόγηση. Κατ’ επέκταση, η μεταβολή της δικαστικής αξιολόγησης, αυτή καθαυτή, δεν συνιστά «νέο στοιχείο» κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ.

Εδώ όμως πρέπει να τονίσουμε κάτι σημαντικό. Όταν ένα Δικαστήριο, στην πληρότητα της ακροαματικής διαδικασίας, με αντιπαράθεση μαρτύρων και εξέταση εγγράφων, καταλήγει σε τεκμηριωμένη δικαστική κρίση ότι υπάρχουν ενδείξεις κακουργήματος, αυτή η κρίση δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως μια άλλη οπτική ή υποκειμενική κρίση αλλά έχει αυτοτελώς ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα. Το να θεωρείς ότι αυτό «δεν προσθέτει τίποτα» στην προηγούμενη εισαγγελική κρίση, είναι σαν να εξισώνεις τη δικαστική με την εισαγγελική λειτουργία, την έρευνα με την επί της ουσίας κρίση.

Ο ΕισΑΠ δέχεται επίσης ότι οι δράστες των υποκλοπών δεν στόχευαν αποκλειστικά πρόσωπα-φορείς κρατικών απορρήτων (ΥΠΕΞ, Αρχηγός ΓΕΕΘΑ), αλλά και πρόσωπα εκτός κρατικού πυρήνα. Από αυτή την ετερογένεια θυμάτων συνάγει – με ένα είδος εις άτοπον απαγωγής – ότι ο σκοπός των δραστών δεν ήταν η απόκτηση κρατικών απορρήτων, αλλά κάτι άλλο (εμπορική εκμετάλλευση, παρακολούθηση πελατών κ.λπ.). Άρα, καταλήγει, η κατηγορία της κατασκοπείας αποκλείεται λογικά, και επομένως δεν εισάγεται «νέο στοιχείο».


Ωστόσο αυτή είναι μια ουσιαστική κρίση που εν προκειμένω λειτουργεί ως λήψη του ζητουμένου. Το ότι μεταξύ των στόχων του Predator υπήρχαν και πρόσωπα που δεν συνδέονται με κρατικά απόρρητα δεν αποκλείει ότι ως προς ορισμένους από τους στόχους ναι, υπήρχε σκοπός κατασκοπείας. Η εγκληματολογική λογική εδώ απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση κάθε στόχου ξεχωριστά, και όχι άτοπες ερμηνευτικές ακροβασίες. Όταν στους στόχους περιλαμβάνεται ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, δηλαδή ο ανώτατος στρατιωτικός της χώρας, κάτοχος εξ ορισμού στρατιωτικών απορρήτων, η ύπαρξη παράπλευρης παρακολούθησης ενός ιδιώτη (Φουρθιώτη πχ) δεν αναιρεί την ανάγκη διερεύνησης.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του εισαγγελέα, μία νέα έρευνα θα οδηγούσε «σε ατέρμονο κύκλο πανομοιότυπων ερευνών», ενώ παράλληλα «η συνεχής εμπλοκή της Δικαιοσύνης σε έναν ατέρμονο κύκλο πανομοιότυπων ερευνών, χωρίς ουσιαστικό λόγο, παρακωλύει και καθυστερεί την απονομή της». Αυτή όμως δεν πρέπει να είναι και η διαδικασία για να απονεμηθεί τελικά δικαιοσύνη;

Στα δικά μου μάτια, όταν υπάρχει σοβαρή υπόνοια παράνομης παρακολούθησης ανώτατων πολιτικών και πολιτειακών παραγόντων της χώρας, κατά τρόπο μάλιστα που αυτή η παράνομη παρακολούθηση μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ακόμη και εκβίασής τους από οποιοδήποτε παράκεντρο εξουσίας -εντός και εκτός Ελλάδας- η ποινική έρευνα από τα ανώτατα θεσμικά όργανα όχι μόνο δεν παρακωλύει την απονομή της Δικαιοσύνης αλλά συμβάλλει προς την αποκάλυψη της αλήθειας και της εμπέδωσης εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Το πρόβλημα είναι να χρησιμοποιούνται οριακές ερμηνευτικές προσεγγίσεις και φαιδρές δικαιολογίες που εμπεδώνουν το αίσθημα ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας.

Υπάρχει περιθώριο νομικών κινήσεων στο μέλλον αν προκύψουν πχ ενδείξεις για νέα πρόσωπα ή πράξεις;

Σαφώς υπάρχει περιθώριο νομικών κινήσεων μέσω πολλαπλών ένδικων βοηθημάτων. Νέα ανάσυρση από το αρχείο χωρεί εφόσον προκύψουν ουσιωδώς νεότερα στοιχεία, ενώ νέες μηνύσεις μπορούν να ασκηθούν αυτοτελώς για διακριτά πρόσωπα και αδικήματα που δεν αξιολογήθηκαν. Παράλληλα, οι αστικές αγωγές κατά των αυτουργών, του Δημοσίου και της Intellexa λειτουργούν και ως μηχανισμός παραγωγής αποδεικτικού υλικού.

Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ευρωπαία Εισαγγελέας διατηρεί αυτοτελή αρμοδιότητα όταν υφίστανται αδικήματα που βλάπτουν τον ενωσιακό προϋπολογισμό (πχ ενωσιακοί πόροι διατέθηκαν παρανόμως για την τέλεση παράνομων πράξεων ζημιώνοντας τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ), ενώ το ΕΔΔΑ μπορεί να εξετάσει και το αδίκημα της παραβίασης του απορρήτου των επικοινωνιών. Δυνητικά μπορεί να ενεργοποιηθεί και η διαδικασία ευθύνης υπουργών -και του Πρωθυπουργού συμπεριλαμβανομένου, ενώ διατηρείται και η θεωρητική δυνατότητα ποινικής ευθύνης του ίδιου του Εισαγγελέα του ΑΠ για παράβαση καθήκοντος. Η κρίσιμη επιφύλαξη παραμένει ο πιεστικός χρόνος πριν την παραγραφή των αδικημάτων, ιδίως των πλημμελημάτων.

Υπάρχει ρεαλιστικό ενδεχόμενο να ανοίξει ξανά η υπόθεση στο μέλλον ή πρακτικά εδώ τελειώνει; Μιλάμε δηλαδή για κλείσιμο της υπόθεσης;

Όχι πρέπει να είναι σαφές ότι δεν παράγεται δεδικασμένο με τη στενή έννοια, αλλά οιονεί δεδικασμένο. Δηλαδή, θεωρητικά, αν προκύψουν στο μέλλον άλλα στοιχεία και αξιολογηθούν ως νέα (π.χ. κατόπιν ευρωπαϊκής έρευνας, ή δοθούν νέες μαρτυρικές καταθέσεις), η υπόθεση μπορεί να ξανανοίξει.

Βλέπουμε πολλές αντιδράσεις και μια ομοφωνία από τον νομικό κόσμο τις τελευταίες ημέρες, με τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών να ζητά μάλιστα ακόμα και την παραίτηση του εισαγγελέα, ενώ ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, μίλησε για συγκάλυψη και πλήγμα στην καρδιά του Κράτους Δικαίου.

Αυτό που παρακολουθούμε είναι ίσως η πιο καθολική θεσμική αντίδραση που έχουμε δει ποτέ απέναντι σε ενέργεια Εισαγγελέα του ΑΠ, και η σπανιότητά της φανερώνει το βάθος της κρίσης. Ο ΔΣΑ ενήργησε πολύ σωστά. Όταν μάλιστα φτάνει να ζητά την παραίτηση του ανώτατου Εισαγγελικού Λειτουργού εκπέμπει θεσμικό σήμα κινδύνου. Όταν στην ίδια κατεύθυνση συντάσσονται οι δικηγορικοί σύλλογοι Αθηνών και Πειραιά, η Ολομέλεια των Προέδρων, πανεπιστημιακοί, ποινικολόγοι, ο πρώην πρόεδρος της ΑΔΑΕ Χρήστος Ράμμος και πλήθος δικηγόρων θιγομένων, τότε δεν μιλάμε για κομματική αντιπολίτευση αλλά για κρίση νομιμοποίησης της κορυφής της εισαγγελικής λειτουργίας.

Η αντίδραση της Ένωσης Εισαγγελέων που χαρακτηρίζει «θεσμική εκτροπή» το αίτημα του ΔΣΑ είναι αμυντικά συντεχνιακή και θεσμικά προβληματική, γιατί αν κανείς εκτός εισαγγελικού σώματος δεν μπορεί να ασκήσει κριτική σε εισαγγελική πράξη, η ίδια η έννοια του δημόσιου ελέγχου της Δικαιοσύνης ακυρώνεται. Στην ουσία, η όλη υπόθεση δοκιμάζει τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των λειτουργιών.


Ποιο είναι το μήνυμα που περνά στους πολίτες όταν μια τόσο σοβαρή υπόθεση παραμένει στο αρχείο, παρά τις νέες καταγγελίες και τα στοιχεία που προκύπτουν;

Νομίζω πως το πρώτο μήνυμα που περνά είναι ότι δεν υπάρχει, ιδίως στον ανώτατο βαθμό, η ποιότητα της Δικαιοσύνης που έπρεπε να έχει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Αν υπάρχει αυτή, απονέμεται μόνον στους κατώτερους βαθμούς δικαιοδοσίας. Δημιουργεί την εικόνα ότι οι ισχυροί ελέγχουν τους θεσμούς για να συνεχίζουν απρόσκοπτα να νέμονται την εξουσία. Και νομίζω πως είναι και κάτι ακόμα. Το μεγάλο ζήτημα είναι ότι η ίδια η αλήθεια τίθεται υπό διαπραγμάτευση, δεν προκύπτει από τη διαδικασία, αλλά από το ποιος έχει τη δύναμη να την ορίσει. Αυτό είναι, για ένα κράτος δικαίου, η πιο επικίνδυνη μορφή κυνισμού που μπορεί να καλλιεργηθεί.

Τι κάνει μεγαλύτερη ζημιά στη συνείδηση των πολιτών; Ένα σκάνδαλο ή η αίσθηση ότι δεν θα διερευνηθεί ποτέ πλήρως;

Φοβάμαι πως η ύπαρξη του σκανδάλου δείχνει το επίπεδο της παρακμής, ενώ η αίσθηση της συγκάλυψης δείχνει το επίπεδο της σήψης. Φοβάμαι πως δεν έχει ξαναυπάρξει τέτοιο επίπεδο θεσμικής αρρυθμίας στη Δικαιοσύνη σε όλη τη Μεταπολίτευση. Χρειάζονται βαθύτατες τομές πριν να είναι πολύ αργά.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.