AP Images
ΡΙΠΛΕΙ

Ηφαίστεια, άμυνες και ποτιστήρια: Όταν η Ίντερ απέκλεισε την Μπαρτσελόνα

Ξαναβλέπουμε ένα από τα διασημότερα παιχνίδια στην ιστορία του Τσάμπιονς Λιγκ, με αφορμή την επέτειο 10 χρόνων από τη βραδιά που η Ίντερ απέκλεισε τη Μπαρτσελόνα.

Αν το ποδόσφαιρο έπρεπε να παίζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, θα το έλεγε στους κανόνες του.

Ξανασκεφτόμουν πρόσφατα το μνημειώδες διπλό ματς της Ίντερ με τη Μπαρτσελόνα στο Τσάμπιονς Λιγκ του 2010, όχι μόνο επειδή συμπληρώθηκε μια δεκαετία και πέρασαν πολλές φωτό της βραδιάς από το timeline μου, αλλά και βλέποντας ένα από τα επεισόδια του ‘Last Dance’. Εκείνο όπου οι Πίστονς μπαίνουν στο ρόλο του spoiler, του εμποδίου, των ας πούμε villains στην αφήγηση του ήρωα που ετοιμάζεται για τη μεγάλη του πτήση αλλά αυτοί βρήκαν τον τρόπο να τον κρατήσουν -προσωρινά- στο έδαφος.

Μερικές φορές αυτές οι ομάδες έχουν κάτι το γοητευτικό, ειδικά όταν βλέπεις την ιστορία από απόσταση, δίχως καμία αγωνία για το “τι θα γίνει” και εκτιμώντας τα πάντα έχοντας πλήρη οπτική των πραγμάτων. Η πλήρης οπτική λέει: Μια ομάδα που δεν είχε καμία δουλειά να κερδίζει το Τσάμπιονς Λιγκ, ολοκλήρωσε ένα απίθανο τρεμπλ παραδίδοντας μια από τις all-time αμυντικές περφόρμανς. Δημιουργώντας παράλληλα ένα εντελώς απρόσμενο ανάχωμα στην απόλυτη κυριαρχία μιας ομάδας που για ένα διάστημα, εκεί στο γύρισμα της δεκαετίας, έμοιαζε πως ποτέ κανείς δε θα μπορέσει να την ξανακερδίσει.

Η ρεβάνς του Καμπ Νου δεν είναι απλά ένα καθηλωτικό 90λεπτο ποδοσφαίρου, αλλά κι ένα κομβικό σημείο συνάντησης αμέτρητων ιστοριών και πρωταγωνιστών της εποχής. Η ομάδα που ήρθε από το μέλλον ή/και από το διάστημα αντιμετωπίζει μια ομάδα που μοιάζει αναστημένος γίγαντας από 4 δεκαετίες πριν. Ήρωες γίνονται αποδιοπομπαίοι τράγοι και παραπεταμένοι δεύτεροι ρόλοι γίνονται θριαμβευτές. Η ιστορία αυτού του ματς ξεκινά με την έκρηξη ενός ηφαιστείου και τελειώνει με την έκρηξη των αυτόματων ποτιστικών. Η ιστορία αυτού του ματς ξεκινάει μια δεκαετία πριν και το τέλος της μοιάζει ακόμα να μην έχει έρθει.

***

Το θέμα με τη Μπαρτσελόνα του Γουαρδιόλα είναι πως ήταν σχεδόν αδύνατον να την παίξεις. Δεν έχανε σχεδόν ποτέ κι όταν έχανε δεν ήταν ποτέ με πάνω από ένα γκολ διαφορά. Οι μικροί έκαναν το σταυρό τους α λα Νίκος Νιόπλιας κι έκαναν ό,τι μπορούσαν και έχαναν, και οι μεγάλοι έβαζαν τα δυνατά τους κι έκαναν ό,τι μπορούσαν και έχαναν. Το legacy της ομάδας εκείνης της 4ετίας δεν θα κινδυνέψει ποτέ βέβαια, αλλά με δεδομένο το πόσο κυρίαρχη ήταν και το πόσο πολύ έμοιαζε να παίζει ποδόσφαιρο ενός άλλου level, ο δεδομένος και αντικειμενικός στόχος θα ήταν μια ιστορική συγκομιδή τίτλων, κάτι σε κάνει που κοιτώντας τον πίνακα της ιστορίας να νιώθεις πως για εκείνο το διάστημα έπαιζαν μόνοι τους. Το θέμα δεν ήταν ένα Τσάμπιονς Λιγκ, το θέμα ήταν το ριπίτ, κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ ως τότε. Αν όχι αυτή ομάδα, τότε ποια;

Η απόλυτη κυριαρχία γεννά την ίδια της την επερχόμενη ήττα κι η Μπαρτσελόνα δημιούργησε τη νέμεσή της την ίδια στιγμή που καθορίστηκε ως “Μπαρτσελόνα του Γουαρδιόλα”. Το φως γεννά τη σκιά, και τα λοιπά: Διαλέγοντας τον Πεπ για κόουτς, έκανε τον Μουρίνιο ορκισμένο εχθρό μια για πάντα. Ένας αληθινός προπονητής-αντιύλη, αναθρεμμένος μες στα σπλάχνα ενός συστήματος, καλωδιωμένος μόνο ως ιός απέναντί του, σε μια τέλεια συμφωνία. Μίσος απέναντι στην Μπαρτσελόνα ως κινητήρια δύναμη και ψυχολογικό καύσιμο, ιδεολογικός αντικατοπτρισμός απέναντι στον εκλεκτό Πεπ ως τακτικό σκάκι.

Δεν είναι τυχαίο που το peak της καριέρας του Μουρίνιο συνέβη σε δύο χώρες κατά τη διάρκεια της 4ετίας της Μπαρτσελόνα του Γουαρδιόλα κι έκτοτε περιφέρεται αμήχανα στην Αγγλία σαν σκιά του κάποτε ορμητικού και ευφυούς εαυτού του. Είναι σαν ρομπότ χωρίς αποστολή που για κάποιο λόγο συνεχίζει ακόμα να φορτίζεται. Εκτελεί τα καθημερινά του tasks εντός μια υπαρξιακής λούπας, αλλά ο προγραμματισμός του λέει «σκότωσε κάθε άνθρωπο» όταν δεν έχουν μείνει άνθρωποι.

***

Τη χρονιά εκείνη η Ίντερ για να προχωρήσει στο Τσάμπιονς Λιγκ έπρεπε να αποκλείσει την Τσέλσι, κι αυτό που για άλλες ομάδες και άλλες σεζόν θα αποτελούσε κεντρικό δραματουργικό κόμβο, για την Ίντερ του Μουρίνιο ήταν απλώς μια μικρή στάση. Δεν δυσκολεύτηκε να αποκλείσει την ομάδα που έφτιαξε, αλλά έτσι κι αλλιώς η Τσέλσι δεν ήταν ποτέ το ζήτημα. Ούτε καν η Ιταλία ήταν το ζήτημα: Ακόμα στην περίοδο της προπονητικής του ακμής, το εκάστοτε εθνικό πρωτάθλημα ήταν κάτι το σχεδόν αυτόματο για τον Μουρίνιο. Εξάλλου η Ιταλία ήταν τότε στα πολύ κάτω της και το όλο ζήτημα ήταν η αδιανόητη υπέρβαση. Όχι μόνο μια ιταλική ομάδα να ξαναφτάσει στην κορυφή της Ευρώπης, αλλά πόσο μάλλον *αυτή* η ομάδα, ξεχασμένη ακόμα στην εποχή του Χερέρα.

Ήταν υποθέτω κι ένας από τους λόγους που ο Πορτογάλος πήρε αυτή τη δουλειά. Όχι για την αίγλη του καμπιονάτο (σύμφωνα με κάθε ένδειξη σιχαινόταν κάθε του στιγμή εκεί κατά τη διάρκεια της διετούς του παραμονής) αλλά ακριβώς επειδή ήταν δεδομένο πως ο στόχος και το βλέμμα όλων ήταν έξω από τα σύνορα της χώρας. Ίσως απλώς να πήγε στην Ιταλία επειδή από εκεί ο αντίπαλός του θα ήταν η Μπαρτσελόνα, αλλά χωρίς να χρειαστεί να την ανταγωνίζεται (ακόμα) βδομάδα-βδομάδα.

Η πρώτη χρονιά της Ίντερ ήταν πετυχημένη αν και μερικώς ανέμπνευστη κι η μεταγραφική περίοδος εκείνου του καλοκαιριού θα πρέπει λογικά να είναι μια από τις “βελάκι στο κέντρο” του σύγχρονου ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου: O Μουρίνιο δίνει στη Μπαρτσελόνα τον Ιμπραϊμοβιτς και παίρνει τον Ετό, και φέρνει στο Μιλάνο τον Γουέσλι Σνάιντερ και τον Ντιέγκο Μιλίτο, τρεις κρίσιμες προσθήκες που οδηγούν την ομάδα σε απίστευτο level-up. Παράλληλα, λοκάρει τη Μπαρτσελόνα και τη λειτουργία της γύρω από τον Μέσι. Πώς σταματάς κάτι αεικίνητο;

Ο Μουρίνιο με τα νέα βελτιωμένα εξαρτήματα που έχει στη διάθεσή του χτίζει μια θαυμάσια reactive ομάδα που βασίζεται στην ταχύτητα με την οποία ο Μαϊκόν μεταφέρει την άμυνα σε επιθετική λειτουργία, στο πόσο κρυφά πασπαρτού ρόλο μπορεί να παίξει ο Ετό, στην κάλυψη του Σνάιντερ που μοιάζει να μπορεί να κάνει πραγματικά τα πάντα στο γήπεδο, και στην τιμιότητα του Μιλίτο που μοιάζει με στράικερ-εργάτη χωρίς ανάγκες και εγωισμό. Παίζει με χώρους και όχι με πρόσωπα.

Η Μπαρτσελόνα στο μεταξύ έχει μόλις ολοκληρώσει μια ανεπανάληπτη χρονιά ασύγκριτης κυριαρχίας, προσθέτοντας κάθε μικρό και μεγάλο προσφερόμενο κουζινικό δίπλα στο τρεμπλ της περασμένης σεζόν. Το 2009 τελειώνει με 6 τρόπαια και μοιάζει σε κάθε επίπεδο ασταμάτητη. «Αν κάποιος είναι να κερδίσει επιτέλους διαδοχικά Τσάμπιονς Λιγκ, ας είναι αυτή η απίστευτη ομάδα του Γουαρδιόλα» είναι η συλλογική παραδοχή. Πάνω στο χορτάρι, ο Μέσι μοιάζει συχνά να κινείται πριν προλάβεις καν να σκεφτείς. Με Ινιέστα και Τσάβι δημιουργούν χώρους, κι όποτε δημιουργούνται χώροι η αντίπαλη ομάδα αναγκάζεται να “ξοδέψει” αμυντικούς, και όσο ξοδεύονται οι αμυντικοί σημαίνει πως πάντα κάποιος περισσεύει, κι αυτό για να μην τα πολυλογούμε κάνει αυτή την ομάδα ανίκητη όσο έχει την κατοχή.

Θυμάμαι πάντα κόσμο έξαλλο ή να γελάει κάθε φορά που εμφανιζόταν κάποιο στατιστικό κατοχής που έδειχνε πως η Μπαρτσελόνα δημιουργούσε ασφυξία στους αντιπάλους με κάτι ποσοστά τύπου 65-35. Στη διεκδίκηση του ελέγχου δημιουργούνται ακόμα μεγαλύτεροι χώροι, κάτι θανάσιμο στην προκειμένη περίπτωση. Οι αντίπαλοι της Μπαρτσελόνα δεν έχαναν επειδή η Μπαρτσελόνα κέρδιζε την κατοχή, έχαναν επειδή προσπαθούσαν να την διεκδικήσουν.

Η ιδιοφυής κίνηση του Μουρίνιο ήταν το ότι εντόπισε τρόπο να αντιμετωπίσει τη Μπαρτσελόνα αρνούμενος να παίξει κόντρα στο παιχνίδι της. Στήνει την ομάδα με απίστευτη δύναμη και πειθαρχία δημιουργώντας χώρους-φυλακές μπροστά από τη μεγάλη περιοχή του Χούλιο Σέζαρ. Δεν ξοδεύει ποτέ αμυντικούς απέναντι στον Μέσι, παρά τον προκαλεί να δραπετεύσει από ένα τάγμα έως και τεσσάρων ποδοσφαιριστών που βρίσκονται γύρω του. Αριθμητικά, αυτό σημαίνει πως άλλοι ποδοσφαιριστές της Μπαρτσελόνα είναι ελεύθεροι, ή τελοσπάντων αυτό θα σήμαινε αν σκόπευε ποτέ ο Μουρίνιο να βάλει αμυντικούς να ακολουθούν επιθετικούς. Όμως καλύπτει διαρκώς χώρους, που σημαίνει πως ακόμα κι αν κάποιος αλωνίζει ξέγνοιαστος στα 3/4 του γηπέδου, θα φτάσει αναγκαστικά στο φράγμα.

Ο Μέσι φυλακισμένος, δε μπορεί να δημιουργήσει χώρους. Παράλληλα η Ίντερ όχι απλά δεν διεκδικεί, αλλά δεν ενδιαφέρεται καν για το κόνσεπτ της κατοχής. Κατοχή; I don’t know her! Δίχως κατοχή κανείς δεν χάνει τα πόστα του, άρα η Μπαρτσελόνα χάνει έναν ακόμα τρόπο να δημιουργήσει χώρους. Στη ρεβάνς του Καμπ Νου η Ίντερ φτάνει να έχει κατοχή 19% κάποια στιγμή- λογικά η μισή από αυτή είναι τα ελεύθερα που εκτελεί ο Σέζαρ. Η Μπαρτσελόνα έχει όλο το χρόνο και όλο το γήπεδο, αλλά δε μπορεί καν να δημιουργήσει φάσεις. Ο Μουρίνιο δεν προσπαθεί να την κερδίσει, παρά την αφήνει να τρέχει γύρω-γύρω στο ρινγκ μέχρι να πέσει κάτω.

Είναι σαν το σχέδιο του Γκολντφίνγκερ στην κλασική περιπέτεια του Μποντ: Όλοι περίμεναν πως ήθελε να κλέψει τον χρυσό, αλλά εκείνος σκόπευε απλώς να τον κάνει τοξικό. Είναι σαν κάποιο σχέδιο παρανοϊκού villain σε κόμιξ: «Ο Τζόκερ δηλητηρίασε την παροχή νερού της Γκόθαμ!».

Ο Μουρίνιο δηλητηρίασε την κατοχή της μπάλας.

***

Τα λόγια δεν είναι εύκολο να περιγράψουν επαρκώς το πόσο μνημειώδες είναι αυτό που κατάφερε η Ίντερ εκείνη τη χρονιά, αλλά ακόμα κι έτσι πρέπει να θυμόμαστε πως τα δικά της κατορθώματα δεν αρκούσαν. Η Μπαρτσελόνα εκείνης της εποχής ήταν τόσο μπροστά από όλους που για να ΜΗΝ κερδίσει εκείνο το τρόπαιο έπρεπε να συμβούν τα πάντα ταυτόχρονα.

Έπρεπε μια ταλαντούχα ομάδα στημένη από τον σπουδαιότερο αμυντικό tactician της 20ετίας να παίξει δύο τέλεια παιχνίδια όπου οι πάντες να κάνουν τα πάντα τέλεια. Έπρεπε στο πρώτο παιχνίδι ένα Ισλανδικό ηφαίστειο να έχει εκραγεί ώστε η Μπαρτσελόνα να φτάσει στο Μιλάνο οδικώς και καταπονημένη. Έπρεπε ο Γουαρδιόλα να έχει κάνει το μεγαλύτερο λάθος της καριέρας του, σφηνώνοντας τον Ιμπραΐμοβιτς σε μια επίθεση που δεν του ταίριαζε και την οποία αποσυντόνιζε. Έπρεπε ο Ινιέστα να είναι τραυματίας. Έπρεπε κάθε διεκδικήσιμη ίντσα να πάει υπέρ της Ίντερ: ο Μιλίτο να είναι λίγο οφσάιντ στο 3-1 του πρώτου ματς, ο Μπόγιαν να πιάσει λίγο στραβά την κεφαλιά στο τετ α τετ του 83’ της ρεβάνς, τα ακροδάχτυλα του Τουρέ να αγγίξουν ακούσια τη μπάλα ακυρώνοντας αυτό που θα ήταν το γκολ της πρόκρισης στο 92’.

Έπρεπε τα πάντα να πάνε καλά για τη μία ομάδα και τα πάντα να πάνε στραβά για την άλλη, και πάλι σχεδόν δεν ήταν αρκετό. Τόση απόσταση είχε εκείνη η Μπαρτσελόνα από τους πάντες.

Στο πρώτο παιχνίδι η Μπαρτσελόνα βρίσκει έναν σπάνιο κενό χώρο ύστερα από ένα σπάνιο λάθος του Μαϊκόν και ανοίγει το σκορ και όλοι πίστεψαν πως η χρονιά θα είναι άλλος ένας περίπατος σαν τον περσινό, αλλά το σχέδιο του Μουρίνιο, με ψυχραιμία και σιγουριά, αποδίδει τελικά καρπούς. Η Ίντερ παίζοντας άψογα κοντρολαρισμένες και σχεδιασμένες αντεπιθέσεις, παίρνει το παιχνίδι στα ίσα. Είναι, τελικά, καλύτερη από τη Μπαρτσελόνα, δημιουργεί φάσεις, βάζει τα γκολ, κερδίζει 3-1. Δεν έχει την κατοχή (τι να την κάνει;), αλλά έχει τον έλεγχο.

Η ρεβάνς μυρίζει μπαρούτι. Ο Μουρίνιο κάνει φυσικά τα πάντα προσωπικά, κάνει τους παίχτες της Μπαρτσελόνα να θέλουν να κατέβουν στο ματς θυμωμένοι ενώ αυτή δεν ήταν ποτέ η τακτική τους- πλεονέκτημά τους είναι ο έλεγχος, όχι η οργή. «Δεν καταλαβαίνω την εμμονή να ανέβει η καταλανική σημαία μες στο Μπερναμπέου» λέει, αναφερόμενος στο γεγονός πως ο τελικός θα γινόταν στη Μαδρίτη, εμφανέστατα σε κάτι σαν πρώιμο ίντερβιου για τη δουλειά της Ρεάλ.

Το ματς ξεκινάει και είναι εξαρχής επικό. Κι ακόμα κι αν η Μπαρτσελόνα παίζει εντός έδρας, οι όροι του ματς έχουν τεθεί από τον Μουρίνιο. Το ότι μάλιστα κυριολεκτικά δεν χρειάζεται να επιτεθεί, κάνει το έργο της ομάδας του ακόμα πιο σαφές. Χώροι-φυλακές, καμία απολύτως διάθεση να κρατήσει τη μπάλα, και άσε τους φανς να ουρλιάζουν από τις κερκίδες.

Στο πρώτο τέταρτο ο Μουρίνιο έχει ήδη γεννήσει ένα iconic meme, κοροϊδεύοντας τους πάντες στο γήπεδο. «Μιλάτε εσείς, μιλάτε». H Μπαρτσελόνα δεν έχει υποψία φάσης. Η Ίντερ δεν έχει υποψία κατοχής. Σε κάποιες σπάνιες φορές που η μπάλα απομακρύνεται κακήν κακώς από την άμυνα προς τη σέντρα, ο Μιλίτο προσπαθεί να τη μαζέψει ή έστω να πάρει ένα φάουλ, κι αυτό είναι όλο.

Σε ένα 90λεπτο γεμάτο εμβληματικές στιγμές, η πιο διαβόητη όλων φτάνει στο 27’ όταν ο Μότα αποβάλλεται ύστερα από το ξεδιάντροπο θέατρο του Μπούσκετς. Ακολουθεί ένας θρίαμβος εν μέρει του Ζοζέ Μουρίνιο αλλά κυρίως του Βασίλη Δανιήλ καθώς η αποβολή της Ίντερ αποσυντονίζει τη Μπαρτσελόνα. Ή, για την ακρίβεια, ενισχύει το υπάρχον πλάνο της Ίντερ.

Αν πριν οι “επιθέσεις” της ιταλικής ομάδας ήταν κάτι βαθιά γεμίσματα με τον Μιλίτο να ψάχνει το επιθετικό ριμπάουντ, τώρα ακόμα κι αυτό βγαίνει από το σχεδιασμό. Ο Μιλίτο καταλαμβάνει κι αυτός πλέον χώρο αμυντικής πίεσης, με τον Ετό ήδη από νωρίτερα να παίζει βασικά άμυνα. Το παιχνίδι παίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο επίπεδο του ημικυκλίου της μεγάλης περιοχής της Ίντερ, ούτε πιο πίσω, ούτε πιο μπροστά. Η Μπαρτσελόνα κυκλοφορεί τη μπάλα, δεν έχει τίποτα να κάνει τη μπάλα, κάποια στιγμή μία στο τόσο χάνει τη μπάλα, οι αμυντικοί της Ίντερ απομακρύνουν μέχρι τη σέντρα όπου πλέον δεν γίνεται καν προσπάθεια διεκδίκησης. Το ματς είναι μια διαρκής επίθεση χωρίς εκτελέσεις. Φάσεις πρακτικά δεν υπάρχουν μέχρι αρκετά αργά στο παιχνίδι.

Το μόνo highlight είναι ο Μουρίνιο που, πλησιάζοντας τον Πεπ την ώρα που μιλούσε με τον Ιμπραΐμοβιτς, κάτι φαίνεται να τους ψιθυρίζει. Νομίζετε ότι τελείωσε, αλλά είστε γελασμένοι, είναι η κεντρική ιδέα.

Αν κάτι τελείωσε πρώτα ήταν η υπομονή του Γουαρδιόλα με τον Ζλάταν. Στο παιχνίδι μπαίνει ο Μπόγιαν και η συγκέντρωση κοντών στην κορυφή πρώτον δίνει μια ελαφρά σχετική απελευθέρωση στον Μέσι αλλά κυρίως ευνοεί τα τελειώματα της Μπάρτσα. Οι παίχτες της Ίντερ έχουν αρχίσει να κουράζονται κιόλας (αλλά σε καμία περίπτωση να κλατάρουν, το οποίο είναι πολύ σημαντικό), και το αποτέλεσμα είναι στο τελευταίο 10λεπτο να γίνουν περισσότερες φάσεις από όλο το υπόλοιπο παιχνίδι μαζί.

Στο 83’ μια κεφαλιά του Μπόγιαν γλείφει το δοκάρι. Ένα λεπτό μετά, ο Πικέ είναι πιθανώς οφσάιντ αλλά δεν πειράζει γιατί κάνει μια πραγματικά πανέμορφη κίνηση, παίρνοντας τη μπάλα στην περιοχή, στρίβει με πλάτη στον Σέζαρ υποχρεώνοντάς τον να φύγει προς την άλλη μεριά, αφήνοντας την εστία του απροστάτευτη. Ο Πικέ βάζει το γκολ και το στάδιο γίνεται κόλαση. Η αντίδραση του Μουρίνιο, όπως και στην αποβολή; Να ηρεμήσει και να κατευθύνει τους παίχτες του. Υπάρχει σχέδιο, δουλεύει, όλα υπό έλεγχο.

Κανείς δεν έχει κοντέψει να με σκοτώσει όπως ο Μπόγιαν, λέει ο Μουρίνιο για αυτό που ακολούθησε, όπου ύστερα από μια κόντρα πάνω στον Τουρέ η μπάλα γυρνάει μες στην περιοχή όπου βρίσκεται μόνος του ο επιθετικός της Μπαρτσελόνα, στέλνοντας τη μπάλα στα δίχτυα. Το γκολ ακυρώνεται για χέρι του Τουρέ εν μέσω έξαλλων πανηγυρισμών των καταλανών και είναι αυτή ακριβώς η επιπλέον απογοήτευση που κάνει το ξέσπασμα του Μουρίνιο ακόμα πιο απολαυστικό για τον ίδιο.

Στιγμές μετά, το παιχνίδι λήγει και η Ίντερ προκρίνεται στον τελικό. Παίχτες σωριάζονται παντού κάτω, από κούραση, από απογοήτευση, από έκσταση, από συνδυασμούς αυτών. (Ο Κίβου, που στο μεταξύ είχε πάρει θέση στην αρχική 11άδα τελευταία στιγμή πριν το ματς, πανηγυρίζει στην κάμερα.) Αλλά ο Μουρίνιο τρέχει με σηκωμένο το χέρι, δείχνοντας στην εξέδρα, αγνοώντας τους πάντες.

Αγνοεί τον Βαλντές, που για κάποιο λόγο έκρινε πως πρέπει να πάει να τον μαζέψει. Αγνοεί παίχτες που βρίσκονται στο δρόμο του. Αγνοεί συνεργάτες ακόμα κι όταν τον παίρνουν αγκαλιά και κρέμονται πάνω του. Εκείνη τη στιγμή για τον Μουρίνιο δεν υπάρχει απολύτως κανένας άλλος άνθρωπος, υπάρχει μόνο ο ίδιος και το παλάτι της Μπαρτσελόνα, το οποίο τον γέννησε, το οποίο τον απέρριψε, το οποίο ήταν ο ένας και μοναδικός του στόχος. Είναι πραγματικά απίστευτο να τον βλέπεις να πανηγυρίζει με τέτοια ορμή και τέτοια συγκεκριμένη φόρα πάνω του. Έχει βλέμμα καρφωμένο και χέρι σηκωμένο. «Εμένα, εδωμέσα, θα με σέβεστε».

Ξεκαρδιστικά φυσικά, δεν τον σέβονται και το δείχνουν με κάθε πιθανό τρόπο, συγκεκριμένα σε αυτή την περίπτωση ενεργοποιώντας μερικά από τα ποτιστήρια του γηπέδου που βρέχουν τους ανθρώπους της Ίντερ που είναι ακόμα στο χορτάρι πανηγυρίζοντας. Είναι τέτοιο επίπεδο μικροπρέπειας που δε μπορείς παρά να το αναγνωρίσεις, αν όχι να το σεβαστείς.

Όχι πως έχει και καμιά σημασία. Εδώ δεν χαμπαριάζει από ανθρώπους, λίγο νερό θα τον σταματούσε; Ο Μουρίνιο με το χέρι σηκωμένο κάτω από τον ουρανό της Βαρκελώνης συνεχίζει δείχνει. Θα μπορούσε να δείχνει κάλλιστα τον εαυτό του. Με θυμάστε; Δε θα με ξεχάσετε ποτέ.

***

Ό,τι άλλο συνέβη στην σεζόν ήταν ένα ξεφούσκωμα, μια ακολουθία κάπως προδιαγεγραμμένων εξελίξεων. Η Μπαρτσελόνα παίρνει το πρωτάθλημα. Η Ίντερ παίρνει το δικό της. Κερδίζει στον τελικό την Μπάγερν του φαν Χάαλ- άλλο ένα σημείο κομβικής δραματουργίας, με τον Μουρίνιο να κερδίζει τον τίτλο απέναντι στον παλιό του μέντορα, που σε μια άλλη σεζόν μιας άλλης ομάδας θα ήταν το αποκορύφωμα, αλλά εδώ είναι ξανά μια υποσημείωση. Φυσικά και η Ίντερ δεν έκανε όλα αυτά για να χάσει τον τελικό. Ο τελικός ήταν στη Βαρκελώνη, τον κέρδισε, πήρε το τρεμπλ, και φυσικά ο Μουρίνιο περνώντας με άριστα τις εξετάσεις, φεύγει για Μαδρίτη.

Το τέλος της σεζόν είναι γλυκόπικρο για όλους, γιατί μια θρυλική σεζόν κλείνει αλλά οι πάντες γνωρίζουν πως ο δημιουργός της έχει ήδη φύγει. Το πανηγύρι όμως, φυσικά, ήταν τέλος Απριλίου στη Βαρκελώνη. Εκεί έγινε η στέψη. Με τα ποτιστήρια.

Η πραγματική όμως νίκη για τον Μουρίνιο ήταν το δικαίωμα να κοντράρει πλέον τη Μπαρτσελόνα στα ίσα, όχι μέσα από την σχετική τυχαιότητα του Τσάμπιονς Λιγκ, από την άνεση ενός μακρινού πρωταθλήματος. Η στέψη η αληθινή αυτή ήταν: Μέσα από μια δεκαετή πορεία σε 3 χώρες (των οποίων τα πρωταθλήματα κέρδισε πάντα με κάποιο συνοδευτικό ρεκόρ ή κάποιο εντυπωσιακό τρόπο) και την κατάκτηση 2 Τσάμπιονς Λιγκ, αυτό που είχε κερδίσει με το σπαθί του ήταν η αναμφίβολη συλλογική συμφωνία πως εκείνος θα ήταν ο Εκλεκτός, όχι γενικώς κι αορίστως, αλλά ο Εκλεκτός που μπορεί να αναχαιτίσει το πιο ασταμάτητο ποδοσφαιρικό δημιούργημα μιας γενιάς.

Αυτό που συνέβη στη Μαδρίτη είναι πιθανώς αντικείμενο μιας άλλης ανάλυσης, όμως έχει ενδιαφέρον το πώς τα πάντα εκεί μοιάζουν να πηγάζουν από αυτή την πρόκριση με την Ίντερ. Ο Μουρίνιο δοκιμάζει, φτιάχνει και χαλάει πράγματα και τελικά καταφέρνει να φρενάρει τη Μπαρτσελόνα. Αυτό που ξεκινάει στην πρώτη του σεζόν στη Μαδρίτη με ένα ντροπιαστικό στραπάτσο του 5-0, κορυφώνεται την επόμενη χρονιά με κάτι που προηγουμένως φάνταζε απίθανο, την κατάκτηση του πρωταθλήματος απέναντι στην ομάδα του Γουαρδιόλα και μάλιστα με τότε ρεκόρ συγκομιδής πόντων και γκολ.

Στο peak της (και πριν την προδιαγεγραμμένη αυτοανάφλεξη της 3ης σεζόν) η Ρεάλ του Μουρίνιο είναι η ιδανική μετεξέλιξη αυτού που είχε ξεκινήσει να χτίζει και στην Ίντερ, μια ομάδα με τόσο πλήρη και εντυπωσιακό έλεγχο τάιμινγκ και χώρου στο γήπεδο, που οι ορμητικές σχεδιασμένες αντεπιθέσεις γίνονταν κατακλυσμός πριν προλάβεις να συνειδητοποιήσεις σε ποιο σημείο του γηπέδου είμαστε και ποια ομάδα έχει τον έλεγχο. Αυτή η Ρεάλ δεν παίρνει το πολυπόθητο 10ο Τσάμπιονς Λιγκ, όμως ο Μουρίνιο παίρνει μια ομάδα που είχε κάνει συνήθειο να αποκλείεται στους 16 της διοργάνωσης από σαφώς πιο ασήμαντες ποσότητες, και που είχε 4 χρόνια να κερδίσει τη Μπαρτσελόνα, και την φτάνει 3 σερί χρονιές μια ανάσα από τον τελικό, καταφέρνοντας να φρενάρει τη Μπαρτσελόνα αρκετά (όσο λιγοστά ήταν δυνατόν) ώστε να έρθουν ξανά σε ουσιώδη κόντρα.

Τα αθλητικά what-ifs πάντοτε με διασκεδάζουν και το συγκεκριμένο φτάνει πολύ μακριά στα βιβλία της Ιστορίας. Τι συμβαίνει λοιπόν αν η Ίντερ δεν αποκλείσει τη Μπαρτσελόνα σε εκείνο το παιχνίδι;

Η Μπαρτσελόνα γίνεται η πρώτη ομάδα που παίρνει δεύτερο συνεχόμενο Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Γουαρδιόλα την επόμενη κάνει το 3/3. Χρόνια πριν το κάνει η Ρεάλ (μακριά πια σε κατακτήσεις), η Μπαρτσελόνα το πετυχαίνει πρώτη. Χωρίς εκείνη την πρόκριση, με εκείνο το περφόρμανς, σε εκείνο το γήπεδο, με εκείνες τις εικόνες, ο Μουρίνιο αναλαμβάνει την Ρεάλ; Κι αν την αναλαμβάνει, έχει την ίδια πίστωση χρόνου μετά από εκείνο το 5-0 και στη διάρκεια μιας άνισης δοκιμαστικής πρώτης σεζόν; Χτίζεται ποτέ εκείνη η φοβερή Ρεάλ των 100 πόντων της σεζόν ‘11-’12 που παίρνει το πρωτάθλημα από τη Μπαρτσελόνα; (Η οποία Μπαρτσελόνα by the way εκείνη τη χρονιά αποκλείεται στο Τσάμπιονς Λιγκ από την Τσέλσι εκτάκτου ανάγκης του ΝτιΜατέο, με τον σκελετό παιχτών που είχε συνθέσει χρόνια πριν ο Μουρίνιο.) Αναπτύσσεται αυτή η έχθρα που τροφοδοτεί τον Μουρίνιο και εξαντλεί τον Γουαρδιόλα, ο οποίος μετά από εκείνη την 4η σεζόν φεύγει από την Ισπανία κάνοντας ένα χαλαρό διάλειμμα στη Νέα Υόρκη, ίσως επειδή είναι κανονικός άνθρωπος κι όχι ψυχασθενής;

Χωρίς εκείνη τη βραδιά πρόκρισης της Ίντερ, η Μπαρτσελόνα του Γουαρδιόλα σε 4 σεζόν κερδίζει 4 πρωταθλήματα και 3 Τσάμπιονς Λιγκ (αν όχι και τα 4!). Και τότε, οι σεζόν θα εξακολουθούν να είναι μόνο 4; Η Ιστορία αποκτά τη μορφή αυτής της ομάδας.

Η Μπαρτσελόνα όλης αυτής της ευρύτερης περιόδου των Μέσι-Τσάβι-Ινιέστα φυσικά δε θα έχει ποτέ έλλειψη αναγνώρισης. Τα τρόπαια και τα ρεκόρ περισσεύουν, αλλά πάνω απ’όλα υπάρχει το μάτι, η ανάμνηση και η επιρροή, πράγματα λιγότερο συγκεκριμένα αλλά πολύ πιο ουσιαστικά. Όμως να, το θέμα αυτό είναι. Ο Τζόρνταν λύσσαγε για το θριπίτ γιατί έπρεπε ΑΥΤΗ η δυναστεία να ξεχωρίσει από όλες. Η Μπαρτσελόνα του Γουαρδιόλα ήταν ακριβώς το είδος της μια-φορά-τη-γενιά ομάδας.

Σε εκείνο το απίστευτο παιχνίδι, η Ίντερ δεν απέκλεισε απλώς μια ομάδα που έμοιαζε απίθανο να αποκλειστεί, αλλά τσαλάκωσε την τελειότητα. Ο Μουρίνιο είναι προφανές πως πολύ περισσότερο από το να είναι τέλειος πάντα προτιμούσε να είναι εκείνος που δείχνει πως κανείς δεν είναι τέλειος. Απλά για να τρέξει μετά, ηττημένος νικητής πάνω στα συντρίμμια, με φόρα και πείσμα και έπαρση και θρίαμβο, με υψωμένο χέρι, να δείχνει, αγέρωχος, μανιασμένος. Η Ίντερ εκείνη τη βραδιά, είναι το αριστούργημά του.