JOHN HUGHES

5 ιστορίες για τη σημασία των Όσκαρ

Μερικές φορές η ιστορία ενός θεσμού γράφεται από τις λεπτομέρειες. Όπως αυτές οι 5 οσκαρικές ιστορίες.

Υπάρχουν τα ρεκόρ, υπάρχουν οι ταινίες, υπάρχουν οι θρύλοι- κι έπειτα υπάρχουν οι Στιγμές. Τα Όσκαρ σημαίνουν διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους, είτε μιλάμε για τους συμμετέχοντες, για τους διακριθέντες, είτε ακόμα και για τους θεατές. Το ποια ακριβώς είναι η θέση τους στην κινηματογραφική ιστορία είναι κάτι που δεν απαντιέται εύκολα (αλλά σίγουρα δεν έχει να κάνει με τους δέκτες της θεαματικότητας που κάθε χρόνο συλλαβίζουν θάνατο, αν πιστεύεις κάποιους σχολιαστές), όμως κάποιες ξεχωριστές ιστορίες μπορούν να μας βοηθήσουν να το ανακαλύψουμε.

Από τον Τζεφ Μπρίτζες και τον Κιούμπα Γκούντινγκ Τζούνιορ μέχρι τον Τζον Χιουζ και τον Στίβεν Σόντερμπεργκ, αυτές είναι 5 αγαπημένες οσκαρικές στιγμές και ιστορίες που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το τι μπορεί να σημαίνει η όλη οσκαρική εμπειρία.

H χαρά του να είσαι εκεί

Υπάρχει ομορφότερη, πιο ειλικρινής, πιο πηγαία ενθουσιώδης Οσκαρική στιγμή από τον Κιούμπα Γκούντνιγκ Τζούνιορ καθώς παραλαμβάνει το Όσκαρ του; Ναι, υπάρχει, είναι η Μαρκέτα Ιργκλοβά στη σκηνή, μετά από διαφημιστικό διάλειμμα, εκτός προγραμματισμού, όταν ο παρουσιαστής Τζον Στιούαρτ της ζήτησε να έρθει και να πει κι εκείνη τα ευχαριστώ που δεν πρόλαβε πριν, όταν άρχισε να παίζει η μισητή μουσική που σου λέει ‘τελείωνε’.

Το κοινό σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το πόσο εκτός σεναρίου ήταν. Τα Όσκαρ, όπως και όλα τα βραβεία λίγο ως πολύ, είναι ένας διαγωνισμός δημοφιλίας και καλώς σχέσεων ανάμεσα σε ισχυρούς ανθρώπους, και γι’αυτό τα αγαπάμε και τα μισούμε και αγαπάμε να τα μισούμε. Συνήθως ξέρεις πώς θα εξελιχθεί μια κούρσα, και ξέρεις ακόμα και πώς θα εξελιχθεί κι ο επίλογός της. Κάποιος θα συγκινηθεί, θα ευχαριστήσει την Ακαδημία, την οικογένειά του, τους υπέεεεροχους συνυποψηφίους του, το Θεό, τον Χάρβι Γουάινσταϊν, τα γνωστά.

Όμως για κάθε 10 τυπικές ομιλίες (η αποψινή της Αν Χάθαγουεϊ, ας πούμε, όχι ότι βλέπουμε το μέλλον ή τίποτα τέτοιο), θα υπάρξει και μία που θα σε ενθουσιάσει με το πόσο εμφανέστατα ενθουσιασμένος είναι αυτός που παραλαμβάνει το βραβείο, πόσο πολύ λάμπει από τη χαρά του και δεν το πιστεύει αυτό το πράγμα που του συμβαίνει αυτή τη στιγμή.

Το “Once” ας πούμε ήταν ένα εντελώς ανεξάρτητο Ιρλανδικό μιούζικαλ γυρισμένο με μισό χαρτζιλίκι και δυο μουσικούς που τότε ήταν ερωτευμένοι και βασικά οπτικοποίησαν ένα μεγάλο τραγούδι που θα ήθελαν να πουν ο ένας στον άλλον. Η ταινία είναι υπέροχη, αλλά όχι κάτι που θα έβλεπες ποτέ στα Όσκαρ των λουσάτων μιούζικαλ και της κακόγουστης μουσικοχορευτικής υπερβολής. Όμως ένα από τα κομμάτια προτάθηκε για Καλύτερο Τραγούδι, ανάμεσα σε τρεις ντισνεϊκές υποψηφιότητες. Και, θαύμα του θαύματος, κέρδισε.

Ο Γκλεν Χάνσαρντ είπε τα ευχαριστώ του και, πριν προλάβει να δώσει το λόγο στο έτερο μισό της ταινίας, τη Μαρκέτα Ιργκλοβά, ο σκηνοθέτης τους έδιωξε άκομψα από τη σκηνή. Εκείνη απλώς χαμογέλασε, αμήχανα αλλά ευγενικά. Ειλικρινά. Μετά τις διαφημίσεις, ο Τζον Στιούαρτ την έφερε ξανά στη σκηνή. Δεν έχει ξαναγίνει, μάλλον δε θα ξαναγίνει, αλλά τέτοιες στιγμές συναισθηματικού αυτοσχεδιασμού είναι που δίνουν ψυχή σε μια υπολογισμένη και προβλέψιμη υπερπαραγωγή.

Ο δε Κιούμπα κέρδισε για το “Τζέρι Μαγκουάιρ” και παραμένει το απόλυτο Οσκαρικό αστείο μέχρι σήμερα. Δεν έχει να επιδείξει τίποτα πριν ή μετά από εκείνη την ερμηνεία. Δεν πειράζει. Κέρδισε κάποιος επειδή έκανε πάρα πολύ κόσμο να αισθανθεί πάρα πολύ χαρούμενος βλέποντάς τον σε μια ωραία ταινία. Καμιά φορά είναι υπέροχο να είναι όλα τόσο απλά. Παραμένει σπάνιο το να κάνεις μια κουβέντα για τη σημασία των Όσκαρ δίχως κάπως να βρεθεί εκεί μέσα η φράση “έλα μωρέ τώρα τι μου λες να πούμε, εδώ έχει κερδίσει Όσκαρ ο Κιούμπα”.

Η σημασία των Όσκαρ είναι ακριβώς το γεγονός ότι έχει κερδίσει Όσκαρ ο Κιούμπα.

Η χαρά του να μην είσαι

“Θα πάω μόνο όταν είμαι σίγουρος πως θα νικήσω,” φέρεται να έχει πει για την οσκαρική τελετή ο Άλμπερτ Φίνεϊ, ένας από τους μεγάλους υποτιμημένους ηθοποιούς, ο Ηρακλής Πουαρώ του “Όριαν Εξπρές”, ο Εντ Μάσρι της “Έριν Μπρόκοβιτς”, συγκλονιστικός πρωταγωνιστής του “Τομ Τζόουνς” και του “Dresser”. Έχει κερδίσει Έμμυ, BAFTA, Χρυσή Σφαίρα, Βραβεία Ερμηνείας στα Φεστιβάλ Βερολίνου και Βενετίας. Για Όσκαρ έχει προταθεί 5 φορές, δεν έχει κερδίσει καμία. Και ναι, δεν έχει παραστεί ποτέ στην τελετή.

Η σημαντικότητα ενός θεσμού πολύ συχνά φαίνεται κι από το πόσο σημαντικοί είναι εκείνοι που τον απορρίπτουν. Ο Φίνεϊ δεν είναι ο διασημότερος: Υπάρχει εκείνη η φορά που ο Μάρλον Μπράντο αρνήθηκε να παραλάβει το Όσκαρ του στέλνοντας στη σκηνή μια Ινδιάνα. Ο Τζορτζ Σ. Σκοτ για το “Πάτον” δεν ασχολήθηκε καν. Αρνήθηκε το βραβείο δίχως λοιπές ιστορίες. Ο Γούντι Άλεν τις βραδιές των Όσκαρ προτιμά να παίζει τζαζ σε κάποια αγαπημένη του τρύπα στη Νέα Υόρκη. (Μόνη φορά που έχει παραστεί ήταν στο αφιέρωμα στήριξης των Όσκαρ στη Νέα Υόρκη μετά την 11η Σεπτεμβρίου.)

Έχει πλάκα πώς κάποιοι κάνουν τα πάντα για να αγγίξουν ένα τέτοιο αγαλματίδιο, με έναν Σπίλμπεργκ για παράδειγμα να φτάνει να αλλοιώνει το ίδιο του το φιλμικό DNA για να καταφέρει να κερδίσει, την ώρα που άλλοι απλώς δε νοιάζονται.

Ο Άλμπερτ Φίνεϊ το 2000 αρνήθηκε να γίνει Σερ. “Είναι ένα σύστημα που διαιωνίζει το σνομπισμό,” θα δήλωνε ως λιτή επεξήγηση. Θα μπορούσε να μιλάει και για τα Όσκαρ. Δεν είναι ότι του προσέφεραν και δεν το πήρε, αλλά η ευτυχής αποδοχή του απέναντι στο αναπόφευκτο της μη βράβευσής του με το να μην παρίσταται ποτέ, σίγουρα δε θα κάνει το υπόλοιπο σύστημα να θέλει με θέρμη να τον αναγνωρίσει κιόλας.

Κανένα πρόβλημα. Η μαγεία οφείλεται και στις στιγμές σαν εκείνη όπου ένας παρουσιαστής θα διαβάσει το όνομα του Γούντι Άλλεν μέσα από το φάκελο και, με χαμόγελο επίγνωσης, θα συμπληρώσει “ο Γούντι Άλλεν δε μπορούσε να είναι απόψε μαζί μας.” Την ίδια ώρα, κάπου στη Νέα Υόρκη ένα σαξόφωνο θα γελάει δυνατά.

Το βάρος της ιστορίας

Μια από τις πιο κοινές οσκαρικές παραδοχές είναι η βράβευση κάποιου θρύλου για μια λιγότερο σημαντική δουλειά του, ως ενός τύπου αναγνώριση για το σύνολο της προσφοράς του. Όχι τιμητικό Όσκαρ, γιατί αυτά είναι χαζά και τόσο εύκολα και κάπως φτηνά. Κανονικό, ανταγωνιστικό. Αλλά που να ξέρεις πολύ καλά πως παίζει το ρόλο του τιμητικού.

Οι περιπτώσεις είναι αμέτρητες, αλλά μία ξεχωρίζει επειδή ήταν τόσο πασιφανές στους πάντες πως επρόκειτο για μια τέτοιου τύπου βράβευση, και παραμένει η σπάνια φορά(*) που ο ευχαριστήριος λόγος εμπεριείχε ένα κλείσιμο του ματιού, έσπαγε την ψευδαίσθηση, έστω στιγμιαία, πως επρόκειτο για μια κανονική βράβευση.

(*Η διασημότερη παραμένει η βράβευση του Μάρτιν Σκορσέζε, φυσικά. Το βραβείο Σκηνοθεσίας για το “Departed” του παρέδωσαν οι φίλοι του, συνεργάτες και συνοδοιπόροι του στα θρυλικά ‘70s, Φράνσις Φορντ Κόπολα, Στίβεν Σπίλμπεργκ, Τζορτζ Λούκας. Φαντάζεσαι να είχε κερδίσει το Όσκαρ ο Πολ Γκρίνγκρας; ΑΒΟΛΟ!)

Αλλά για να έχουμε όλη την εικόνα πρέπει να χαλάσουμε λίγο μια ψευδαίσθηση. To 2009 η Fox Searchlight είχε αποτύχει παταγωδώς στην οσκαρική κούρσα. Για 3 σερί χρόνια πριν, και όλα τα χρόνια έκτοτε, το ‘ανεξάρτητο’ (LOL) τμήμα της 20th Century παραδίδει με θαυμαστή συνέπεια όλες τις μικρές-ταινιούλες-που-τα-κατάφεραν όχι απλά στην κατηγορία Καλύτερης Ταινίας, αλλά και να τις φορτώνει με λιγότερο ή περισσότερο σημαντικά βραβεία. Όλες οι ταινίες αυτής τη περιγραφής που θυμάσαι, είναι Searchlight: “Little Miss Sunshine”. “Juno”. “Slumdog Millionaire”. “Beasts of the Southern Wild”. “Οι Απόγονοι”. “Μαύρος Κύκνος”. Όλα έφτασαν ψηλά και πήραν και κάποιο πολύ σημαντικό βραβείο. (Το “Beasts” όχι, αλλά παραμένει θαύμα ότι βρέθηκε εκεί.)

Εκτός από το 2009. Τότε δεν κατάφεραν να σπρώξουν τίποτα στην Καλύτερη Ταινία. Μπορώ να φανταστώ το μίτινγκ πανικού, τίποτα δεν μας πάει φέτος, τι θα κάνουμε, οι μέτοχοι, την πατήσαμε, ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΚΑΝΑΤΕ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΑΣ, χαμός, και τότε μέσα στο άσχημο κλίμα ένα χέρι σηκώνεται δειλά-δειλά, κι ένας πιτσιρικάς προτείνει διστακτικά: “Παρατηρώ πως στον Α’ Αντρικό Ρόλο δεν υπάρχει κάποιο μεγάλο φαβορί φέτος. Κι έχουμε μια βαρετή κάντρι βιογραφία, το ‘Crazy Heart’. Πρωταγωνιστεί ο Τζεφ Μπρίτζες που όλοι τον αγαπάνε και τον θεωρούν υποτιμημένο. Γιατί δεν το σπρώχνουμε για Α’ Αντρικό;”

Και κάπως έτσι, ο αιώνιος Dude της καρδιάς μας βρέθηκε να κρατά το πρώτο του Όσκαρ, συγκινημένος, με όλη την αίθουσα στο πόδι σε ένα σπάνιο standing ovation που συνήθως όλοι φυλάνε για τα τιμητικά Όσκαρ ή για την Μέριλ Στριπ.

Δεν θέλουμε να αφαιρέσουμε τίποτα από την αξία του Μπρίτζες, τον οποίον λατρεύουμε με πάθος. Ίσα ίσα. Για να είναι τόσο αγαπημένος, για να έγινε αυτόματο φαβορί τη στιγμή που έπεσε στο τραπέζι το όνομά του, κάτι θα πρέπει να έκανε πολύ σωστά για πολύ καιρό προηγουμένως. Γι’αυτό κι έλαβε μέσα σε κλίμα συγκίνησης αυτό το Τιμητικό/Διαγωνιστικό Όσκαρ. Όλοι το ξέραμε, κι εκείνος το ήξερε.

Ανοίγοντας την ευχαριστήρια ομιλία του πήρε το πιο χαλαρό ύφος του, άρχισε τα “whoo!” και τα χαλαρά γελάκια, και είπε “Ευχαριστώ μαμά, μπαμπά, που με κάνατε να ασχοληθώ με ένα τόσο ‘groovy’ επάγγελμα.”

Κάπου ο Dude θα τα τσούζει παίζοντας μπόουλινγκ.

Το βάρος της ιστορίας (ξανά)

Γενικά η ιδέα του να βραβεύεται κάποιος πολύ μετά το γεγονός, περίπου ως υποχρέωση, είναι κάπως ενοχλητική. Είτε το έπιασες όταν έπρεπε είτε όχι, τι να γίνει. Είναι τέτοιο το άγχος των Όσκαρ να μη χάνουν την έννοια του συνώνυμου με τη φιλμική ιστορία, που θα θελήσουν να διορθώσουν όλες τις αδικίες αργότερα. Δεκτό, αλλά και βαρετό κάπως. Ο “Πολίτης Κέιν” πάντα θα έχει χάσει. Ο Κιούμπρικ πάντα θα έχει ξεμείνει με ένα Όσκαρ Οπτικών Εφέ. Το γεγονός πως σε 20 χρόνια η Ακαδημία θα βραβεύσει τον Ντέιβιντ Φίντσερ για κάποια άχρωμη ταινία εποχής που ίσως έχει καταλήξει να κάνει τότε, δε θα αναιρέσει ποτέ το γεγονός πως το “Social Network” ηττήθηκε από τον “Λόγο του Βασιλιά”.

Αλλά όπως και τα Τιμητικά/Διαγωνιστικά Όσκαρ έχουν τις υπέροχες στιγμές τους όπως μόλις περιγράψαμε, έτσι και κάποια μετέπειτα αφιερώματα μπορούν να προκύψουν κάθε παρά υποχρέωση, αλλά ένας γλυκός και συγκινητικός επίλογος. Για κάθε βράβευση ενός Άλφρεντ Χίτσκοκ που ο μεγάλος σκηνοθέτης θα αποδεχτεί με το ζόρι, σκύβοντας προς το μικρόφωνο και λέγοντας ένα απλό “ευχαριστώ… πάρα πολύ, πράγματι” υπάρχουν και στιγμές αναπάντεχες, και πανέμορφες ακριβώς επειδή κανείς δεν τις απαίτησε, αλλά προέκυψαν καθαρά ως προϊόν αγάπης.

Ο Τζον Χιουζ γύρισε μόλις 8 ταινίες στην καριέρα του αλλά αυτές καθόρισαν τα ‘80s (και μαζί μια ολόκληρη γενιά) με έναν τρόπο που δε μετριέται με βραβεία. Ο ίδιος κι οι ταινίες του δε βρέθηκαν ποτέ ούτε για αστείο ούτε καν στον παράδρομο του Shrine Auditorium, όμως η κληρονομιά του “Breakfast Club”, του “Φέρις Μπιούλερ”, των “Sixteen Candles”, είναι το ότι μια σειρά από δραματικές κωμωδίες μίλησαν για την εφηβεία με τρόπο που κανείς δεν το κατάφερε πριν ή έκτοτε.

Ο Τζον Χιουζ δεν ήταν οσκαρικός σκηνοθέτης. Αν απλά πέρναγε ο θάνατός του από το κλασικό “In Memoriam” μοντάζ, κανείς δε θα έλεγε τίποτα. Κι όμως, στην 82η Απονομή των Όσκαρ, συνέβη αυτό:

Τόσο πολύ καλύτερο από το να του έδιναν ένα υποχρεωτικό Όσκαρ.

Είμαστε εδώ για την τέχνη

H αγαπημένη μου οσκαρική στιγμή στην ιστορία παραμένει όμως ένας απλός ευχαριστήριος λόγος. Έχουμε δει πολλούς τέτοιους που ξεφεύγουν από τους συνήθεις κανόνες των ευχαριστηρίων από λίστα. Έχουμε δει τον Κιούμπα να τα χάνει, έχουμε δει τον Τζο Πέσι να λέει απλώς “Είναι τιμή μου”. Γενικά δηλαδή υπάρχουν και στιγμές έξω από το όλο κλάμα-έκπληξη-ευχαριστώ-κλάμα. Η καλύτερη όλων ήρθε στην 73η Απονομή, όταν ο -διπλά υποψήφιος εκείνη το βράδυ- Στίβεν Σόντερμπεργκ κέρισε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας.

“Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που θέλω να ευχαριστήσω, αλλά αντί να ευχαριστήσω μερικούς από αυτούς δημόσια, θα τους ευχαριστήσω όλους προσωπικά.”

Κι αντί να χαραμίσει αυτή την τρομερή στιγμή αναφέροντας ονόματα ατζέντηδων, προχώρησε σε μια φανταστική δήλωση υπέρ της τέχνης και των καλλιτεχνών (μικρών ή μεγάλων, δεν έχει σημασία) που κατέληγε με το κλασικό “θα ήταν αδύνατον να ζήσουμε σε αυτό τον κόσμο αν δεν υπήρχε η τέχνη”.

Οι επόμενες 13 ταινίες του Σόντερμπεργκ συγκέντρωσαν αθροιστικά ακριβώς μία (1) υποψηφιότητα, κι αυτή μουσικής. Μπορείς να το θεωρήσεις σύμπτωση ή όχι, πάντως αυτό που έχει σημασία είναι η δήλωση. Κι η υπενθύμιση πως κάποιες φορές, ένας διαγωνισμός δημοφιλίας όπου πλούσιοι σταρ αλληλοσυγχαίρονται επί ώρες, μπορεί και να κρύβει στιγμές μεγάλης δύναμης.

Είμαστε πολύ περίεργοι να δούμε τι θα μας επιφυλάσσει η αποψινή τελετή.