LANDMARK MEDIA/ALAMY/VISUALHELLAS.GR
REVIEWS

Το The Report στο Amazon Prime έχει την καλύτερη άγνωστη ερμηνεία του Adam Driver

Μία από τις καλύτερες ερμηνείες του Adam Driver έπεσε θύμα στις παθογένειες του streaming.

Αν έχεις παρακολουθήσει την καριέρα του Adam Driver ως τώρα, ξέρεις ότι τα ξεσπάσματα είναι το ψωμί του.

Όταν πλακώθηκε χοντρά με την Jessa στο Girls, έφερε το σπίτι κάτω (κυριολεκτικά). Στα Star Wars σπάει κονσόλες, κράνη, κόκαλα και ψυχολογίες. Στο Annette είδαμε το κρεσέντο της οργής του, σε έναν ρόλο που δεν θα μπορούσε κανείς άλλος να παίξει έτσι. Αυτό ίσως ήθελε να φέρει τούμπα ο Jim Jarmusch στο ποιητικό Paterson. Εύθραυστος και απλός, ο Adam Driver δεν εξερράγη εκεί ούτε όταν τον πλησίασαν συμμορίτες στη βόλτα με τον σκύλο του, ούτε όταν του έμεινε το λεωφορείο που οδηγούσε στα χέρια.

Παρ’ όλα αυτά, δεν τον συνδέεις με τέτοιους ρόλους. Σε έχει εκπαιδεύσει στο άγχος. Στο Report του Amazon Prime όμως, ο σταρ καταφέρνει να ενώσει ιδανικά τους δύο κόσμους του. Γι’ αυτό και τον Φεβρουάριο του 2018 είχαμε αναρωτηθεί αν έτσι θα έφτανε για πρώτη φορά στα Όσκαρ.

Τότε το The Report, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Scott Z. Burns που έχει γράψει για το Bourne Ultimatum, το Contagion και το The Informant!, είχε μόλις φύγει από το Φεστιβάλ Sundance με εκπληκτικές κριτικές, 14 εκατομμύρια δολάρια από το Amazon Prime και μία έτοιμη ταυτότητα πολιτικού θρίλερ από αυτά που λατρεύει η Ακαδημία. Με το παρελθόν του δικτύου με τα Manchester by the Sea, Big Sick και Cold War, η ταινία φαινόταν να έχει το κατάλληλο όχημα για να φτάσει με φόρα στο Dolby Theater.

Έναν σχεδόν χρόνο μετά – και αφού το Amazon Prime απέτυχε ήδη μια φορά να σπρώξει την άλλη του μεγάλη αγορά από το Sundance, το Late Night με την Emma Thompson – ο Driver είχε μπει τελικά στην οσκαρική συζήτηση και εν τέλει στις υποψηφιότητες με το Marriage Story. Το Report κυκλοφόρησε στο Amazon Prime χωρίς να το πάρει είδηση άνθρωπος. Εκεί ωστόσο δίνει μια σπάνια γι’ αυτόν, σιωπηλή ερμηνεία, καθοδηγώντας τους θεατές μέσα μια διαρκώς κλιμακούμενη παράνοια.

Το φιλμ ασχολείται με τη μαύρη σελίδα των βασανιστηρίων που διέπραξε η CIA στο όνομα της εκμαίευσης πληροφοριών για μελλοντικές επιθέσεις μετά το 9/11 και ακολουθεί τον Driver στον ρόλο ενός πραγματικού υπαλλήλου της Γερουσίας που ανέλαβε να γράψει την επίσημη, σχετική αναφορά. Με τη Γερουσιαστή που υποδύεται η Annette Bening στο πλευρό του – και η Bening είχε πρώιμο Oscar buzz εκείνο τον Φλεβάρη – ο Driver γίνεται ένας ηρωικός μεν, τρομερά καθημερινός άνθρωπος δε, σε μια εκστρατεία για την τιμή της λογοδοσίας και, σε τελική ανάλυση, της λογικής. Γιατί η Αμερική δεν έκανε απλώς βασανιστήρια. Έκανε βασανιστήρια που δεν έπιασαν κιόλας.

Στην αληθινή υπόθεση, η αναφορά χιλιάδων σελίδων του Daniel Jones δεν δημοσιεύτηκε ποτέ ολόκληρη. Μονάχα 500 σελίδες της που ο Burns προσπάθησε να χωρέσει σε 2 ώρες. Το αποτέλεσμα είναι στο πνεύμα του All President’s Men, με μηδενική χολιγουντιανή ροπή σε τσιτάτα και επιτηδευμένες κορυφώσεις. Η νηφαλιότητα του φιλμ είναι απροσδόκητη. Χωρά τεχνικούς διαλόγους και πολλές λεπτομέρειες για τη διαδικασία χωρίς να γίνεται αφιλόξενο για τον θεατή αλλά, σε μεγάλο βαθμό, οφείλει την ενέργειά του στον Driver.

Ο Burns τού έδωσε τον ρόλο μετά την προτροπή του Steven Soderbergh που είχε ήδη συνεργαστεί με τον ηθοποιό στο Logan Lucky. Το επιχείρημα του Soderbergh ήταν πως και να προσπαθούσε, ο Driver δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει βαρετός στην κάμερα. Ακόμα και με τον χαρακτήρα του Jones που περνά τον χρόνο του θαμμένος σε χαρτιά και γκρίζες αίθουσες άνευρων μίτινγκ.

Ο ίδιος ο Adam Driver που είχε καταταγεί στους πεζοναύτες μετά το 9/11, αποδέχτηκε εν μέρει την πρόταση γιατί ένιωσε πως ο πατριωτισμός πίσω από την απόφασή του είχε τροφοδοτηθεί από μισές αλήθειες. Η ταινία δεν ενδιαφέρεται να αναπτύξει τον χαρακτήρα του πέρα από ό,τι αφορά στην έρευνα, αλλά η εσωτερική του ζωή δίνεται με μια πολύ συγκρατημένη αγανάκτηση και τη ζωντάνια που φέρνει πάντα στο τραπέζι. Η επιμονή του να δημοσιοποιήσει ότι οι θηριωδίες της CIA δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα την ίδια στιγμή που οι μυστικές υπηρεσίες κάνουν ότι δεν βλέπουν τις (δικές τους!) αποδείξεις, είναι η αδιανόητη μάχη απέναντι στο παράλογο.

Αξίζει να το ανακαλύψεις μέσα στο ανεξέλεγκτο πια χάος του streaming.