© iStock
FICTION

Εγκλήματα στο χωριό

Τρία μικροδιηγήματα μυστηρίου για την εκείνη την εποχή του χρόνου που αρχίζουν οι πρώτες μεγάλες ζέστες. Τρεις Έλληνες συγγραφείς αφήνουν πίσω τους τα μεγάλα αστικά κέντρα και λένε ιστορίες για φόνους, φαντάσματα και παράνομες πράξεις με φόντο την ελληνική επαρχία.

Στην ελληνική επαρχία ποτέ δε συμβαίνει τίποτα – ούτε καλό, ούτε κακό. Στο μυαλό των περισσότερων Αθηναίων τα χωριά είναι στατικές καρτ ποστάλ που έχουν παγώσει στον χρόνο περιμένοντας υπομονετικά τη δική τους άφιξη το Πάσχα και το καλοκαίρι. Οι παράνομες συναλλαγές, τα ένοχα πάθη και οι παραβατικές συμπεριφορές δεν έχουν θέση σε αυτήν την ειδυλλιακή εικόνα.

Τι συμβαίνει όμως όταν όλα αυτά παίρνουν σάρκα και οστά με φόντο την ελληνική επαρχία; Μετά τα Εγκλήματα στην άδεια Αθήνα, τα Εγκλήματα μες στη βροχή και τα Εγκλήματα στα χιόνια, ήρθε η ώρα για το τέταρτο μέρος του αφιερώματος με τίτλο Εγκλήματα στο χωριό.

Ανδρέας Αποστολίδης, Νάγια Δαλακούρα και Λευτέρης Μπούρος γράφουν τρία μικροδιηγήματα αποκλειστικά για το OneMan. Τρεις ιστορίες μυστηρίου που διαδραματίζονται μακριά από τα αστικά κέντρα την εποχή που πιάνουν οι πρώτες μεγάλες ζέστες.

Χωρίς άλλες καθυστερήσεις λοιπόν, ιδού:

«Η μια γυναίκα άνοιξε την κουβέρτα και μου έδειξε το νεκρό βρέφος της. Μου ζήτησε χρήματα να το θάψει!» | ©Βασίλης Καραβίτης / Unsplash

To Μέντιουμ

Ήταν το μέντιουμ της περιοχής. Σ’ ένα χωριό της άνω Μεσσηνίας. Πελάτες είχε κυρίως γυναίκες, νεαρές ή μεσίληκες που έρχονταν από όλα τα μέρη του νομού.

* του Ανδρέα Αποστολίδη

Ήταν διάσημη · προχωρούσε στις προβλέψεις της με βάση ορισμένες πρώτες πληροφορίες, στον βαθμό που τις διέθετε ή χρησιμοποιώντας τα μισόλογα που εκμαίευε έντεχνα μέσω διαλόγου.

Η πελάτισσα, τη φορά αυτή, ήταν μια μαυροφορεμένη τριαντάρα, νευρώδης και ιδιαίτερα αγχωμένη.

«Βλέπω εδώ ένα παιδί, που δεν γεννήθηκε», είπε σε λίγο το μέντιουμ κοιτώντας μια γυάλινη σφαίρα που είχε ακουμπισμένη στη τραπεζάκι της κουζίνας. Έριχνε άδεια για να πιάσει γεμάτα. Γιατί έρχεται κάποιος στο μέντιουμ, αν είναι σίγουρος για το μέλλον του;

Η πελάτισσα αποκρίθηκε: «Ναι, είχα δυσκολίες στην εγκυμοσύνη μου».

Μέντιουμ: «Βλέπω σκιές…αποβολή ίσως».

Πελάτισσα: «Έχω αποβάλει δύο φορές».

Μέντιουμ: «Κι ένα σταυρό».

Πελάτισσα: «Την τρίτη φορά, γέννησα, αλλά αναγκάστηκα να το θάψω την πρώτη βδομάδα. Είμαι καταραμένη. Γι’ αυτό ήρθα».

Μέντιουμ: «Μην απελπίζεσαι…θα τα καταφέρεις»

Η πελάτισσα με τα πολλά έφυγε με ένα χαμόγελο αισιοδοξίας. Όταν σηκώθηκε να βγει από το πορτάκι της κουζίνας, κοντοστάθηκε και είδε ότι το μέντιουμ έβαζε τα χρήματα στο μικρό κασελάκι της με την σκαλιστή εικόνα της Αγίας Αθανασίας.

Την επομένη, το μέντιουμ την ώρα που ετοίμαζε τα κεράκια και ξεσκόνιζε τη γυάλινη σφαίρα που είχε πιάσει γύρη, άκουσε χτυπήματα στην εξώπορτα. Ήταν δύο γυναίκες, νεαρές. Η μια κρατούσε στην αγκαλιά της μια κουβέρτα.

Οι δύο γυναίκες χάθηκαν σε λίγο στο βάθος του σκοτεινού, ερημικού δρόμου. Η γυναίκα με τη γυάλινη σφαίρα  στο μεταξύ είχε γίνει κατακίτρινη. Ψέλλιζε αργότερα στον άντρα της, βλέποντάς την συγκλονισμένη: «Η μια γυναίκα άνοιξε την κουβέρτα και μου έδειξε το νεκρό βρέφος της. Μου ζήτησε χρήματα να το θάψει!»

Ήταν ένα κέρινο ομοίωμα που είχε φτιάξει η «πελάτισσα».

Η «πελάτισσα» όση ώρα το μέντιουμ στεκόταν στην εξώπορτά της αποσβολωμένη, νομίζοντας ότι έβλεπε ένα νεκρό βρέφος τυλιγμένο σε κουβέρτα, τρύπωσε από την πόρτα της κουζίνας και έφυγε σουφρώνοντας το κασελάκι της Αγίας Αθανασίας. Οι τρεις γυναίκες συναντήθηκαν αργότερα για να επαναλάβουν την παράσταση σε άλλο απόμακρο και σκιερό μέρος. Τα μέντιουμ ήταν ο αγαπημένος τους στόχος. Απέφευγαν τις χαρτορίχτρες, που ήταν πιο ψυλλιασμένες.

*Το τελευταίο βιβλίου του Ανδρέα Αποστολίδη με τίτλο Λάτιν Νουάρ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

«Την πρώτη μέρα του Ιούλη η σκαπάνη των αρχαιολόγων έφερε στο φως δέκα σκελετούς χωρίς χέρια» | ©Fatih Mustapha / Unsplash

Καλοκαίρι στον Πολύανθο

Στο υδάτινο ρεύμα του Κομψάτου, σε ένα στρίμωγμα του ποταμού που αυξάνει την ορμή των νερών του, κρυμμένο μέσα σε βαθύσκιωτα δέντρα βρίσκεται ένα γηρασμένο μυλοτόπι. Παραδίπλα του, στέκει ένα πέτρινο γεφύρι που δεν το διαβαίνει πια κανείς.

*της Νάγιας Δαλακούρα

Όχι, γιατί το γεφύρι είναι λειψό και δεν έχει τρόπο να ενώσει τις όχθες του ποταμού, αλλά γιατί όλοι ξέρουν πως το έχει στοιχειώσει το φάντασμα του μυλωνά, που τραγουδάει κάθε βράδυ το επιμύλιο τραγούδι του – ένα σπαρακτικό ουρλιαχτό που σκορπά τον τρόμο στο χωριό.

Αναστατώθηκε ο Πολύανθος γιατί φέτος το καλοκαίρι θα αναστηλώσουν –άκουσαν – το παλιό γεφύρι. Θα έρθουν, είπαν, στο χωριό αρχαιολόγοι, αρχιτέκτονες, μηχανικοί και μεγάλα συνεργεία να ανακτήσουν το καταπεσμένο άκρο του. Ταράχτηκαν στην είδηση οι χωρικοί, γιατί τα καλοκαίρια στο χωριό είναι πάντα ανήσυχα.

Σε εκείνο τον τόπο, πάντα στους καύσωνες, το παγανό του μυλαύλακα συναγωνίζεται σε βογκητά τον ποταμό και οι επίμονοι ψίθυροι του μυλωνά σκεπάζουν το τερέτισμα των τζιτζικιών – όλοι γνωρίζουν πως οι μυλωνάδες της Θράκης είχαν μεγάλο στόμα.

Είναι πάντα το καλοκαίρι που η βοή της μυλόπετρας αντηχεί στο χωριό σαν να δουλεύει ακόμη ο νερόμυλος και διατηρεί ζωντανό τον θρύλο που θέλει τον μυλωνά να ακρωτηριάζει όποιον αργούσε να του δώσει το μυλωτικό του.

Οι ανασκαφές ξεκίνησαν, τα συνεργεία εγκαταστάθηκαν και καταπιάστηκαν με την αποκατάσταση της γέφυρας. Αόρατοι συνοδοιπόροι των μαστόρων στις εργασίες, ο μυλωνάς και οι κακότροπες ξωθιές του ποταμού.

Την πρώτη μέρα του Ιούλη η σκαπάνη των αρχαιολόγων έφερε στο φως δέκα σκελετούς χωρίς χέρια. Οι τάφοι ήταν ρηχοί και ακτέριστοι, οι νεκροί θαμμένοι βιαστικά και τα στόματα ανοιχτά, θαρρείς ούρλιαζαν κατά τη θανάτωσή τους. Το εύρημα έγινε έκτακτη είδηση – θρύλος ή αλήθεια τελικά ο μυλωνάς του Κομψάτου; –, κάποιοι ενδιαφέρθηκαν για τη χρονολόγησή του, άλλοι ρώτησαν αν θα βρεθούν και άλλοι. Μεγάλο ξαφνικά το αρχαιολογικό ενδιαφέρον για το χωριό.

Τα οστά φυλάχτηκαν σε κιβώτια με καρτελάκια, τα οποία έδωσαν πρόσκαιρους αριθμούς σε ευρήματα που κάποτε ήταν άνθρωποι και πήραν το δρόμο για το τοπικό μουσείο. Οι αρχαιολόγοι, αποκαμωμένοι από την ανασκαφή, κάθισαν στην ακροποταμιά και νανουρίστηκαν με το ρυθμικό τραγούδι της φτερωτής.

Όπως κάθε δειλινό, στο κατάστρωμα της γέφυρας βγήκε να σεργιανίσει το φάντασμα του μυλωνά και η νεροσυρμή του ποταμού συνόδευσε κάποιο μυλωνάδικο παραμύθι. Το νερό του Κομψάτου κόχλαζε. Το χωριό ετοιμάστηκε για τη νύχτα.

*Το τελευταίο μυθιστόρημα της Νάγιας Δαλακούρα με τίτλο Το λουλούδι της θάλασσας κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος

«Δεν ήθελες κουβέντα, αλλά ήσουν ο μοναδικός ένοικος - οι δύο τεχνικοί που είχαν έρθει για δουλειά στα ορυχεία, σας είχαν αποχαιρετήσει νωρίτερα» | ©Alexei Simonenko / Unsplash

Ας περιμένουν τα κοράκια

Μόνος σου, στην αυλή του πανδοχείου. 

*του Λευτέρη Μπούρου

Ο ήλιος πέφτει πίσω απ’ το βουνό, οι καστανιές απλώνουν πάνω σου σκιά σαν δροσερό ράσο. Περιφερειακά, ανθισμένες αμυγδαλιές ζωγραφίζουν τον τόπο ροζ. Πέρα, έξω απ’ την αυλή, μια έρημη παραλία, ένα χωριό πνιγμένο σε κισσούς και αγριόχορτα, σαστισμένο από την αδράνεια της πανδημίας. 

Στο ραδιόφωνο παίζει ένα CD με λαϊκά, επιλογή του πανδοχέα πριν συμβεί το κακό:

«Μετανιώνω», σου ‘χε πει, «πληρώνω τα λάθη μου».

Ήταν χοντρόσβερκος, με στρογγυλή κοιλιά και μύτη μεθύστακα.

Δεν ήθελες κουβέντα, αλλά ήσουν ο μοναδικός ένοικος – οι δύο τεχνικοί που είχαν έρθει για δουλειά στα ορυχεία, σας είχαν αποχαιρετήσει νωρίτερα.

Από τότε πίνατε. Αυτός μιλούσε:

«Παντρεύτηκα μικρός. Πήρα μηχάνημα ελαττωματικό».

Ανάμεσά σας ένα τραπέζι, ένα τασάκι, τέσσερα καραφάκια τσίπουρο, δυο μαχαιροπίρουνα, ένα βάζο λευκά γαρύφαλλα.

«Κακιά αρρώστια. Τον κάνει τον άνθρωπο κομμάτια, τον διαλύει».

Μιλούσε για τη γυναίκα του με κυνικότητα, με μια απανθρωπιά που σε σόκαρε. 

«Τη χτύπησε δυο χρόνια μετά που παντρευτήκαμε. Δεν ήξερα. Τα λούστηκα. Μετά την απομάκρυνση απ’ το ταμείο… ξέρεις». 

Γελούσε με τα μακάβρια αστεία του, έπινε λαίμαργα, δάκρυζε, συχνά μουρμούριζε βλαστήμιες για Τον Θεό σου, σαν να μην φοβόταν καμιά τιμωρία Του, σαν να θεωρούσε ότι η ασθένεια της γυναίκας του ήταν κάποιο κακόγουστο παιχνίδι Του.

Ένιωθες άβολα. 

Προσπάθησες να φύγεις, μα όλο σε καθυστερούσε: Σου έσφιγγε το χέρι, ζητούσε την παρέα σου, μέχρι το Πάσχα θα ήταν μόνος – μέχρι το Πάσχα δεν θα πατούσε άνθρωπος πέρα από εργολάβους του ορυχείου ή από κάποιους βαρεμένους που πήγαιναν στο Άγιο Όρος.

Το είπε έτσι ακριβώς: «βαρεμένους».

Σε είδε που δαγκώθηκες, θυμήθηκε τις ενστάσεις σου όποτε έβριζε τα Θεία, σκοτείνιασε μόλις κατάλαβε τον προορισμό σου:

«Για δες, έχουμε ένα παπαδοπαίδι εδώ!» 

Σηκώθηκε, βάρεσε το χέρι στο τραπέζι: «Ε, λοιπόν, ας περιμένουν τα κοράκια!»

Βλαστήμησε πολύ, λες και τα ‘χε μαζί σου, λες και έφταιγε η Πίστη σου για τα δεινά του.

Κατηγόρησε τους Άγιους Πατέρες για αμαρτίες που ντρέπεσαι και να ψιθυρίσεις, για ασέλγειες που μετά το άκουσμά τους θέλεις να εξομολογηθείς.

Σηκώθηκες αηδιασμένος από την ασέβειά του.

Εκείνος είδε τα χέρια σου να τρέμουν, παρατήρησε την απειλή στο βλέμμα σου καθώς μάζευες το σάκο σου. 

Αλλά ήταν τύφλα.

Συνέχισε αμετανόητος να αμαρτάνει, σαν κάποιος Διάβολος να τον είχε καβαλήσει:

«Άντε στους τραγοπόδαρους, ηλίθιε! Βλάκα! Ευκολόπιστε!»

Έκανες να φύγεις, το μυαλό σου ξέφευγε πάλι, το χέρι σου κινήθηκε ακούσια και άρπαξε ό,τι βρήκε. Και τότε το έκανες. Η ταραχή σου ήταν τέτοια που πια δεν έπραττες εσύ. Βυθίστηκες στο γνώριμο σκοτάδι, το αμαρτωλό, απ’ το οποίο προσπαθούσες να λυτρωθείς με αυτό το ταξίδι.

Και τώρα, είσαι μόνος.

Στο τραπέζι μπροστά σου το τασάκι, τα καραφάκια, τα γαρύφαλλα. Παίρνεις βαθιά εισπνοή – μυρίζει θάλασσα, τσίπουρο, αίμα.

Φεύγεις, τον αφήνεις, τα άκρα του έχουν σταματήσει τους σπασμούς τους, το μαχαίρι καρφωμένο στο λαιμό του, το αίμα του μουσκεύει το γρασίδι. 

Πρέπει να βιαστείς: 

Ο δρόμος σου περνάει από Στρατώνι, Ιερισσό, Ουρανούπολη. 

Η αμαρτία σου μεγάλη, θανάσιμη, φρικτή… Αλλά χαμογελάς: Ο τόπος της μετάνοιας είναι σκάρτη μια ώρα μακριά, και εσύ έχεις μπροστά σου ολόκληρη ζωή για να συγχωρεθείς. 

*To τελευταίο αστυνομικό μυθιστόρημα του Λευτέρη Μπούρου με τίτλο Drifter: Καρμανιόλα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bell / Χαρλένικ Ελλάς