Επιστροφή του Girls; Σε αυτή την οικονομία;
Τι μπορούν να κάνουν το Girls και η «φωνή μίας ολόκληρης γενιάς» δέκα χρόνια μετά το φινάλε της σειράς; Ανυπομονούμε να μάθουμε.
- 15 ΟΚΤ 2026
Κι όμως! Η «φωνή μίας ολόκληρης γενιάς» επιστρέφει και επίσημα με πέντε επεισόδια στο HBO και το HBO Max. Στο Girls επιστρέφει επιστρέφει επίσης ο παραγωγός Judd Apatow, όπως και το αρχικό καστ, με τη Lena Dunham στον ρόλο της Hannah, την Allison Williams ως Marnie, τη Jemima Kirke ως Jessa, τη Zosia Mamet ως Shoshanna και τον Andrew Rannells ως Elijah.
«Πάντα λέγαμε ότι θα επιστρέφαμε στο Girls μόνο αν υπήρχε κάποια συγκεκριμένη ιστορία που θα νιώθαμε την επιτακτική ανάγκη να αφηγηθούμε», δήλωσε η Dunham στην ανακοίνωση της σειράς.
«Μου είχαν λείψει αυτοί οι χαρακτήρες, αλλά για πολύ καιρό δεν μπορούσα να τους φανταστώ στο σήμερα. Ώσπου, λίγο πριν από τα 40ά μου γενέθλια άρχισαν να μου μιλούν την ώρα που έκανα ντους. Και, όπως ίσως θυμάστε, όταν αυτή η πεντάδα αρχίσει να μιλάει, είναι αρκετά δύσκολο να τη σταματήσεις… Είναι σπάνιο να σου δίνεται η ευκαιρία να επιστρέψεις σε κάτι που άλλαξε τη ζωή σου, έχοντας πλέον το δώρο της εκ των υστέρων γνώσης, αλλά και ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο ευγνωμοσύνης και κατανόησης. Αγαπώ αυτά τα κορίτσια – και το αγόρι – τους φίλους μας στο HBO και όλους όσοι συνεχίζουν να ανακαλύπτουν τη σειρά και να μας υπενθυμίζουν ξανά γιατί κάνουμε αυτή τη δουλειά: για τη χαρά τού να είμαστε μαζί… και για την ευκαιρία να φορέσουμε κίτρινα διχτυωτά ρούχα…».
Όταν το Girls έκανε πρεμιέρα στο HBO, οι χαρακτήρες του είχαν παρουσιάσει μία διαφορετική εκδοχή της ιστορίας ενηλικίωσης. Δεν είχαν καταφέρει και πολλά στη ζωή τους, και η σειρά δεν βιαζόταν καθόλου να τις κάνει συμπαθέστερες. Η Hannah μπορούσε να είναι εγωκεντρική και να αδυνατεί να αντιληφθεί όσα συνέβαιναν γύρω της, η Marnie είχε εμμονή με την εικόνα της και την ανάγκη να ελέγχει τα πάντα, η ανησυχία και η παρορμητικότητα της Jessa συχνά πλήγωναν τους άλλους, ενώ η αποφασιστικότητα της Shoshanna να τα κάνει όλα σωστά ήταν μία διαρκής πηγή προβλημάτων.
Ο κόσμος τους, βέβαια, ήταν πολύ πιο περιορισμένος απ’ όσο άφηνε να εννοηθεί ο οικουμενικός τίτλος της σειράς. Οι τέσσερις πρωταγωνίστριες ήταν λευκές, μορφωμένες γυναίκες που ζούσαν στη Νέα Υόρκη, έχοντας πρόσβαση σε μορφές πολιτισμικής και οικονομικής υποστήριξης που πολλοί συνομήλικοί τους δεν διέθεταν. Η εκπροσώπηση διαφορετικών φυλών και κοινωνικών τάξεων είχε αμφισβητηθεί έντονα, και όχι άδικα ως ένα σημείο, ιδιαίτερα από τη στιγμή που η σειρά διεκδικούσε έναν τόσο αντιπροσωπευτικό ρόλο για τη γενιά της.
Τέτοιου είδους ενστάσεις ήταν δύσκολο να διαχωριστούν από τη συνολική υποδοχή της σειράς. Οι οικονομικές ανησυχίες και οι επαγγελματικές απογοητεύσεις της Hannah μπορεί να ήταν αναγνωρίσιμες σε πολλούς θεατές, όμως οι συνθήκες μέσα στις οποίες τις βίωνε δεν ήταν καθολικές. Η δυνατότητα να κάνει λάθη, να κυνηγά δημιουργικές φιλοδοξίες και να στηρίζεται οικονομικά στην οικογένειά της αποτελούσε από μόνη της ένα είδος προνομίου.
Κι όμως, οι ζωές των ηρωίδων ήταν γεμάτες μικρές ταπεινώσεις. Η δημιουργική φιλοδοξία δεν εγγυόταν την επιτυχία, η σεξουαλική αυτοπεποίθηση δεν απέτρεπε τις αμήχανες συναντήσεις και η οικειότητα με κάποιον δεν σήμαινε απαραίτητα ότι ήξερες πώς να του φερθείς σωστά. Καλώς ή κακώς, όλα αυτά ήταν, στην ουσία τους, αρκετά ρεαλιστικά. Ήταν επίσης ακατάστατα, ωμά και σατιρικά — όλα όσα λατρεύω στην κωμωδία.
Η Dunham ανέδειξε ολόκληρο το καστ της σε αστέρες, η ίδια όμως είχε καταλήξει μία από τις πιο διχαστικές προσωπικότητες της δεκαετίας του 2010. Οι αφιλτράριστες απόψεις της, οι εμφανισιακές της αλλαγές και το εκκεντρικό της στιλ την έβαζαν συστηματικά στο στόχαστρο. Στα χρόνια που ακολούθησαν την ολοκλήρωση του Girls, το 2017, δυσκολεύτηκε να ξεφύγει από τη σκιά της σειράς μέσα από νέες δημιουργικές δουλειές, εν μέρει εξαιτίας προβλημάτων υγείας και χρήσης ουσιών, που κατέγραψε στο πρόσφατο αυτοβιογραφικό της βιβλίο Famesick. Το βιβλίο έγινε δεκτό με θερμή νοσταλγία και εκτίμηση για την αμείλικτη διορατικότητα με την οποία η Dunham κατανοεί τον εαυτό της, αλλά και το περίπλοκο πλέγμα παρεξηγήσεων που την περιβάλλει.
Όπως αποδεικνύουν τόσο το συγκεκριμένο βιβλίο όσο και η σειρά της για το Netflix, το Too Much — μια μελαγχολική ιστορία για την προσπάθεια να αφήσει κανείς πίσω του μια ερωτική απογοήτευση — η Dunham βρίσκεται πλέον σε μία διαφορετική φάση της ζωής της. Το ίδιο ίσως ισχύει και για το κοινό της. Όσο για την πόλη της, εκείνη έχει σίγουρα αλλάξει.
Σήμερα, το διάμεσο μηνιαίο ενοίκιο στη Νέα Υόρκη έχει υποστεί μία αύξηση περίπου 1.000 δολαρίων σε σχέση με μία δεκαετία πριν. Μάλιστα, το μέσο διαμέρισμα στο Μανχάταν ενοικιάζεται πλέον έναντι 6.655 δολαρίων τον μήνα, ένα ποσό που θα άφηνε άφωνες τη Hannah και την παρέα της, που σήμερα δεν θα μπορούσαν καν να αντέξουν οικονομικά τη διαμονή σε γειτονιές όπως το Brooklyn Heights, το Greenpoint και η Chinatown, που για χρόνια αποκαλούσαν σπίτι τους.
Εξαιτίας της πανδημίας και διαφόρων οικονομικών παραγόντων επίσης, πολλές τοπικές επιχειρήσεις, μικρά εστιατόρια και καταστήματα κοντά σε σταθμούς μέσων μαζικής μεταφοράς δεν επέστρεψαν ποτέ στην εικοσιτετράωρη λειτουργία τους μετά τα lockdowns της COVID-19. Οι influencers έχουν αντικαταστήσει τους hipsters και είναι πλέον εκείνοι που δημιουργούν τεράστιες ουρές για προϊόντα και εμπειρίες που γίνονται viral, διαμορφώνοντας παράλληλα τις τάσεις της πραγματικής ζωής (αν έπρεπε να στοιχηματίσουμε ποιες από τις ηρωίδες του Girls θα υπέκυπταν στη γοητεία τους, αυτές θα ήταν μάλλον η Marnie και η Shoshanna).
Και gentrification φυσικά! Όταν το Girls προβαλλόταν, από το 2012 έως το 2017, η περιοχή του Gowanus Canal στο Μπρούκλιν ήταν κυρίως ένα καταφύγιο καλλιτεχνών που δεν είχε ακόμη υποστεί σε μεγάλο βαθμό το φαινόμενο του εξευγενισμού. Το 2021, ωστόσο, άλλαξε το πολεοδομικό καθεστώς της περιοχής, επιτρέποντας την κατασκευή νέων κατοικιών. Έκτοτε, πολυτελή συγκροτήματα κατοικιών έχουν αρχίσει να ξεφυτρώνουν παντού, μεταμορφώνοντας οριστικά τη φυσιογνωμία της γειτονιάς.
Από ορισμένες απόψεις, η σειρά παρουσίαζε έναν τρόπο ζωής που μπορούσε να προκαλέσει θαυμασμό ή και επιθυμία, καθώς ακολουθούσε τέσσερις ελκυστικές, προνομιούχες γυναίκες που ζούσαν σε μια μεγάλη μητρόπολη. Την ίδια στιγμή, όμως, τις βλέπαμε να μοιράζονται μικρά διαμερίσματα με φίλους, ενώ τα μεγάλα τους όνειρα συγκρούονταν με την οικονομική πραγματικότητα της περιόδου μετά την ύφεση. Αν αυτή ήταν μια ιστορία για οποιαδήποτε άλλη γενιά, θα περίμενε κανείς οι χαρακτήρες να έχουν πλέον ξεπεράσει την οικονομική ανασφάλεια και την αμφισβήτηση του εαυτού τους που χαρακτήριζαν τα είκοσί τους χρόνια. Όμως, για τους millennials, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.
Η αναβίωση της σειράς θα είχε πολλά να κερδίσει αν εστίαζε στο πόσο λίγα έχουν τελικά αλλάξει για μία γενιά που θεωρείται η πρώτη σε χειρότερη οικονομική θέση από τους γονείς της. Πάρα πολλοί millennials εξακολουθούν να παλεύουν με την ανασφάλεια της στέγασης και της εργασίας, και σίγουρα με την ύπουλη αίσθηση πως η ζωή τους δεν προχωρά. Αυτή η απογοήτευση είναι εξαιρετικά γόνιμο έδαφος για τη Dunham, που έχει ιδιαίτερο ταλέντο στο να εντοπίζει και να αποτυπώνει τις ευρύτερες αγωνίες μιας γενιάς τη στιγμή που αυτές εκδηλώνονται.
Η επιστροφή του Girls ενδέχεται μάλιστα να εκφράζει την προσωπική οπτική της Dunham σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι η αρχική σειρά. Ένα μέρος της έντασης και του δράματος στο Famesick προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει το Girls ως αποτέλεσμα μιας δύσκολης αλληλουχίας συμβιβασμών με την τότε δημιουργική συνεργάτιδά της, την Jenni Konner.
Η Konner είχε αναλάβει να βοηθήσει την ακατέργαστη, τότε, δημιουργική ιδιοφυΐα που βρισκόταν πίσω από την ανεξάρτητη ταινία Tiny Furniture, να μάθει πώς να γράφει και να σκηνοθετεί τηλεόραση με πιο συμβατική αφηγηματική δομή. Αυτή τη φορά όμως, η Konner δεν θα επιστρέψει.
Η ίδια η μορφή της επιστροφής αποτελεί μία δήλωση προθέσεων. Δεν είναι κάποιος πλήρης κύκλος επεισοδίων, ούτε και reboot. Είναι το είδος της επιστροφής που επιχειρεί μία δημιουργός όταν έχει κάτι συγκεκριμένο ακόμη να πει, αντί να επιδιώκει απλώς να παρατείνει τη ζωή ενός επιτυχημένου franchise. Η επιστροφή στα ίδια πρόσωπα ύστερα από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελεί έναν από τους παλαιότερους πειρασμούς του κινηματογράφου – από τον François Truffaut που παρακολούθησε τον Antoine Doinel του Jean-Pierre Léaud σε μία διαδρομή δύο δεκαετιών, μέχρι την τριλογία Before του Richard Linklater. Ο χρόνος γίνεται ο ίδιος αφηγηματικό υλικό: τα πρόσωπα των ηθοποιών κουβαλούν τα χρόνια που το σενάριο δεν χρειάζεται πλέον να εξηγήσει.
Και το Girls βασιζόταν ανέκαθεν σε αυτή την ένταση ανάμεσα στον χαρακτήρα και στον άνθρωπο που τον υποδυόταν. Η Hannah δεν ήταν ποτέ ακριβώς η Dunham, αλλά ούτε και εντελώς διαφορετική από εκείνη. Τα καλύτερα επεισόδια της σειράς ζούσαν μέσα σε αυτή την ασάφεια. Δέκα χρόνια αργότερα, η μεγαλύτερη πρόκληση για την επιστροφή της σειράς δεν θα μπορέσει να είναι ο εξομολογητικός χαρακτήρας της θεματολογίας της. Άλλωστε, αυτός μοιάζει πλέον πολύ πιο συνηθισμένος, χάρη στο κύμα γυναικοκεντρικών σειρών που ακολούθησε: το Fleabag, το Catastrophe, το I May Destroy You.
Μία σαραντάχρονη Hannah, γραμμένη και σκηνοθετημένη από μία δημιουργό που στο μεταξύ έχει υπογράψει ταινίες όπως τα Sharp Stick και Catherine Called Birdy, υπόσχεται έναν διάλογο ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εκδοχές της ίδιας. Πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τον κόσμο η Hannah από τότε που την αποχαιρετήσαμε; Και ποια κομμάτια του εαυτού της παραμένουν, αναπόφευκτα, αναλλοίωτα;
Αναρωτιέμαι και ανυπομονώ να μάθω, περισσότερο απ’ όσο θα περίμενα.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.