Έχουμε Οδύσσεια και στο σπίτι: Το Ω Αδελφέ, Πού Είσαι των Coen παραμένει απολαυστικό
Με αφορμή την Οδύσσεια του Christopher Nolan, θυμόμαστε την κορυφαία ομηρική διασκευή του αμερικάνικου σινεμά, το Ω Αδελφέ, Πού Είσαι, των Joel και Ethan Coen, το οποίο στριμάρει στο Cinobo.
- 19 ΙΟΥΛ 2026
«Δεν το διαβάσαμε ποτέ, βασικά», λέει ο Ethan Coen. «Αλλά διαβάσαμε την κόμικ εκδοχή της Οδύσσειας!»
Είναι γνωστό το διασκεδαστικό αυτό trivia, ότι δηλαδή οι αδελφοί Coen δεν είχαν στην πραγματικότητα διαβάσει ποτέ την Οδύσσεια πριν την -κατά μία έννοια- διασκευάζουν. Αυτό αν μη τι άλλο δείχνει πως το ομηρικό έπος είναι ένα από αυτά τα διαχρονικά κείμενα που έχουν διαποτίσει τόσο έντονα το συλλογικό DNA που δεν χρειάζεται καν να το έχεις διαβάσει –όπως εμείς στο σχολείο– για να ξέρεις τι αφορά, και πώς.
Εν προκειμένω, τα πράγματα για το O Brother Where Art Thou (Ω Αδελφέ, Πού Είσαι) δεν επρόκειτο ποτέ να έχουν αυτή την ομηρική κατεύθυνση.
Στην ίδια συνέντευξη, ο Joel Coen εξηγεί πως «Δεν ξεκινήσαμε στα αλήθεια με τον Όμηρο. Αρχίσαμε με την ιδέα πως αυτοί οι τρεις φυγάδες δραπετεύουν, κι ο Όμηρος “αυτο-προτάθηκε” αργότερα όταν συνειδητοποιήσαμε πως η ταινία ήταν στην ουσία για έναν κεντρικό χαρακτήρα που προσπαθούσε να επιστρέψει σπίτι, έχοντας αυτή την ακολουθία περιπετειών στη διαδρομή».
Η ταινία Ω Αδελφέ, Πού Είσαι; (O Brother, Where Art Thou?) στριμάρει στο Cinobo.
Τόσο απλά! Οι Coen άρχισαν να λένε την ιστορία ενός παρανόμου της κακιάς ώρας που προσπαθεί απλά να γυρίσει σπίτι, και δεν τους πήρε πολύ μέχρι να σκεφτούν – ώπα, κάτσε, αυτό ακούγεται σαν την Οδύσσεια! Άδικο είχαν; Κάποια πράγματα είναι, απλώς, τόσο αρχετυπικά.
Από εκεί και μετά τα πράγματα περίπου γράφτηκαν μόνα τους, καθώς τα διάφορα επεισόδια της διαδρομής προς το σπίτι άρχισαν να γράφονται ώστε να αντικατοπτρίζουν κάποια από τα διασημότερα επεισόδια της Οδύσσειας, ή μερικούς από τους πιο κομβικούς χαρακτήρες.
Ο John Goodman παίζει τον Big Dan, ένα μέλος της ΚΚΚ που παριστάνει τον πωλητή Βίβλων, και παγιδεύει τον Οδυσσέα Clooney και τους συντρόφους του. Επίσης φοράει πειρατικό patch και στην ουσία βλέπει από το ένα μάτι, ναι, ναι, είναι ο Πολύφημος. Την Πηνελόπη την παίζει η Holly Hunter, που περιμένει τον ανεπρόκοπο Clooney να γυρίσει σπίτι ενώ πολιορκείται από μνηστήρες (μνηστήρα). Ο σερίφης Cooley που κυνηγάει την τριπλέτα ηρώων σε όλη την ταινία είναι κατά μία έννοια ο Ποσειδώνας.
Ενώ η κορυφαία εξυπνάδα είναι ο χαρακτήρας του κυβερνήτη του Μισσισσιπή, που παίζει ο Charles Durning κι ο οποίος ξέρει ακριβώς πώς να εκμεταλλευτεί την εξουσία του για να συνεχίσει να έχει την εξουσία – είναι 100% ο Δίας της όλης υπόθεσης, αλλά για κάποιο λόγο τον λένε Μενέλαο. ΟΚ! Φαντάζομαι τους Coen απλά να διαβάζουν την σύνοψη της Οδύσσειας και να λένε «χμ, “Μενελάους”! τι παράξενο, φαν όνομα, ας το χρησιμοποιήσουμε».
Αλλά ας κάνουμε ένα μικρό βήμα πίσω. Για να θυμηθούμε, τι είναι καν αυτή η ταινία;
Ο George Clooney παίζει τον Οδυσσέα Έβερετ Ντελμάρ, που ναι, αυτός περιέργως αντιστοιχεί όντως στον Οδυσσέα, έναν κατάδικο που δραπετεύει και αναζητά έναν θαμμένο θησαυρό ενώ ένας σερίφης τον κυνηγά μανιασμένα. Μαζί του σε αυτό το ταξίδι – που όπως πολλά ταξίδια τελικά τι είναι; μια μακροσκελής Επιστροφή Στο Σπίτι – έχει δύο συντρόφους, τον Πιτ (John Turturro) και τον Ντελμάρ (Tim Blake Nelson).
Στις περιπέτειές τους συναντάνε Κύκλωπες, Σειρήνες, Τειρεσίες, θυμωμένους θεούς, τρομακτικούς δαίμονες… όλα αυτά μεταφορικά φυσικά. Το πώς η ιστορία αυτή με ένα χαλαρό λίφτινγκ, έφτασε να αποτελεί παραλληλισμό της Οδύσσειας, δείχνει αν μη τι άλλο πόσο εμβληματικό ως δομή και ως δραματουργία, είναι το ίδιο αυτό το έπος.
Από πού ξεκίνησε όμως, αν όχι από τον Όμηρο; Τους Coen τους είχε γοητεύσει η εικόνα τριών αλυσοδεμένων δραπετών που τρέχουν να ξεφύγουν μέσα από τον αμερικάνικο Νότο, και γύρω από αυτήν έστησαν όλο τους το φιλμ με όλα του τα επιμέρους στοιχεία και επιρροές. Το σκηνικό τοποθετείται στο Νότο στα τέλη των ‘30s, τα χρόνια της μεγάλης Ύφεσης, μια εποχή έντονα μυθολογημένη στην αμερικάνικη ποπ κουλτούρα.
Ανέκαθεν οι Coen είχαν μεγάλο ενδιαφέρον για τέτοια σκηνικά εμβληματικά ως προς την americana εικονογραφία τους. Σκηνικά τα οποία φυσικά προσεγγίζουν με τη γνωστή τους σατιρική ματιά, κι έναν φιλοσοφημένο νιχιλισμό που συχνά επανατοποθετεί τις διάφορες αμερικάνικες περιόδους μέσα σε μια ευρύτερη ροή της Ιστορίας – όπου κάθε εποχή μοιάζει με επαναδιατύπωση μιας άλλης, καθώς οι ίδιες πληγές, οι ίδιες συμπεριφορές, οι ίδιες αναζητήσεις επανέρχονται ξανά και ξανά.
Με επιρροές από κωμωδίες της εποχής (είχαν οπωσδήποτε τον Preston Sturges στο μυαλό τους, εξάλλου ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας προέρχεται από ένα plot του Sullivan’s Travels του 1941), με μια αισθητική προσέγγιση που παραπέμπει σε σέπια (ο θρύλος Roger Deakins κινηματογράφησε την περιπέτεια σαν παλιομοδίτικο παραμύθι που έπειτα αποχρωμάτισε ψηφιακά), και με μια φολκ μουσική επένδυση που πλημμυρίζει το έργο, το O Brother καταλήγει μια εντυπωσιακή μίξη αμερικάνικου φολκλόρ με έναν τον δραματουργικό σκελετό αρχαίου έπους.
Ομολογώ πως σε κάποιες στιγμές ο έντονα επεισοδιακός χαρακτήρας του φιλμ παίρνει μερικά κλικς παραπάνω από όσα χρειάζεται και κάπου λίγο εξουθενώνει, αλλά ποτέ δεν χάνει τον θεατή. Βοηθάει από τη μία ο Clooney στην κορυφαία ερμηνεία της καριέρας του, sorry if this offends. Είναι τρομερό ότι ο τότε Πιο Σέξι Άνδρας Του Κόσμου ήταν απλά τόσο καλός στο να παίζει τον καραγκιόζη, και ακόμα πιο τρομερό ότι δεν είχε πρόβλημα να το κάνει – εγώ αυτό το λέω αυτοπεποίθηση.
Δεν είναι όμως απλά ότι κάνει το καρτούν. Ο Οδυσσέας του έχει μέσα λίγη κουτοπονηριά, έχει έναν κίνδυνο, έχει κάτι το ελαφρώς και απροσδιόριστα αχώνευτο, και έχει και μια αβίαστη γοητεία (όλα αυτά ακριβέστατες πτυχές του ήρωα, και μπράβο στους Coen και τον Clooney που το πέτυχαν). Όλα αυτά συνυπάρχουν μέσα από την καρτουνίστικη χροιά του, και ο Clooney τα αναδεικνύει όλα, παραμένοντας πολύ αστείος, αλλά και τέρμα ανθρώπινος την ίδια στιγμή. Πάρα μα πάρα πολύ δύσκολη ισορροπία.
Το άλλο στοιχείο είναι φυσικά η μουσική.
«Η πλοκή κατευθυνόταν όλο και περισσότερο από τη μουσική», είχε πει για την ταινία ο Joel Coen. «Έγινε ένα όλο και μεγαλύτερο στοιχείο, άρχισε να παίρνει τον έλεγχο μέχρι που η ταινία σχεδόν έγινε μιούζικαλ».
Η ταινία λειτουργεί εξαιρετικά ως μια σατιρική (και σε σημεία θλιμμένη, μάλιστα) ματιά στον αμερικάνικο ψυχισμό μέσα έντονα φολκλόρ στοιχεία που ποτέ δεν παραδίδονται στη νοσταλγία ή την ωραιοποίηση. Υπάρχει τεράστια ψυχή και αυθεντικότητα στην προσέγγιση, κι αυτό οφείλεται σε σχεδόν απόλυτο βαθμό στο σάουντρακ που επιμελήθηκε ο λατρεμένος T-Bone Burnett.
O θρυλικός μουσικός παραγωγός που ξεκίνησε ως κιθαρίστας του Bob Dylan στα ‘70s, έχει επιμεληθεί μεταξύ άλλων τα σάουντρακ του Inside Llewyn Davis, του Walk the Line και του Hunger Games, ενώ έχει κερδίσει Όσκαρ για το Crazy Heart με τον Jeff Bridges. Όμως η αναμφίβολα πιο επιδραστική στιγμή της καριέρας του ήταν το σάουντρακ του O Brother.
Είναι δύσκολο να περιγράψεις το πόσο πετυχημένο ήταν αυτό το άλμπουμ την εποχή της κυκλοφορίας του. Πήγε στο #1 του Billboard, έχει γίνει 8 φορές πλατινένιο, κέρδισε Γκράμι Καλύτερου Άλμπουμ(!). Προσοχή, όχι Καλύτερου Σάουντρακ ή Καλύτερου Κάντρι Άλμπουμ. Κέρδισε το μεγάλο βραβείο της βραδιάς, το Γκράμι Καλύτερου Άλμπουμ, αυτό που κερδίζουν πρόσφατα η Taylor Swift και η Beyonce κι ο Bad Bunny.
Η επιτυχία ήταν τέτοια που οδήγησε σε συναυλιακή περιοδεία των μουσικών που ερμηνεύουν στο άλμπουμ, το οποίο κατά τα άλλα αποτελείται από νέες εκτελέσεις παλιών κομματιών μπλούγκρας ή γκόσπελ ή μπλουζ ή μουσική από τα Απαλλάχια, τα οποία ο Burnett συνέλεξε και επανεκτέλεσε με το δικό του άγγιγμα. Χωρίς καμία υπερβολή, το σάουντρακ της ταινίας είναι ένα αντικειμενικά σημαντικότερο πολιτιστικό αντικείμενο από το ίδιο το φιλμ – στην Αμερική, είναι σαφώς περισσότερα τα σπίτια που θα βρεις αυτό, παρά την ταινία.
Ο Burnett μάλιστα δημιουργούσε το σάουντρακ και τον ήχο του φιλμ παράλληλα με την ανάπτυξη της ταινίας. Δεν ήρθε δηλαδή η μουσική συμπληρωματικά μετά, παρά εξελισσόταν ταυτόχρονα με το ίδιο το φιλμ, με σχεδόν θεατρικούς όρους, όπου η μουσική και τα τραγούδια καταλήγουν να λένε την ιστορία.
Όπως συμβαίνει με το μεγαλύτερο χιτ του άλμπουμ, το αδιανόητα catchy I am a Man of Constant Sorrow, που γίνεται τεράστια επιτυχία και μέσα στο σύμπαν της ταινίας από τους Soggy Bottom Boys.
Το κομμάτι εμφανίστηκε σε μια πρώτη μορφή πίσω στο 1913, γραμμένο από έναν εν μέρει τυφλό βιολιστή ονόματι Dick Burnett. Τότε δεν είχε καν τον τίτλο του – αυτός ήρθε σε μια ηχογράφηση του 1928 από τον Emry Arthur:
Στο πέρασμα των δεκαετιών το κομμάτι αλλοιώθηκε και επαναδιατυπώθηκε ξανά και ξανά, με στίχους και μελωδίες να αλλάζουν. Έγινε διάσημο στα ‘50s από τους Stanley Brothers, ενώ το είπε κι ο Bob Dylan στα ‘60s.
To 1960 η Joan Baez το διασκεύασε υπέροχα ως Girl of Constant Sorrow:
Οι Peter, Paul and Mary το διασκεύασαν ως, απλώς, Sorrow:
Ο T-Bone Burnett, σχεδόν 90 χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση του κομματιού, το επαναδιατύπωσε ως μαζική κινηματογραφική επιτυχία, συνδέοντάς το με τη μορφή του μεγαλύτερου χολιγουντιανού σταρ της εποχής – κι όλα αυτά, για ένα κομμάτι που γράφτηκε σχεδόν έναν αιώνα πριν, και συνέχισε στην ουσία να γράφεται, καλλιτέχνη τον καλλιτέχνη, διαμέσου του 20ου αιώνα. Μήπως κι η Οδύσσεια κάπως έτσι δεν γεννήθηκε;
Ίσως ένας λόγος που τελικά το O Brother Art Thou να λειτουργεί τόσο καλά, συνδέοντας ομηρική εποποιία και αμερικάνικη φολκ, είναι επειδή καταλαβαίνει πως τελικά η στόφα του φολκλόρ είναι ίδια, παγκόσμια, πανανθρώπινη. Όπως έλεγε ο Llewyn Davis και σε μια άλλη κοενική ταινία με επιρροές από την Οδύσσεια, «If it was never new, and it never gets old, then it’s a folk song».
Σε ένα αληθινό folk song μπορείς να διακρίνεις πάνω του, να ακούσεις στις ηχογραμμές του, τα σημάδια του χρόνου. Το ίδιο και στις λαϊκές αφηγήσεις: Δεν είναι ποτέ καινούριες, και ποτέ δεν παλιώνουν. Μοιάζουν σα να υπήρχαν εκεί από πάντα, άφθαρτες στο πέρασμα του χρόνου. Σαν το ίδιο το έργο των Coen ένα πράγμα.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.