Κωστής Γκιόκας
ΘΕΑΤΡΟ

Η άθλια ζωή του να περιμένεις συνέχεια κάτι, ίσως τον ‘Γκοντό’

Σκέψεις, συναισθήματα και μια ιστορία που γέννησε η παράσταση 'Περιμένοντας τον Γκοντό' που ανέβηκε στο Θέατρο Βράχων από τον Γιάννη Κακλέα.

Κάθε μέρα περνάς απ’ το ίδιο φανάρι, τους ίδιους δρόμους, την ίδια ώρα. Κάθε μέρα ανεβάζεις το παράθυρο όταν έρχεται ο ζητιάνος και μετράς τριψήφια άρνηση που του έχεις σερβίρει. Μια στο τόσο, σπας τη μονοτονία δίνοντας ό,τι έχει ξεμείνει στην φόδρα της τσέπης του παντελονιού σου. Έχεις πετύχει πολλές φορές, έναν (πάντα) φρεσκοξυρισμένο τύπο με καλό αυτοκίνητο που την πρώτη φορά του έδωσες προτεραιότητα και από τότε σου χαμογελάει πάντα ευγενικά. Είναι ο ίδιος άνθρωπος που σε λίγη ώρα στη δουλειά του, κάποιο εξιλαστήριο θύμα θα βρει να μαστιγώσει με λέξεις για να ικανοποιήσει το “εγώ” του. Κι εσύ περνάς, ξαναπερνάς και φτάνει μια μέρα που δεν θυμάσαι τι διαφορετικό έκανες χθες, τι μέρα είναι και πόσο δύσκολα περνάει ο ζητιάνος που τις πρώτες φορές του μίλαγες και στεναχωριόσουν από συμπόνοια αλλά όχι πια. Βαρέθηκες. Βαρέθηκες κι εσύ κάτι να περιμένεις. Κάποιον, κάτι, κάπου πάντα περιμένεις.

Την Τρίτη βρέθηκα στην avant premiere του ‘Περιμένοντας τον Γκοντό’ και όλες αυτές οι σκέψεις, λέξεις, προτάσεις, γραμμές γεννήθηκαν λίγο μετά το τέλος της παράστασης, σε μια κύηση που κρατά χρόνια στο νου μου, αλλά θέλει απλά μια γερή σπρωξια και σωστές ανάσες. Η τραγική ειρωνία ήταν πως στο Θέατρο Βράχων, από ανάσες στερέψαμε συχνά πυκνά, με τις καθηλωτικές ερμηνείες των ηθοποιών και το μελαγχολικό ερώτημα της ανθρώπινης ύπαρξης που μένει αναπάντητο σ’ ένα κλασικό και σπουδαίο έργο του Μπέκετ. Δύο άστεγοι, δύο άνθρωποι του δρόμου, ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν μοιράζονται σκέψεις, στοχασμούς, φοβίες, απανθρωπιά, αγκαλιές και χαμόγελα, σ’ ένα μέρος σκοτεινό με μοναδική ελπίδα ένα δέντρο χωρίς φύλλα και τον Γκοντό που όταν έρθει κάτι θα αλλάξει, κάτι θα φέρει.

Αντ’ αυτού ο αφέντης Πότζο σαν τον κύριο στο φανάρι που προανέφερα, πάντα ευγενικός με τους αγνώστους, αλλά βάναυσος και αδυσώπητος με τον δούλο του με τον οποίο τους ενώνει ένα σχοινί και πολλές πράξεις βίας και εξευτελισμού. Οι δυο τους θα βρεθούν στο δρόμο του Βλαδίμηρου και του Εστραγκόν και θα τους δώσουν νέες πρωτόγνορες εικόνες και στιγμές φευγιού απ’ την καθημερινή τους πλήξη/δράμα, έστω κι αν στα μάτια τους μπροστά διαδραματίζεται η απόλυτη ταπείνωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Άλλοτε περίεργοι και άλλοτε βαθιά συμπονετικοί, ποτέ τους όμως παρεμβατικοί οι δύο τους απλά παρακολουθούν ένα show με πρωταγωνιστή τον αφέντη και κομπάρσο τον έτσι κι αλλιώς κομπάρσο της ζωής, Λάκι.

Περιμένοντας τον Γκοντό

Σπύρος Παπαδόπουλος (Εστραγκόν) και Θανάσης Παπαγεωργίου (Βλαδίμηρος) δένουν τόσο αρμονικά, αδειάζοντας στη σκηνή μια γλυκόπικρη κανάτα συναισθημάτων που εναλλάσσονται, κάνοντας αντίθεση με την μονότονη ζωή που αντανακλά κάτω από ‘κείνο το δέντρο. Οι δύο τους τόσο ξεχωριστοί και τόσο ταιριαστοί, τόσο σαν ρόλοι, όσο και σαν ερμηνείες, που μοιάζουν σαν αχώριστοι συνοδοιπόροι που ψάχνουν το δρόμο τους και όλη τους η ουσία κρύβεται σε μια αληθινή και γλυκιά αγκαλιά, που ζέστανε το θέατρο Βράχων.

Παράλληλα, ο Άρης Σερβετάλης, ως Πότζο, μπαίνει σαν πυροτέχνημα και δίνει μια λάμψη αστείρευτου εγωκεντρισμού μοιράζοντας απόλυτο παραλογισμό και φτύνοντας παράλληλα ξετσίπωτες φράσεις αυταρχισμού μπροστά στον αμίλητο και σχεδόν καμπούρη δούλο του. Μια μεθυστική ερμηνεία που σχεδόν σε ζαλίζει απ’ το πέρα δώθε ανάμεσα την αυστηρότητα και την ανασφάλεια του πρωταγωνιστή και αποτυπώνει χωρίς ψεγάδι και σαν να είναι αλήθεια κάτι στην ουσία παρανοϊκό. Κανείς δεν θα μπορούσε να ξεχάσει τον Ορφέα Αυγουστίδη, που μέσα απ’ το ανέκφραστο πρόσωπό του και σκυμμένο απ’ τις κακουχίες σώμα του, βγάζει όλη την πίκρα των κατατρεγμένων και των αδικημένων τούτης της γης. Ο μονόλογος του, ένα έρμαιο δυσάρεστων λέξεων, με μια ταχύτητα στα όρια του αφύσικου, που μαρτυρά την ανάγκη του ανθρώπου να μιλήσει και να πει όσα πολλά θέλει, χωρίς όρια, χωρίς ροή, χωρίς νόημα και σκοπό. Ένας συγκλονιστικός μονόλογος που φωτίζει τη σκηνή, με μαύρες φράσεις. Μια ακόμη εξαιρετική δουλειά απ’ τον Γιάννη Κακλέα, που δεν φοβάται να μπει στα βαθιά και αντί να πνιγεί, να βρει εν τέλει ένα θησαυρό ερμηνειών.

Το μόνο που έχουμε να κάνουμε εμείς, είναι απλά να περιμένουμε, όχι τον Γκοντό, αλλά την επόμενη φορά που θα συναντήσουμε αυτό το θίασο.