Tanweer Productions
REVIEWS

Η Τελευταία Κλήση πετυχαίνει κάτι σπάνιο στο ελληνικό σινεμά

Χωρίς εντυπωσιοθηρικά τεχνάσματα, η Τελευταία Κλήση ψυχαγωγεί έχοντας να πει και κάτι παραπάνω για την ελληνική κοινωνία.

Η Τελευταία Κλήση του Σερίφ Φράνσις, εμπνευσμένη από τη διαβόητη υπόθεση Ματέι του 1998, έρχεται να κινηθεί σε ένα κινηματογραφικό πεδίο που στην Ελλάδα παραμένει δύσβατο – το mainstream θρίλερ που ταυτόχρονα θέλει να ψυχαγωγήσει, αλλά και να πει κάτι ουσιαστικό για την ελληνική κοινωνία.

Η Τελευταία Κλήση δεν αποτελεί άμεση αναπαράσταση των γεγονότων, αλλά μία μυθοπλαστική εκδοχή που αλλάζει ονόματα, λεπτομέρειες και αναμειγνύει στη συνταγή και μία διαφορετική αληθινή υπόθεση κλοπής όπλων. Στην ουσία όμως παραμένει κοντά στον πυρήνα εκείνης της νύχτας που κράτησε μία ολόκληρη χώρα καθηλωμένη μπροστά στις τηλεοράσεις της.

Ένας απελπισμένος, οπλισμένος με χειροβομβίδα άνδρας, ο Ράντου όπως ονομάζεται εδώ, εισβάλλει σε ένα διαμέρισμα και κρατά ομήρους μία οικογένεια, επικοινωνώντας με έναν νεαρό δημοσιογράφο για να διαπραγματευτεί τα αιτήματα και τη μοίρα του. Από αυτό το σημείο, η αφήγηση ξεδιπλώνεται σε τρεις βασικούς άξονες – τον κακοποιό και τους ομήρους, την αστυνομία και τα media.

Ο Φράνσις χειρίζεται με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα τον κλειστοφοβικό πυρήνα της ιστορίας. Το διαμέρισμα μετατρέπεται σε έναν ασφυκτικό χώρο έντασης, όπου οι χαρακτήρες δεν καταφεύγουν ούτε σε μελοδραματισμούς ούτε σε υπερβολές. Οι ερμηνείες εδώ είναι από τις πιο δυνατές αρετές της ταινίας: η Ρένια Λουιζίδου ξεχωρίζει με τη συγκινητική της παρουσία, ενώ ο Ορφέας Αυγουστίδης δίνει στον Ράντου μια τρισδιάστατη υπόσταση, ισορροπώντας ανάμεσα στην απειλή και την ευαλωτότητα. Μοιάζει ταυτόχρονα θύτης και θύμα.

Τελευταία Κλήση

Στον αντίποδα, η αστυνομική πλευρά της ιστορίας είναι ένα ευθύ σχόλιο πάνω στη θεσμική ανεπάρκεια. Ο χαρακτήρας του Δημήτρη Λάλου λειτουργεί ως ηθική πυξίδα μέσα σε ένα σύστημα γεμάτο ανικανότητα, ρατσισμό και διαφθορά. Η ταινία δεν φοβάται να υπονοήσει πως το πρόβλημα δεν είναι μεμονωμένα πρόσωπα αλλά μια συνολικότερη σαπίλα.

Παράλληλα, η σεναριακή επιλογή της Κατερίνας Μπέη (Φόνισσα, Υπάρχω) να ενισχυθεί το στοιχείο της συνωμοσίας, φτάνοντας μέχρι τα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας, προσθέτει ένταση αλλά φλερτάρει στιγμιαία με μία πιο αμερικανική υπερβολή που απομακρύνει από τον κατά τα άλλα ρεαλιστικό τόνο.

Το μέρος των media είναι πεδίο έντασης και κυνισμού, με κάποιες πιο απλοϊκές ή διστακτικές απόπειρες κριτικής. Έτσι, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες διαστάσεις της ιστορίας, η ενημέρωση ως σόου μένει κάπως ανεκμετάλλευτη, μην ακυρώνοντας όμως την εξαιρετική δουλειά του καστ, ιδίως της Μαρίας Ναυπλιώτου στον ρόλο της αρχισυντάκτριας ειδήσεων.

Τελευταία Κλήση

Σε επίπεδο σκηνοθεσίας, ο Φράνσις αποδεικνύεται απόλυτα συγκροτημένος, αποφεύγοντας εντυπωσιοθηρικά τεχνάσματα και επενδύοντας σε μία μετρημένη, νευρώδη αφήγηση. Η χρήση των χώρων είναι υποδειγματική: το διαμέρισμα, το τηλεοπτικό στούντιο και ο εξωτερικός χώρος αποκτούν διακριτή ταυτότητα, ενισχύοντας την αίσθηση εγκλωβισμού και κλιμακούμενης φόρτισης. Η φωτογραφία και το μοντάζ υποστηρίζουν αυτή τη λογική, ισορροπώντας ανάμεσα στην αγωνία και σε πιο εσωτερικές, ανθρώπινες στιγμές.

Το ερώτημα που προκύπτει τελικά είναι τι ζητά κανείς από την Τελευταία Κλήση. Αν περιμένει μια εις βάθος, πολυεπίπεδη πολιτικοκοινωνική ανάλυση της υπόθεσης Ματέι και όσων αυτή συμβολίζει—τον ρατσισμό, τη θεσμική αποτυχία, τη δύναμη των media—θα απογοητευτεί. Η επιλογή να μετατραπεί η πραγματική ιστορία σε ένα πιο καθαρό θρίλερ και η μη υιοθεσία οπτικής αφαιρούν μέρος από την αιχμή και την πολυπλοκότητά της.

Τελευταία Κλήση

Δεν μπορεί να μιλήσει ουσιωδώς για το πώς ένας μετανάστης μπορεί να οδηγηθεί στην εγκληματικότητα στην Ελλάδα, γιατί μαθαίνουμε μεν για το δύσκολο background του δράστη, αλλά για λίγο. Δεν μπορεί να εμβαθύνει στην ανεπάρκεια της ελληνικής αστυνομίας και στις ρίζες του προβλήματος, παρότι έχει ξεκάθαρα αυτή τη διάθεση, γιατί μένει εκεί από λίγο κάθε φορά. Δεν μπορεί να αντιμετωπίσει στιβαρά τη διαφθορά των θεσμών, γιατί καταπιάνεται με αυτό μονάχα λίγο. Όλα από λίγο.

Αν όμως προσεγγίσει κανείς την Τελευταία Κλήση ως μια σφιχτοδεμένη κινηματογραφική εμπειρία, τότε η ταινία στέκεται με αυτοπεποίθηση. Είναι ένα καλοδουλεμένο, ατμοσφαιρικό θρίλερ που αξιοποιεί ένα εξαιρετικό καστ και αποδεικνύει πως το ελληνικό σινεμά μπορεί να κινηθεί αποτελεσματικά και σε πιο εμπορικά είδη, χωρίς να χάνει τη φιλοδοξία του για κάτι παραπάνω.

Βαθμολογία: 68/100

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.