24Media Creative Team
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Με το ‘Casino Royale’, ο Bond αναγεννήθηκε από τις στάχτες του

Κινηματογραφικές ιστορίες σε συνέχειες. Σήμερα, ξεκινάμε τη σειρά των ταινιών James Bond με τον Daniel Craig στο ρόλο του εμβληματικού ήρωα.

Στο “Συνεχίζεται” θα ακολουθούμε κινηματογραφικές ιστορίες σε συνέχειες, μέσα από τις πιο διάσημες σειρές ταινιών του σινεμά, καθώς ήρωες και ιδέες αλλάζουν χέρια μέσα από το πέρασμα χρόνων ή και δεκαετιών.

Στα Τζέιμς Μποντ του Ντάνιελ Κρεγκ, ένα franchise μισού αιώνα μεταμορφώνεται σε κάτι μοντέρνο, μέσα από μια αλλοπρόσαλλη σειρά ταινιών όπου το κάθε φιλμ αποτελεί ακραία αντίδραση σε αυτό που προηγήθηκε, αλλά όλα είναι διασκεδαστικά με τον -διαφορετικό- τρόπο τους. Σήμερα θυμόμαστε το μοντέρνο κλασικό φιλμ ‘Casino Royale’ του Μάρτιν Κάμπελ από το 2006.

***

Τα δικαιώματα για το ‘Casino Royale’ άλλαξαν χέρια το 1999 αλλά η ταινία δεν γεννήθηκε τότε. Έπρεπε πρώτα να πεθάνει ο παλιός Μποντ. Το 2002 στο ‘Die Another Day’ ο 007 οδηγούσε ένα αόρατο αυτοκίνητο σε ένα κάστρο από πάγο και το 2004 ο Τζέισον Μπορν οδηγούσε ένα αυτοκίνητο σα να ήταν όπλο, στο άκρως επιδραστικό ‘Bourne Supremacy’ του Πολ Γκρίνγκρας.

Ο Μποντ είχε πεθάνει. Ο Μποντ ήταν έτοιμος να αναγεννηθεί.

***

«Do I look like I give a fuck?»

«Πρώτα απ’όλα, στο πρώτο δεν υπάρχουν γκάτζετς. Πώς σου φαίνεται αυτό;»

Ο Μάρτιν Κάμπελ έχει μόλις αναλάβει να σκηνοθετήσει το νέο Μποντ. Οι 4 ταινίες της εποχής Πιρς Μπρόσναν έχουν όλες γυριστεί από 4 διαφορετικούς σκηνοθέτες, η πρώτη εκ των οποίων (το ‘GoldenEye’) ήταν πάλι δικιά του. Έχοντας λοιπόν αλλάξει σκηνοθέτη για κάθε νέα ταινία την τελευταία δεκαετία, οι παραγωγοί Μπάρμπαρα Μπρόκολι και Μάικλ Τζ. Γουίλσον επέστρεψαν στην στιβαρή, γνώριμη καθοδήγηση του τίμιου γυρατζή. Ο Μάρτιν Κάμπελ δεν θα γινόταν ποτέ Κουέντιν Ταραντίνο, αλλά ήξερε πώς να γυρίσει μια καλή franchise περιπέτεια.

Η προσέγγιση κουβαλούσε ήδη αρκετό ρίσκο. Ο Τζέιμς Μποντ θα ήταν νέος, με κάθε έννοια. Νέο πρόσωπο, ο ακόμα αδοκίμαστος Ντάνιελ Κρεγκ, αλλά και νέος σαν ήρωας, με τη σειρά να προχωρά σε ένα χαλαρό μηδενισμό πιάνοντας την ιστορία από την αρχή. Η Μπρόκολι κι ο Γουίλσον ένιωθαν πως η σειρά είχε φτάσει ένα κάποιο επίπεδο φαντασιακής σαχλαμάρας το οποίο δεν είναι κάτι απαραιτήτως κακό φυσικά, αλλά ήταν σίγουρα μια αισθητική αταίριαστη με την εποχή.

Στα μέσα των ‘00s, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι υπερήρωες έμοιαζαν με τον Μπάτμαν του Νόλαν κι οι κατάσκοποι έμοιαζαν με τον Μπορν του Γκρίνγκρας. Ένας αρχετυπικός κινηματογραφικός ήρωας σαν τον Μποντ δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να κάνει διαστημικά κασκαντεριλίκια με εξωφρενικά γκάτζετς και δροσερά κλεισίματα του ματιού.

Σε μια από τις διασημότερες σκηνές της ταινίας, ο Μποντ τελείως μπαϊλντισμένος, ζητά ένα ποτό από τον μπάρμαν του καζίνο όπου παίζεται ένα παιχνίδι τεράστιων συμφερόντων. Ζητά μια βότκα μαρτίνι. Ο μπάρμαν ρωτά, κουνημένο ή ανακατεμένο. Ο Μποντ κοιτά και με ύφος «έλα τώρα ρε αγοράκι μου» αποκρίνεται, Μοιάζω να δίνω μία; Η αστεία στιγμή θεωρείται καθοριστική ως προς την πρόθεση του φιλμ, που επιστρέφει τον ήρωα στο ξεκίνημα της καριέρας του αλλά με δραματουργικά γκριζαρισμένους όρους ενός φιλμ που παίρνει πιο σοβαρά τον εαυτό του.

Μιλώντας πρόσφατα στο Empire, o Κρεγκ εξήγησε πως αυτή η ατάκα ήταν ένας από τους μεγαλύτερους λόγους που αποφάσισε να κάνει την ταινία. «Η απάντησή μου ήταν γραμμένη στο σενάριο ως, “Do I look like I give a fuck?”. Και αυτό ήταν. Αυτός είναι ο λόγος που το έκανα», θυμάται. «Επειδή αυτό που δε μπορούσα να κάνω, και που αρνούμουν να κάνω, είναι να επαναλάβω όσα είχαν προηγηθεί. Ποιο θα ήταν το γαμημένο νόημα. Οπότε θα προτιμούσα να είχα κάνει μόνο ένα και τέλος. Ορίστε. Προσπάθησα το καλύτερο που μπορούσα».

Είχε λόγο να είναι αγχωμένος τότε. Ο Μποντ μπορεί να έμοιαζε απαρχαιωμένος στη σκιά του Μπορν εκείνη τη στιγμή, αλλά η περίοδος του Μπρόσναν παρέμενε εξαιρετικά δημοφιλής και πετυχημένη, τη στιγμή που ο ίδιος ο Κρεγκ ούτε τρομερές περγαμηνές είχε, ούτε έμοιαζε με τον στιβαρό, επιβλητικό ήρωα των βιβλίων του Ίαν Φλέμινγκ. Καμπάνιες ζητούσαν την απομακρυνσή του, οι φανς ήταν διχασμένοι. «Έλεγαν πως είναι ξανθός, πως δεν μπορεί να παίξει, πως δε μπορεί να οδηγήσει. Αλλά τι να κάνεις;», θυμάται η Εύα Γκριν, η σημαδιακή Bond girl της ταινίας. «Ανησυχούσε. Ήθελε να είναι πολύ καλός».

Ο Κρεγκ είχε δώσει τα διαπιστευτήριά του στο γκανγκστερικό καλτ φιλμ “Layer Cake” και στη συνέχεια της καριέρας του θα αποδείκνυε πως όχι μόνο μπορεί να παίξει, αλλά του αρέσει να κάνει συνεχώς διαφορετικά και ενδιαφέροντα πράγματα (εξ ου και έχει εμφανέστατα βαρεθεί να παίζει τον Μποντ, αλλά σε αυτό θα φτάσουμε στην πορεία). Πριν καν γυριστεί η ταινία, ο Μάρτιν Κάμπελ με περηφάνια πάντως διατυμπάνιζε πως είχε άμεση εμπλοκή στην επιλογή του Κρεγκ για τον ρόλο και η ιστορία θα δικαίωνε κάθε εμπλεκόμενο.

Ο Κρεγκ παίζει τον Μποντ εξίσου άγουρο όσο και τραχύ. Από κάθε συμφραζόμενο τόσο της εποχής όσο -ιδίως- μετέπειτα, διαβάζοντας ανάμεσα στις γραμμές καταλαβαίνεις πως ο Κρεγκ στην πραγματικότητα δεν συμπαθεί τον ήρωά του, κι αυτό βγάζει κάτι ερμηνευτικά θαυματουργό, τουλάχιστον στα δύο πρώτα φιλμ του στη σειρά. Δεν τον παίζει ποτέ ως ντε φάκτο ήρωα.

Είναι ωμός και είναι επιθετικός, αλλά στα μάτια του υπάρχει πάντα τεράστιο περιθώριο συναισθηματικής αβεβαιότητας. Η μεγαλύτερη νίκη του Κρεγκ-ως-Μποντ δεν είναι πως παίζει τον ήρωα ως «άγριο εργαλείο», όπως τον χαρακτηρίζει κάποια στιγμή η Μ της Τζούντι Ντεντς (αν και αυτό σίγουρα βοήθησε) αλλά ότι επιτρέπει στον χαρακτήρα του κάτι το βαθιά ανθρώπινο στον τρόπο που πληγώνεται, που ηττάται, που ερωτεύεται. Μπορεί να μοιάζει ατρόμητος, αλλά δε μοιάζει ποτέ ανίκητος.

***

«Είναι το τελευταίο βιβλίο. Όλα τα άλλα έχουν γίνει.»

Το στοίχημα ήταν μεγάλο κι όχι μόνο επειδή η ταινία θα σήμανε το ξεκίνημα μιας νέας εποχής για τον Μποντ, αλλά γιατί υπό μία έννοια αποτελούσε το μεγάλο απωθημένο της όλης κινηματογραφικής κληρονομιάς του ήρωα.

Το ‘Casino Royale’, το πρώτο βιβλίο του Φλέμινγκ με τον Μποντ, έχει διασκευαστεί στην πραγματικότητα όχι μία, όχι δύο, αλλά τρεις φορές. Η πρώτη ήρθε πολλά χρόνια πριν καν σχηματιστεί η εταιρεία παραγωγής Eon των Άλμπερτ Μπρόκολι και Χάρι Σάλτζμαν, που μέχρι σήμερα αποτελεί τον επίσημο Μποντ κανόνα. Για τις ανάγκες τις σειράς ανθολογίας ‘Climax!’, το CBS πλήρωσε το 1954 τον Ίαν Φλέμινγκ 1,000 δολάρια για να διασκευάσει το βιβλίο (που είχε κυκλοφορήσει μόλις ένα χρόνο πριν) ως ένα ωραίο επεισόδιο.

Χαμένο για δεκαετίες μέχρι να ανασυρθεί στα ‘80s από τον ιστορικό Τζιμ Σόνμπεργκερ, το επεισόδιο μετατρέπει τον “Τζίμι” Μποντ σε Αμερικάνο κάνοντας Βρετανό τον “Κλάρενς” Λάιτερ, με τον ηθοποιό Μπάρι Νέλσον εντελώς μονοκόμματο στον ρόλο απέναντι σε έναν έξοχο Πίτερ Λόρι ως Λε Σιφρ. Ο βασικός σκελετός της πλοκής είναι πάντως εκεί: Ο Μποντ πρέπει να καταφέρει να οδηγήσει τον Λε Σιφρ σε πτώχευση μέσα από μια παρτίδα στα χαρτιά, ώστε οι Σοβιετικοί χειριστές του να μην έχουν επιλογή από τον “αποσύρουν”.

Το κορίτσι εδώ μετονομάζεται σε Βάλερι Μάθις (στην ταινία ο Ρενέ Μάθις του Τζιανκάρλο Τζανίνι είναι η επαφή του Μποντ) και είναι πρώην εραστής του Μποντ και νυν κοπέλα του εχθρού του. Στην πρώτη πράξη το επεισόδιο εξηγεί αναλυτικά του κανόνες του μπακαράτ για τους θεατές που μπορεί να μην γνωρίζουν (στην ταινία του 2006 το παιχνίδι είναι πόκερ και ο Τζανίνι σχεδόν σαν σχολιαστής, εξηγεί κάθε δραματική στροφή στην Εύα Γκριν, δηλαδή σε εμάς), ενώ στην τρίτη πράξη οι δύο εχθροί έρχονται κατά μέτωπο αντιμέτωποι σε μια βίαιη επίλυση της πλοκής, στοιχείο που χαρακτηρίζει το βιβλίο και διατηρήθηκε σχετικά ακέραιο στην ταινία.

To 1955 o Φλέμινγκ πούλησε τα δικαιώματα για την κινηματογραφική μεταφορά του ‘Casino Royale’ αλλά στο μεταξύ συνέχισε να δουλεύει πάνω στον χαρακτήρα κυκλοφορώντας ένα βιβλίο ανά σεζόν. Το ‘58 το CBS τον προσέλαβε να γράψει σενάρια για μια προτεινόμενη σειρά βασισμένη στον Μποντ κι όταν το εγχείρημα έπεσε στο κενό, ο Φλέμινγκ πήρε κάποιες από αυτές τις ιδέες και τις μετέτρεψε σε σύντομες ιστορίες για μια ανθολογία που κυκλοφόρησε το 1960. Το ‘59 άρχισε να δουλεύει ένα σενάριο με την προοπτική μιας ορίτζιναλ κινηματογραφικής περιπέτειας- όταν η ταινία δεν προχώρησε, ο Φλέμινγκ πήρε το αχρησιμοποίητο σενάριο και το έκανε κι αυτό βιβλίο, το ‘Thunderball’ του ‘61. (Αυτό εξηγεί και γιατί έχουν υπάρξει δύο κινηματογραφικές μεταφορές, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.)

Τελικά, τον Ιούνιο του ‘61 ο Φλέμινγκ καταφέρνει να πουλήσει στον Χάρι Σάλτζμαν τα δικαιώματα κινηματογραφικών μεταφορών για όλα τα δημοσιευμένα και μελλοντικά βιβλία με ήρωα τον Τζέιμς Μποντ. Εκτός φυσικά από ένα, το πρώτο. Το ‘Casino Royale’, που ήταν ήδη πουλημένο.

Όσο η Eon των Μπρόκολι και Σάλτζμαν παρήγαγε τη μία πετυχημένη μεταφορά μετά την άλλη, οι κάτοχοι των δικαιωμάτων του ‘Casino Royale’ δεν ήξεραν τι να κάνουν με τα δικαιώματα. Σε κάποιο στάδιο υπήρχε το ενδεχόμενο την ταινία να γυρίσει ο Χάουαρντ Χοκς με πρωταγωνιστή τον Κάρι Γκραντ, αργότερα ο παραγωγός Τσαρλς Φέλντμαν (στον οποίον είχαν φτάσει τα δικαιώματα αφού τα αγόρασε από τη χήρα του προηγούμενου αγοραστή!) προσπάθησε να συνεργαστεί με τον Μπρόκολι χωρίς επιτυχία, και τελικά μη ξέροντας τι να κάνει, αποφάσισε πως η μόνη λύση είναι η κωμωδία. Έτσι το 1967 το ‘Casino Royale’ γυρίστηκε ως spoof, με πολλαπλούς ηθοποιούς στο ρόλο και ένα ασύνδετο φιλμ γυρισμένο από μισή ντουζίνα σκηνοθέτες.

Η Eon συνέχισε να παράγει τα φιλμ το ένα μετά το άλλο για δεκαετίες, χωρίς ιδιαίτερη έγνοια μυθολογίας ή σειράς των βιβλίων. Το ‘99 η MGM (που ήταν ο διανομέας των ταινιών εκείνη τη στιγμή) απέκτησε τελικά τα πολύπαθα δικαιώματα του ‘Casino Royale’ ύστερα από κάτι δικαστικά τραβήγματα με τη Sony, η οποία στο μεταξύ προσπαθούσε να ξεκινήσει δικό της παράλληλο Μποντ franchise. (Κάτι για το οποίο φταίει πάλι το ‘Thunderball’, αλλά είπαμε, αυτό είναι άλλη ιστορία.) Έχοντας πια στα χέρια τους τα δικαιώματα του πρώτου και μοναδικού βιβλίου που δεν είχαν διασκευάσει, οι παραγωγοί του Μποντ είχαν πλέον μπροστά τους μια ευκαιρία και μια πρόκληση. Να φέρουν τον 007 στο σήμερα, πηγαίνοντας πίσω στο ξεκίνημα.

Όταν ο Πιρς Μπρόσναν τελικά εγκατέλειψε τον ρόλο, οι παραγωγοί αποφάσισαν πως η φύση της ιστορίας του ‘Casino Royale’ ως η πρώτη περιπέτεια του Μποντ, οδηγούσε με φυσικό τρόπο στο γενικό reset. Η επόμενη ταινία Μποντ, θα μας παρουσίαζε το origin του ήρωα. Θα ήταν η πρώτη του περιπέτεια, αλλά υπό μία έννοια, ήταν πια και η τελευταία. Όπως είπε κι ο Μάρτιν Κάμπελ, «σε ποιο σημείο θα αρχίσουμε να κάνουμε ριμέικ του ‘Dr. No’; Ποιος ξέρει; Όχι, αυτό είναι το τελευταίο βιβλίο που θα γυρίσουν. Επειδή, όλα τα άλλα έχουν γίνει».

Καμία πίεση!

***

«I’m the money»

H Εύα Γκριν αργεί να κάνει την εμφάνισή της αλλά όταν αυτό συμβαίνει κάπου στη μία ώρα ταινίας, το φιλμ αποκτά το κέντρο βάρους του. «Είμαι τα χρήματα» του λέει κοιτώντας με αυτό το μόνιμα μυστηριώδες βλέμμα ερωτισμού και περιέργειας που βρίσκεται στο πρόσωπό της. Είναι ο χαρακτήρας που είχε ανάγκη η ταινία, είναι η γυναίκα που είχε ανάγκη ο Μποντ.

Η ταινία έχει ξεκινήσει παραθέτοντας μπόλικο προσεκτικό, υπομονετικό και στιβαρό στήσιμο και δραματουργικές προετοιμασίες. Με ένα άνοιγμα σε ασπρόμαυρο που δείχνει τα πρώτα kills του Μποντ, μια σκηνή την οποία ο Κρεγκ έχει πει πως παρακολούθησε με κοινό που γέλαγε και έτρεμε πως η ταινία θα του φαινόταν χάλια. Όμως η δράση γρήγορα παρασύρει το θεατή, χτισμένη με έναν σαφή, ευθύ τρόπο που παίρνει σοβαρά τον εαυτό της, ξέρει τι θέλει να είναι και πώς και γιατί. Η πρώτη πράξη του ‘Casino Royale’ δεν είναι καλή επειδή είναι σοβαρή και χωρίς αστεία, είναι επειδή ξέρει για ποιο λόγο είναι έτσι.

Έπειτα γνωρίζουμε τον Λε Σιφρ του φανταστικού Μαντς Μίκελσεν, έναν villain επιβλητικό, ευγενικό, και με ένα τόσο arch αλλά και τόσο εικονογραφικά συναισθηματικό χαρακτηριστικό, να δακρύζει αίμα από το αριστερό του μάτι. Ο Μαντς Μίκελσεν, με τα εξευγενισμένα αλλά τετράγωνο χαρακτηριστικά του προσώπου του μοιάζει, όπως έγραψε ο Ντέιβιντ Έντελστιν στο New York Magazine, με κάποιο νέο είδος praying mantis. «Σου παγώνει το αίμα». Την ίδια χρονιά ο Μίκελσεν παίζει στο ‘After the Wedding’ που προτείνεται για το Ξενόγλωσσο Όσκαρ και από εκείνη τη στιγμή το Χόλιγουντ δε θα τον ξεχνούσε ποτέ ξανά.

Θεμελιώνεται ακόμα και μια πιο επιθετική δυναμική ανάμεσα στην Μ της Τζούντι Ντεντς και στον Μποντ, μια σκληρή σχέση γεμάτη αυστηρότητα και μια κρυμμένη τρυφεράδα. Ο Μποντ είναι ακόμα τραχύς, η Μ είναι εκείνη που παίρνει τα ρίσκα της για εκείνον. Από όλο το καστ των ταινιών του Μπρόσναν η Ντεντς είναι η μόνη που επιστρέφει, κάτι που αφηγηματικά βέβαια είναι παράλογο καθώς το ‘Casino Royale’ διαδραματίζεται πριν από όλες τις προηγούμενες ταινίες, αλλά από την άλλη είναι και λογικό επειδή όλα αυτά είναι ψεύτικα, αυτοί δεν είναι άνθρωποι αλλά είναι μύθοι, είναι paper people όπως λέει κι ο Γκραντ Μόρισον.

Μιλάγαμε παραπάνω για το εγγενές ρίσκο του να πατήσεις reset σε μια σειρά ταινιών που ήταν κατασκευασμένη ώστε ποτέ να μη χρειάζεται reset, και στο να φέρεις νέο ύφος και έναν νέο πρωταγωνιστή ριζικά διαφορετικό από αυτό που είχε (επιτυχημένα) προηγηθεί. Η επιστροφή της Ντεντς ήταν σπουδαία κίνηση, γιατί η Μ της είχε αποδειχθεί τρομερά δημοφιλής, γιατί η παρουσία της έδινε πάντα μια άγκυρα ενός γνώριμου στοιχείου στον κόσμο, και γιατί τελικά είναι πολύ απλό, όταν έχεις μια τόσο σπουδαία ηθοποιό στο φαν franchise σου, κάνεις ό,τι μπορείς για να συνεχίσεις να την έχεις. Στην πράξη, η Μ της εποχής Κρεγκ μοιάζει, γράφεται και παίζεται σαν μια τελικά διαφορετική εκδοχή της Μ της εποχής Μπρόσναν.

Όλα αυτά τα στοιχεία στηρίζουν μια καλή ταινία, όμως είναι λίγο πριν τα μισά που το φιλμ απογειώνεται. Στην καλύτερη σκηνή δράσης της ταινίας, ο Μποντ κάθεται απέναντι από τη Βέσπερ Λιντ σε δύο αντικρυστές θέσεις τρένου, και οι δυο τους απλά μιλάνε, ακίνητοι. Εκείνη τον κοιτάζει και τον αναλύει, εκείνος αντικρούει μέχρι που δεν κάνει πια κάν προσπάθεια να αντικρούσει, έχει ηττηθεί με το καλημέρα. Η Βέσπερ Λιντ θα μπορούσε να είναι ένα απλό Bond girl σε μια σειρά απλοϊκών τέτοιων ρόλων διαμέσου της ιστορίας της σειράς, ή θα μπορούσε να είναι ένα απλό plot point (είναι “τα λεφτά”, εξάλλου), ή θα μπορούσε να είναι απλώς ο χαρακτήρας εκείνος που υπάρχει απλά για να εξηγούν άλλοι χαρακτήρες την πλοκή (όπως συμβαίνει στη διάρκεια της κρίσιμης παρτίδας πόκερ), ή θα μπορούσε να είναι femme fatale ως αρχετυπική αναφορά και τίποτα παραπάνω.

Η Βέσπερ της Εύα Γκριν είναι κάτι πολύ περισσότερο από όλα αυτά. Μέσα από τη σχεδόν μεθυστικά μυστηριώδη ενέργεια που αναπτύσσει με τον Μποντ, πραγματοποιείται κάποιου είδους αντιστροφή ρόλων. Στις ταινίες Μποντ ο 007 είναι ο χαρακτήρας που γεμάτος σιγουριά παίζει τους γύρω του με ό,τι τρόπο θέλει προς το συμφέρον του, με τις πιο αβέβαιες γυναίκες γύρω του να είναι έτοιμες να του δώσουν ό,τι θέλει, όπως το θέλει.

Από τη στιγμή της πρώτης τους γνωριμίας, η Βέσπερ ταιριάζει περισσότερο σε αυτή την ιδέα, αφήνοντας τον ίδιο τον Μποντ σε ρόλο Bond girl εντός της δυναμικής της σχέσης τους. (Κι όχι μόνο επειδή σε αυτή την ταινία είναι ο Μποντ που αναδύεται από τη θάλασσα σαν άλλη Ούρσουλα Άντρες.) Στην πορεία της επόμενης ώρας αυτά τα προκαθορισμένα όρια πρακτικά καταλύονται, καθώς και ο Μποντ και η Βέσπερ πληγώνονται, παθιάζονται, ξεγελιούνται, εκστασιάζονται, φέρνοντας του δύο με εντυπωσιακή ταχύτητα σε μια ίσων όρων σχέση που εντελώς πειστικά εξελίσσεται σε πόθο.

Η Γκριν είχε σοκάρει τον σινεφλικό κόσμο ως Ιζαμπέλ στους υπέροχους “Ονειροπόλους” του Μπερτολούτσι και μετέπειτα σόκαρε και τον Μάρτιν Κάμπελ όταν είδε την ερμηνεία της στο director’s cut του “Kingdom of Heaven” του Ρίντλεϊ Σκοτ. Είχε ήδη νωρίτερα απορίψει το ρόλο στο ‘Casino Royale’ επειδή δεν την ενδιέφερε καθόλου να γίνει Bond girl, κι αργότερα ο σκηνοθέτης παραδέχτηκε πως ήταν μια δύσκολη περίπτωση γιατί το σενάριο άργησε να οριστικοποιηθεί, με τον Πολ Χάγκις εν μέσω οσκαρικής δόξας για τα “Crash” και “Million Dollar Baby” να έρχεται και να γράφει την τρομερά δραματική κορύφωση του φιλμ.

Στο αρχικό προσχέδιο η Βέσπερ ομολογούσε την προδοσία και αυτοκτονούσε, στέλνοντας τον Μποντ να κυνηγήσει τους εχθρούς του. «Δεν ξέρω γιατί», θυμάται ο Χάγκις, «αλλά σκέφτηκα πως η Βέσπερ έπρεπε να βρίσκεται στο σπίτι που βυθιζόταν και ο Μποντ πρέπει να θέλει να την σκοτώσει και μετά να προσπαθεί να την σώσει». Ο Χάγκις έχει συχνά κάτι το εντελώς φτηνά γραμμικό στη συναισθηματικότητα του κειμένου του, ή απλά δε μπορεί να το αποδώσει ως σκηνοθέτης (βλέπε ‘Crash’), πάντως εδώ ό,τι ήταν αυτό που του ήρθε ώστε να στήσει την ταινία ως ένα κρεσέντο προς αυτή την κλιμάκωση, δούλεψε στην εντέλεια.

Ο Κάμπελ είδε το “Kingdom of Heaven” και αποφάσισε να προσεγγίσει ξανά την Εύα Γκριν, αυτή τη φορά με το ολοκληρωμένο σενάριο. «Διάβασα το σενάριο», λέει εκείνη εξηγώντας γιατί τελικά συμφώνησε να κάνει την ταινία, τελευταία στιγμή στο pre-production. «Είναι ένα πιο προσγειωμένο πρόσωπο, λιγότερο εμβληματική. Δεν είναι απλά μια όμορφη bimbo. Είναι επίσης πολύ, πολύ έξυπνη, πολύ κοφτερό μυαλό, πολύ αστεία. Εξελίσσεται. Δεν είναι σαν την Όνατοπ. Ανοίγεται και ανθίζει και είναι πιο ευαίσθητη».

Και η ταινία ανθίζει μαζί της. Ο Ντάνιελ Κρεγκ δίνει την λιγότερο μονοδιάστατη Μποντ ερμηνεία στην ιστορία του franchise, με τον Μάρτιν Κάμπελ να εστιάζει σε κάτι πιο γήινο και σωματικό από κάθε άλλη περιπέτεια του ήρωα ως τότε. Αλλά όταν ο γήινος Μποντ γνωρίζει το γήινο Bond girl του, η ιστορία αυτής της σειράς ξαναγράφεται από την αρχή.

***

Stray bullets:

*Συγγνώμη, να πω κάτι. Το βασικό σχέδιο του να επιχειρήσει ο Μποντ να φαλιρήσει τον Λε Σιφρ μέσω μιας παρτίδας πόκερ… Εύγε. Πήραν κάτι τόσο παλιομοδίτικο και ήταν τόσο σίγουροι πως ο τριγύρω εκμοντερνισμός του υλικού είναι αρκετός, ώστε να το αφήσουν πρακτικά ανέγγιχτο στην καρδιά του φιλμ. Διάνα. Κι άλλα τέτοια σχέδια παρακαλώ πολύ.

*Η ταινία έβγαλε κάτι ψιλά παραπάνω από 600 εκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο box office, ήταν η 4η εμπορικότερη της χρονιάς και το πρώτο σε εισπράξεις Μποντ ως τότε, πριν ξεπεραστεί τελικά από το ‘Skyfall’ μερικά χρόνια αργότερα. Η Eon πήρε τα ρίσκα της, αλλά τελικά δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας- το ‘Casino Royale’ ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε το κοινό εκείνη ακριβώς τη στιγμή.

*H βύθιση του κτιρίου στη Βενετία απαίτησε το μεγαλύτερο εξάρτημα που είχε χτιστεί για ταινία Μποντ, μια κατασκευή που αποτελείτο από μια πλατεία και το εσωτερικό ενός εγκαταλειμμένου αρχοντικού και ζύγιζε 90 τόνους, όσο δηλαδή και το συναισθηματικό βάρος της σκηνής του θανάτου της Βέσπερ Λιντ.

*Πριν ο ρόλος πάει στον Κρεγκ μετά το τέλος του συμβολαίου του Μπρόσναν, άλλοι που βρέθηκαν κοντά ήταν ο Γκόραν Βίσνιτς της “Εντατικής” (που όμως δεν κατάφερε να μιλήσει με όσο άπταιστη προφορά χρειαζόταν), ο Καρλ Ούρμπαν (που δεν μπορούσε να πάει στην οντισιόν επειδή είχε γυρίσματα) και ο Χένρι Κάβιλ (που παραήταν νέος τότε).

*Χένρι Κάβιλ. Καλή ηλικία τώρα, δεν ξέρω, δεν ξέρω…. *ξύνει μούσι*

*Ο Ρότζερ Μουρ έγραψε για τον Κρεγκ: «Με εντυπωσίασε στο ντεμπούτο του, εισάγοντας μια πιο τραχεία, μη ραφιναρισμένη αιχμή στον χαρακτήρα, τόσο που σκέφτηκε πως ο Σον Κόνερι ίσως να πρέπει να κάνει πέρα. Η εκδοχή του Κρεγκ δεν ήταν σαν τίποτα που είχαμε δει στον οθόνη πριν. Ο Τζίμι Μποντ να κερδίζει τις διακρίσεις του και να κάνει λάθη».

*Μιλώντας για σημαντικές αντιδράσεις, να κι ο Πολ Γκρίνγκρας, του προαναφερθέντος ‘Bourne Supremacy’, να μιλάει με θαυμασμό στο Empire: «Όποια κι αν ήταν τα αισθήματά μου απέναντι στον χαρακτήρα, δεν αφορούν το franchise», λέει. «Μπράβο τους. Είναι ενδιαφέρον πως όταν ο Τζέισον Μπορν ήρθε στο σκηνικό, ήταν σαν ξυπνητήρι για τον Τζέιμς Μποντ. Αλλά πόσο καλά έχουν αντιδράσει έκτοτε! Οπότε fair play – με έκαναν να καταπιώ τα σχόλια μου!»

*Να κλείσουμε με το τραγούδι; Αδιάφορο. Ας μην κλείσουμε με το τραγούδι.

*Να κλείσουμε με την τελευταία ατάκα του φιλμ. Ο Μποντ εντοπίζει τον Κύριο Γουάιτ, έχοντας μόλις αποκηρύξει απέναντι στην Μ την Βέσπερ ως προδότη (εντάξει, κι εμείς τα έχουμε κάνει Τζέιμς, κανείς δεν σε πιστεύει), και στυγνά πλέον, χωρίς να κάτσει να το συζητήσει, τον σημαδεύει και του (μας) λέει, «Το όνομα είναι Μποντ. Τζέιμς Μποντ.» Ποιος ξέρει, ίσως πια σε αυτό το σημείο να ήθελε και το Μαρτίνι του κουνημένο, όχι ανακατεμένο.

***

Συνεχίζεται: Στο επόμενο βλέπουμε το πολύ περίεργο σίκουελ ‘Quantum of Solace’, την πρώτη φορά στην ιστορία του franchise που μια ταινία αποτελεί απευθείας συνέχεια μιας άλλης.