ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Με τη σειρά Σχέδιο Οδυσσέας, η Cosmote TV ετοιμάζει ένα καθαρόαιμα ελληνικό νουάρ

Με τη νέα σειρά της Cosmote TV, ο Γιώργος Γκικαπέππας επιχειρεί ένα ελληνικό νουάρ που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα.

Όσα χρόνια κι αν μετρήσω στη δουλειά, δεν θα συνηθίσω ποτέ την κατασκευή ενός ρεαλιστικού σετ, σε έναν χώρο όπου θεωρητικά δεν θα έπρεπε να ανήκει. Για τις ανάγκες του Σχέδιο Οδυσσέας, της νέας σειράς που γυρίζεται τώρα από την Cosmote TV και την Tanweer, σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιώργου Γκικαπέππα (Αύριο, Έρημη Χώρα, Το Βραχιόλι της Φωτιάς), υπάρχει ένα ολόκληρο σπίτι κατασκευασμένο εντός του Κτιρίου ΟΤΕ στην Καλλιθέα.

Είναι το σπίτι του αστυνόμου Χρήστου Καπετάνου, του ήρωα στα δημοφιλή αστυνομικά μυθιστορήματα του Δημήτρη Σίμου, που βρίσκεται, υποτίθεται, στη Χαλκίδα. Είναι πολύ οικείο ως σπίτι ελληνικής επαρχίας, γεμάτο φωτογραφίες από την κόρη του, με video games και βιβλία στη βιβλιοθήκη που οι σαραντάρηδες των συνόρων μεταξύ Gen X και millennials έχουν, πιθανώς, και στη δική τους. Η εγκατάσταση περιτριγυρίζεται από μικρές υγρές λίμνες γιατί είναι μία πολύ βροχερή ημέρα του Μαρτίου, και οι δημοσιογράφοι που συμμετέχουμε στο set visit της σειράς Σχέδιο Οδυσσέας και το συνεργείο του, φέρνουμε μέσα νερά. Το σπίτι του Καπετάνου όμως είναι άθικτο και βιωμένο.

Σε σχέση με άλλες βροχερές ημέρες των γυρισμάτων βέβαια, εκείνη η Παρασκευή ήταν από τις τυχερές. Η σειρά έχει κάνει γυρίσματα σε πάνω από 70 χώρους, πράγματι στη Χαλκίδα κι ας μη βρίσκεται όντως εκεί η κατοικία του Καπετάνου, στο Καπανδρίτι, στο Άνω Σούλι, στην Πέραμο, μεταξύ άλλων, και σε αρκετές από αυτές τις περιπτώσεις οι καιρικές συνθήκες ήταν κάτι παραπάνω από αντίξοες.

Ο παραγωγός της σειράς Διονύσης Σαμιώτης που μας ξεναγεί στον χώρο πριν αρχίσουμε να παρακολουθούμε το γύρισμα της ημέρας σε έναν άλλο χώρο, του τρίτου ορόφου, όπου έχει διαμορφωθεί ως το γραφείο του Καπετάνου στο αστυνομικό τμήμα Χαλκίδας, μου δείχνει φωτογραφίες από ένα γύρισμα προηγούμενων ημερών. Σε αυτές, ο χώρος φιλοξενεί στρατιωτικά αμάξια των ‘70s και ένα κρυφό σχολειό.

Γιατί οι ρίζες της ιστορίας εντοπίζονται το 1975, όταν η άνοδος της τρομοκρατίας στην Ελλάδα οδηγεί τις μυστικές υπηρεσίες στη δημιουργία του «Οδυσσέα», ενός απόρρητου προγράμματος που στρατολογεί και εκπαιδεύει ορφανά παιδιά από δομές, ώστε να αποτελέσουν μετέπειτα αόρατους πληροφοριοδότες. Σαράντα χρόνια αργότερα, το 2015, στην Ελλάδα της πολιτικής, οικονομικής, προσφυγικής κρίσης, δύο ανεξήγητες δολοφονίες ανοίγουν έναν νέο κύκλο αποκαλύψεων.

Ο αστυνόμος Χρήστος Καπετάνος (Θάνος Τοκάκης) και η αξιωματικός της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας, Βαλέρια Ραχή (Στεφανία Γουλιώτη) καλούνται να λύσουν το αίνιγμα των δολοφονιών. Η αναζήτηση της αλήθειας τους οδηγεί σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο, γεμάτο γρίφους και ανεστραμμένες αλήθειες, αποκαλύπτοντας πως πίσω από τις δολοφονίες κρύβεται ένα βαθύτερο κίνητρο, συνδεδεμένο με το μυστικό Σχέδιο Οδυσσέας και το τραύμα που άφησε σε όσους συμμετείχαν σε αυτό.

Για όλα αυτά και για ακόμη περισσότερα μας μίλησαν ο δημιουργός και μέρος του καστ, όπως θα διαβάσεις αμέσως τώρα.

Από αριστερά στα δεξιά: Σίσσυ Τουμάση, Βασίλης Δογάνης, Θάνος Τοκάκης, Χρήστος Κοντογεώργης

Τι είναι το Σχέδιο Οδυσσέας;

«Μου αρέσει τα τελευταία χρόνια να κάνω δικά μου σενάρια, δικές μου ιστορίες, πιστεύω πάρα πολύ στα original stories, αλλά εξαιτίας της Tanweer και της Cosmote TV, διάβασα το βιβλίο Ο Θάνατος του Οδυσσέα και η αλήθεια είναι ότι μου άρεσε τόσο πολύ που είπα αμέσως το ναι», μοιράζεται ο Γιώργος Γκικαπέππας. «Το αντιμετώπισα σα μια δική μου ιστορία, υπό την έννοια ότι έπρεπε να μπω σε ένα μυθιστόρημα 400 σελίδων, να κάνω μία γενναία διασκευή για 6 επεισόδια και να βάλω τον δικό μου εαυτό μέσα στην ιστορία του».

«Η ιστορία είναι του 2015. Η εποχή με την αλλαγή της πολιτικής ηγεσίας, με την κρίση, με τα μνημόνια, με τα δημοψηφίσματα, με την άνοδο της Χρυσής Αυγής», συνέχισε.

«Λέω, να μια ευκαιρία να μιλήσουμε για μία κοντινή μας περίοδο. Το δεύτερο που με συγκίνησε πάρα πολύ, είναι ότι ήθελα να κάνουμε ένα πολύ ωραίο και σύγχρονο φιλμ νουάρ, με όρους φιλμ νουάρ, δηλαδή για έναν κλασικό lone wolf αστυνόμο, ο οποίος είναι μάλιστα εκτός Αθήνας – στη Χαλκίδα. Μου άρεσε αυτό το κομμάτι, δηλαδή ότι είναι ακριβώς έξω από την Αθήνα. Να μην ξεχάσουμε πως η Εύβοια ήταν θύλακας ακροδεξιών στοιχείων και οργανώσεων. Έχει παλιότερα αγκαλιάσει τρομοκράτες. Γενικά η Εύβοια είναι ένας τόπος που βράζει λίγο».

«Η σειρά ξεκινάει από δύο ανεξιχνίαστες δολοφονίες, δύο ανθρώπων που, φαινομενικά, δεν ήταν πρόσωπα που θα μπορούσαν να κινήσουν το ενδιαφέρον», περιγράφει. «Έχουμε, λοιπόν, δύο εκτελέσεις με έναν πολύ μαφιόζικο, πολύ επαγγελματικό τρόπο, με ένα όπλο τύπου sniper από τα 500 μέτρα. Η ιστορία διαδραματίζεται τον Φλεβάρη του 2015, μία εβδομάδα από τότε που έχει βγει ο ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει μία κινητοποίηση των αρχών και των μυστικών υπηρεσιών στο τι πρόκειται να συμβεί. Αυτό δίνει ήδη ένα θρίλερ, ένα κλίμα μέσα στην ιστορία για πράγματα που κι εμείς ενδεχομένως δεν τα είχαμε πάρει χαμπάρι, αλλά λέγονται μυστικές οι μυστικές υπηρεσίες, γιατί εμείς δεν παίρνουμε χαμπάρι τι κάνουν.

Αυτό, λοιπόν, ήδη δίνει ένα κλίμα για αυτές τις δύο δολοφονίες, μέχρι που καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κατά κάποιο τρόπο κοινωνικοπολιτικό πείραμα που είχε γίνει στην μεταπολίτευση. Ένα μυστικό πρόγραμμα του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών που αναζητούσαν λύση. Ο κόσμος των πληροφοριών είναι ένας πολύ σκοτεινός κόσμος. Όταν θες, λοιπόν, πληροφοριοδότες – που συνήθως, σε παλιότερες δεκαετίες, μαθαίνουμε ότι ήταν κάτι λούμπεν τύποι που τους ταΐζανε οι μπάτσοι – να καταστήσεις δηλαδή πληροφοριοδότες στον μεγάλο κόσμο, στα υπουργεία, στις τράπεζες, στις δημόσιες υπηρεσίες, στις πολυεθνικές, για να μπορείς να ελέγχεις το σύστημα, πρέπει να τους φτιάξεις».

Ο Γιώργος Γκικαπέππας με τον Θάνο Τοκάκη στο set visit

«Αυτή η σειρά μιλάει για ένα περίφημο σχέδιο – περίφημο το λέω γιατί στη σύλληψή του είναι ακραίο – όπου έπρεπε να να εκπαιδεύσουν τους πληροφοριοδότες. Έτσι η ιδέα ήταν να στρατολογηθούν ορφανά που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, να μπουν σε ένα καινούργιο εκπαιδευτήριο, με αποτέλεσμα να χρωστούν μία αιώνια χάρη, όπως γίνεται σε όλες τις στρατολογήσεις, το κάνει μαφία, το κάνουν οι στρατοί ακόμα και σήμερα, στρατολογούν ανθρώπους που δεν έχουν ταυτότητα και να τους τη δίνουν εκείνοι.

Αυτό για μένα ήταν πάρα πολύ συγκινητικό. Όταν ένα παιδί όντως δεν έχει ταυτότητα, μέσα του συμβαίνει η εξής διαστροφή – αρχίζει και αγαπάει αυτόν που τον έσωσε, χωρίς να γνωρίζει πως αυτός που τον έσωσε είναι αυτός στον οποίο θα έχει χρέος για όλη του τη ζωή.

Οι δολοφονίες, λοιπόν, αφορούν δύο πρώην τροφίμους αυτού του προγράμματος. Είναι σα να βλέπουμε γενιές ορφανών που ενεπλάκησαν στον κόσμο των μυστικών υπηρεσιών, και τώρα έρχεται ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών από το παρελθόν.

Ένα ανεκπλήρωτο χρέος του παρελθόντος που έρχεται σήμερα, αυτές τις τρεις εβδομάδες που διαρκεί η ιστορία της σειράς, με ήρωα έναν αστυνόμο που δεν ξέρει τίποτα από όλα αυτά, ενώ συνειδητοποιεί σιγά-σιγά πως όλοι γύρω του ήξεραν πάντοτε κάτι παραπάνω από αυτόν. Γι’ αυτό λέω ότι είναι τόσο ακραία ιδανικό φιλμ νουάρ, γιατί είναι πραγματικά κάποια στιγμή αυτός ο ένας εναντίον όλων».

Για τα «ελληνικά δεδομένα» της μυθοπλασίας

«Σε αυτή τη σειρά γίνεται μια προσπάθεια να μη ζηλέψουμε, να μη θέλουμε να λέμε πως έξω είναι καλύτερα, να πάψουμε αυτόν τον ελληνικό επαρχιωτισμό όπου λέμε ότι αυτή η σειρά είναι σαν αυτή την ξένη, αυτή η ταινία είναι σαν εκείνη την ξένη», εξηγεί ο δημιουργός. «Ακόμα και για τους ηθοποιούς, ότι πάντα οι Αμερικανοί προπορεύονται, πάντα οι Γάλλοι προπορεύονται, πάλι οι Σουηδοί προπορεύονται. Όχι, έχουμε πάρα πολύ καλή σκηνή ηθοποιών».

«Εγώ θεωρώ πως σε αυτό το τόπο πρέπει να είμαστε περήφανοι που θα κάνουμε ελληνικά πράγματα», συμπληρώνει.

«Πρέπει να βασανιστούμε λίγο παραπάνω για να κάνουμε αυτό που έχουμε μέσα μας. Βασανιζόμαστε για να προσπαθήσουμε να κάνουμε τη δική μας γλώσσα, να φτιάξουμε τους δικούς μας δρόμους. Η ελληνική ιστορία είναι τεράστια. Μία χώρα ξύπνησε στην Ολυμπιάδα και ξαφνικά σε 6-7 χρόνια βρεθήκαμε στον πάτο της Ευρώπης, να μας κυνηγάνε ότι είμαστε κλέφτες και ότι χρωστάμε. Όλα αυτά, την άνοδο των εθνικιστικών οργανώσεων, την άνοδο της Χρυσής Αυγής, ακριβώς εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και ό,τι κρύβει από κάτω της ελληνική κοινωνία, έπρεπε να τα λάβουμε υπόψη μας. Δεν μπορούμε να μιμηθούμε μια σχέση νουάρ που υπάρχει στο εξωτερικό, δεν είμαστε στο Μανχάταν, ούτε στο Παρίσι. Έπρεπε να ψάξουμε και ερευνήσουμε τι συμβαίνει εδώ, ποια είναι η αρρώστια στον δικό μας τον τόπο.

Για εμάς το παιχνίδι είναι καθημερινό, προσπαθώντας τις νύχτες που διαβάζουμε για την επόμενη μέρα να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε ανατροπές πολλές φορές στο γύρισμα, να κάνουμε τις πρόβες και την προεργασία που χρειάζεται για να είμαστε ειλικρινείς και αληθινοί. Αυτό είναι ψυχοφθόρο αλλά νομίζω πως, στο τέλος της ημέρας, λέμε ότι κάτι φτιάξαμε σήμερα».

Για τον ήρωα Χρήστο Καπετάνο και την ομάδα του

«Έπρεπε να φτιάξουμε έναν Έλληνα ήρωα, έναν Έλληνα μπάτσο – δεν μπορούμε να μιμηθούμε, δεν είμαστε το Λονδίνο, δεν είμαστε στη Νέα Υόρκη. Είμαστε στη Χαλκίδα, άρα πρέπει να φτιάξουμε έναν Έλληνα μπάτσο με τη ζωή που έχει, που είναι χωρισμένος, που του λείπει το παιδάκι του πολύ, που είναι μοναχικός, που έχει και εκείνος τα δικά του τραύματα από το παρελθόν, που είναι ο πιο αθώος στην ιστορία. Τα κάνει όλα και τα χάνει όλα, αλλά είναι ο ένας εναντίον όλων και, μοιραία, είναι αυτός που στο τέλος θα καταφέρει να βρει μια άκρη», εξηγεί ο Γκικαπέππας. Και αυτός βρέθηκε στον Θάνο Τοκάκη, με τον οποίο είχε ήδη συνεργαστεί.

«Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος που δουλεύω με τον Θάνο. Περνάμε δύσκολα, ζοριζόμαστε, μαλώνουμε, αλλά η τριβή μας και ο αγώνας μας είναι κοινός. Εγώ θέλω να τον ευχαριστήσω δημόσια γιατί θεωρώ ότι θα κάνει μια πολύ σπουδαία περφόρμανς, δική του, προσωπική, και εγώ όσο τον βοηθάω, ον ρίχνω σε αυτό το παιχνίδι, τον καθοδηγώ».

«Μιλώντας για το ίδιο το σενάριο με τον Γιώργο και κάνοντας πρόβες», προσθέτει ο Τοκάκης που διακόπτει για λίγο το γύρισμά του για να μας μιλήσει, «σα να συνδεόμασταν με έναν άλλο τρόπο, υπόγειο, που είχε να κάνει με πέρα από αυτό που παίζαμε εκείνη τη στιγμή. Έχει να κάνει με αυτό που λέει, το “βασανίζομαι”, που για μένα είναι ευχή και κατάρα να το έχει ένας καλλιτέχνης. Γιατί δεν μπορείς να κοιμηθείς τα βράδια, πραγματικά. Κάθε φορά έχω τρομακτική ανασφάλεια. Με την ψυχοθεραπεία, έχω καταλάβει πως, ή τουλάχιστον θέλω να πιστεύω, με ενδιαφέρει πάρα πολύ αυτό που κάνω. Θέλω κάθε μου ατάκα να επηρεάζει με κάποιον τρόπο.

Γιατί πίσω από τη ματαιοδοξία, πίσω από το πώς φαίνομαι, αν είμαι ωραίος, αν τα λέω καλά, αν αρέσω, αν πάρω βραβείο ας πούμε, προσπαθούμε να υπάρχει κάτι σε ό,τι λέμε. Το 2026 ας πούμε, τι έχει να πει αυτός ο ρόλος στους θεατές; Από εκεί ξεκινάνε όλα και νομίζω πως αυτό το έχουμε κοινό με τον Γιώργο, βασανιζόμαστε συνέχεια σε σχέση με την ιδέα ότι πρέπει να έχουμε κάτι να πούμε στο κοινό.

Ξεκινώντας λοιπόν από αυτή τη σειρά, ήταν για μένα πολύ μεγάλη η απορία που πήρε εμένα για τον ρόλο, η αλήθεια είναι. Γιατί όταν σκέφτεσαι έναν χαρακτήρα νουάρ, έναν badass μπάτσο, δεν πάει το μυαλό σου στον Θάνο Τοκάκη. Τον ρώτησα μάλιστα, και λέω “γιατί πήρες εμένα”. Κατάλαβα εκείνη τη στιγμή αυτό που έλεγα πριν, τι ήθελε να πει ο Γιώργος πίσω από την ιστορία, δηλαδή ότι πέρα από αυτό που φαίνεται, πέρα από αυτό που παρουσιάζει κάποιος, ήθελε να υπάρχει ένας κανονικός άνθρωπος εκεί πέρα».

Στην παρέα έρχεται η Στεφανία Γουλιώτη, άλλη μία συνεργάτρια του Γιώργου Γκικαπέππα, που εδώ υποδύεται μεν μία σκληροτράχηλη αστυνομικό της αντιτρομοκρατικής, αλλά ενδεχομένως να βρίσκει τώρα την αχίλλειο πτέρνα της.

Για τη Γουλιώτη, το σενάριο του δημιουργού ήταν ελκυστικό γιατί ξέρει να τραβάει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια μας.

«Αυτό που μου αρέσει στον Γιώργο, κυρίως στο σεναριακό κομμάτι της σειράς, είναι πως κάτι σου δίνει κάτι αλλά σου παίρνει και κάτι συνέχεια. Σου ξαναδίνει δύο βήματα, σου παίρνει τρία πίσω. Εκεί που κάτι πας να καταλάβεις, κάτι χάνεις. Έχεις συνέχεια, λοιπόν, μία ζωντανή σχέση με την ιστορία. Τώρα, το ακόμα πιο ενδιαφέρον για μένα, είναι η σχέση της με τον αστυνόμο Καπετάνο. Είναι μία σχέση που δεν την καταλαβαίνεις εύκολα, δεν είναι μία αρχετυπική σχέση αρσενικού-θηλυκού ας πούμε, ούτε το άλλο στερεοτυπικό ακριβώς, ότι αυτός ο αστυνόμος υποτιμάει το γυναικείο κομμάτι στην αστυνόμο. Υπάρχουν πολλές ρωγμές και πολυχρωμίες στη σχέση τους.

Και κάτι σημαντικό για την ίδια τη Βαλέρια είναι η σχέση της με το συναίσθημα. Πίσω από τη βιτρίνα μίας πολύ δυναμικής γυναίκας – και έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τέτοιες γυναίκες να κρύβονται πίσω από μια βιτρίνα, της εξυπνάδας, της δυναμικότητας, της καριέρας – αλλά θέλει μεγάλη προσπάθεια να παραδεχτείς την κοντινότητα με το συναίσθημα. Αυτό είναι που τη συγκινεί στον αστυνομικό Καπετάνο, ότι ως άνθρωπος έχει μια πιο εύκολη σχέση με το συναίσθημα απ’ ότι η ίδια. Διαβάζει τις ρωγμές του και την αθωότητά του, δυσκολεύεται να πιστέψει ότι υπάρχει ένας μπάτσος που θα τα βάλει με όλους – όχι με ηρωικό τρόπο, αλλά είναι καθαρός. Βλέπει έναν αστυνομικό που δεν είναι διεφθαρμένος, ύστερα από πολύ καιρό. Έχει μπροστά της κάτι αυθεντικό και αυτό τη συγκινεί, γιατί έχει και εκείνη κατά βάθος ένα παιδικό κομμάτι του εαυτού της που το φυλάει πάρα πολύ ακριβά και κάποια στιγμή το ξυπνάει εκείνος».

Στο σπίτι του Καπετάνου

Η Σίσσυ Τουμάση υποδύεται μία ακόμη συνάδελφο του Καπετάνου, αυτή τη φορά στην ομάδα της οποίας ηγείται ο ίδιος.

«Εγώ παίζω την υπαστυνόμο που είναι κάπως δεξί χέρι του αστυνομικού Καπετάνου. Είναι δίπλα του, σταθερή, βράχος. Έχει μία ωραία αντίθεση στον χαρακτήρα της, ότι ενώ είναι μικρόσωμη, πετίτ, είναι παράλληλα και πολύ δυναμική. Είναι και πολύ καλή στην πυγμαχία. Εγώ δεν ήμουν αλλά έγινα, ήταν πολύ ωραία πρόκληση για μένα ότι έπρεπε να κάνω ένα ρόλο και ξαφνικά να δοκιμαστώ σε κάτι που δεν γνώριζα.

Έκανα μαθήματα και θα συνεχίσω να κάνω. Ενώ είναι πολύ δυναμική λοιπόν, ταυτόχρονα είναι ευαίσθητη και κάνει τα πάντα για να προστατεύσει αυτούς που αγαπά και αυτούς που νιώθει η οικογένειά της, την ομάδα της. Είναι και λίγο αυτό το παιδί της οικογένειας που όταν έρχεται ξένο πρόσωπο, θα πει ποιος είναι αυτός, δηλαδή είναι κλειστό το κύκλωμά της. Αναλαμβάνει πρωτοβουλίες πάρα πολύ, είναι πιο ριψοκίνδυνο παιδί. Είμαι πολύ χαρούμενη για αυτή τη δουλειά, πάρα πολύ».

«Υπάρχει ένα στοιχείο του χαρακτήρα που το έχω εντοπίσει και σε μένα, ότι είναι η πιο μικρή στην ομάδα και θέλει να κάνει τα πάντα για να αποδείξει ότι αξίζει αυτή τη θέση», συνεχίζει. «Θα προσπαθήσω να γίνω καλύτερη από την ομάδα για να καταλάβουν ότι υπάρχει λόγος που είναι εκεί και δεν μπήκε τυχαία. Οπότε μου άρεσε αυτή η σύνδεση και προσπάθησα να το αναδείξω».

Ο Βασίλης Δογάνης πάλι, δεν μπορεί να αποκαλύψει πολλά.

«Δεν θα μπορούσα να σας πω για τον χαρακτήρα μου, γιατί θα γίνουν διάφορα spoilers», εξηγεί.

«Αρκετά γρήγορα θα εμφανιστούν κάποια κομβικά twists σε σχέση με τον χαρακτήρα μου. Θα πω μόνο ότι μοιράζεται αυτή την αφοσίωση που έχει ο Καπετάνος στη δουλειά του, ίσως και την ίδια κοινωνική αδεξιότητα και το πώς χειρίζεται – ή δεν χειρίζεται μάλλον πολύ καλά – την προσωπική του ζωή. Είναι ένας ρόλος όπου, επειδή υπάρχουν διάφορα επίπεδα και κάπως σκέφτεται πολλά την ώρα που συμβαίνουν άλλα πράγματα γύρω του, αυτό που με ενδιέφερε πολύ ήταν πώς να υπάρξει αυτός ο χαρακτήρας, χωρίς υποχρεωτικά να εκφράζεται. Να υπάρχει δηλαδή μια σιωπή και ένα σκεπτικό στοιχείο που να τροφοδοτεί αυτόν το χαρακτήρα».

Για τον Χρήστο Κοντογεώργη, το αρχικό δέλεαρ ήταν η συμμετοχή του σε μία αστυνομική σειρά όπως ονειρευόταν από παιδί, αλλά και η ευαισθησία του Γιώργου Γκικαπέππα στις ιστορίες που εστιάζουν στο παιδί. Ο χαρακτήρας του, ο Ορέστης, «είναι doer, ένας άνθρωπος που θα πάει να κάνει κάτι πίσω από την πλάτη τους για το καλό της ομάδας, είναι υποστηρικτικός, είναι ένας φροντιστικός τύπος». Είναι οικογένεια με τον Καπετάνο, τον οποίο έχει ως μέντορα.

«Είχα τεράστια επιθυμία να κάνω μία αστυνομική ιστορία, να είναι μυστήριο, να είναι παζλ, είναι από τα πράγματα που τα έβλεπα από μικρός και τα ζήλευα. Έγινε με αυτούς τους φανταστικούς ανθρώπους και το συνεργείο, με πάρα πολύ καλές συνθήκες. Η τηλεόραση πάρα πολύ δύσκολη γιατί γίνεται με κάποια δυσκολία και παράλληλα με κάποια μεγάλη ευκολία. Δηλαδή κάνουμε 16 σελίδες σε μία μέρα. Αυτό δεν συμβαίνει εδώ, είμαστε φροντιστικοί απέναντι στην κάθε σκηνή, είμαστε φροντιστικοί απέναντι στην κάθε ατάκα μεταξύ μας, προσπαθούμε πραγματικά να είμαστε ζεστοί, να δώσουμε χώρο στον συνάδελφο, να βγει κάτι για το οποίο δεν θα ντρεπόμαστε αύριο και αυτό το λέω με το χέρι στην καρδιά».

«Η δουλειά αυτή όμως δεν είναι απλώς μία αστυνομική σειρά», σχολιάζει ολοκληρώνοντας. «Έχει κοινωνικό αποτύπωμα, έχει πολιτικό αποτύπωμα, επειδή τον Γιώργο τον ενδιαφέρει ο άνθρωπος και τα παιδιά. Τον συγκινούν πάρα πολύ πάνω λόγω της αθωότητάς τους και της καθαρότητάς τους, απέναντι σε μία πολύ βρώμικη κοινωνία».

Το Σχέδιο Οδυσσέας αναμένεται στις αρχές του 2027, αποκλειστικά στην Cosmote TV.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.