outnow.ch
I'M A FIEND FOR MOJITOS

To Miami Vice με έκανε να δω τα πάντα από την αρχή

15 χρόνια μετά, το Miami Vice του Michael Mann παραμένει το πιο υποτιμημένο αριστούργημα των 00s.

«Όταν βλέπω αυτή την ταινία, δεν προσέχω καν τι λένε. Αγαπώ τα χρώματα, αγαπώ την υφή». -Harmony Korine, εξηγώντας γιατί το Miami Vice ήταν μεγάλη επιρροή για το Spring Breakers

***

Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Η πλοκή ήταν ένα συνονθύλευμα από κρυφές ταυτότητες, ανθρώπων που δεν είχα ιδέα ποιοι ήταν και τι ήθελαν από τη ζωή τους, σε μια πόλη που έμοιαζε να είναι για εκείνους φυλακή και καθαρτήριο, σαν ενδιάμεση στάση που κάνεις χωρίς να θυμάσαι ποιος είναι ο τελικός σου προορισμός. Ή ποιος είσαι.

Αυτοί ήταν, κατ’όνομα, οι ήρωες της εμβληματικής ‘80s σειράς που επαναπροσδιόρισε την procedural αφήγηση, το τι ιστορίες μπορούσε να πει και το πώς μπορούσε να μοιάζει ένα τηλεοπτικό αστυνομικό δράμα. Ο Michael Mann δεν αναφέρεται ως σκηνοθέτης κανενός επεισοδίου, ούτε ως δημιουργός, αλλά όλοι γνωρίζουν πως ήταν εκείνος πίσω από τα πάντα.

Γι’αυτό και το Χόλιγουντ τον άφησε να επιστρέψει σε αυτό, όταν ο Jamie Foxx πρώτος του έβαλε την ιδέα στο αυτί, σε ένα πάρτι μετά την πρεμιέρα του Ali. Όταν φυσικά οι executives έβαζαν τον Michael Mann να σκηνοθετήσει ένα νέο Miami Vice για τον 21ο αιώνα, ήλπιζαν (όπως εξάλλου κι ο ίδιος ο Foxx!) πως θα επρόκειτο για ένα νέο πιθανό franchise όχημα, κι όχι ένα οριακά αβάν γκαρντ ψυχογράφημα με χαρακτήρες-φαντάσματα μέσα σε ψηφιακά τοπία.

Ως δημιουργική δύναμη πίσω από το τηλεοπτικό Miami Vice, ο Mann προσέγγισε οπτικά ένα μέσο που ως τότε δεν είχε θέση για τον σκηνοθέτη-auteur. Επηρεασμένος από την Art Deco αισθητική, απαγόρευσε αυστηρά τις γήινες αποχρώσεις, ενώ συνέδεσε τον ρυθμό και τα χρώματα με σκληρές ιστορίες εγκλήματος και διαφθοράς. Το τηλεοπτικό Miami Vice δεν έχει μεγάλη σχέση με το κινηματογραφικό Miami Vice με τη διαφορά πως είναι υπό μία έννοια, πανομοιότυπα: Και τα δύο εξετάζουν με απολύτως αφηρημένους οπτικούς όρους, αφηγηματικές ιδέες στις οποίες παραδοσιακά κυριαρχεί το κείμενο και η λεπτομέρεια.

Κάτι σε αυτές τις αποπνικτικά πολύχρωμες ιστορίες μπάτσων και παρανόμων (που ο ένας υποδύεται τον άλλον και ο ένας ερωτεύεται την άλλη και όλοι βράζουν στο ίδιο καζάνι), έκανε τον Michael Mann να κοιτάξει την οθόνη και να αποφασίσει πως δε θέλει ακριβώς να πει μια ιστορία, αλλά πως προτιμά να τη ζωγραφίσει.

***

Δεν είχα ιδέα τι έβλεπα. Δραματουργικά, το φιλμ έμοιαζε ελλιπές. Μπαίνουμε στη δράση εντελώς απότομα, οι χαρακτήρες ποτέ δε σχηματίζονται πλήρως, δεν έχουμε ποτέ σαφή εικόνα για το ποιοι είναι πίσω από τις διπλές τους ταυτότητες, δεν ξέρουμε τι θέλουν από τη ζωή τους, γιατί είναι εκεί, πού θέλουν να πάνε.

Η ταινία, όπως σημειώνει ο Ignatiy Vishnevetsky, ξεκινά χωρίς να αρχίζει (είμαστε στη μέση μιας ακόμα επιχείρησης) και σταματά χωρίς να τελειώσει (ο Crockett πάει να βρει τον Tubbs). Στο ενδιάμεσο, οι δύο κεντρικοί ήρωες υποδύονται πως είναι άλλοι από τους πραγματικούς εαυτούς τους (αλλά η ταινία δε σταματά ποτέ να μας πει ποιοι στ’ αλήθεια είναι αυτοί), μέσα σε μια πόλη όπου οι πάντες διασταυρώνονται μεταξύ τους μέσα σε μια ποιητική κακοφωνία. Διόλου τυχαία είναι εξάλλου αυτή η συνάντηση αμέτρητων διαφορετικών μεταξύ τους σπασμένων προφορών, συχνά ακαθόριστων: άνθρωποι προερχόμενοι από παντού χωρίς να κατευθύνονται πουθενά.

Το μόνο που υπάρχει είναι η πόλη, η νύχτα της, ο ουρανός της και οι ήρωές της. Δεν υπάρχει αρχή και τέλος, παρά μόνο η διαρκής αγωνία (μας) να βρούμε ειρήνη. Νωρίτερα κατά τη διάρκεια του φιλμ, ο Crockett (ενός εκπληκτικού Colin Farrell που μέχρι και σήμερα δηλώνει πως δε θυμάται τίποτα από τα γυρίσματα της ταινίας) και η Isabella, η μία γυναίκα που εκείνος δεν επιτρέπεται να ερωτευτεί, κι ο ίδιος, ο ένας άντρας που εκείνη δεν επιτρέπεται να ερωτευτεί, δραπετεύουν για λιγοστές στιγμές ευτυχίας από το σκοτεινό Μαϊάμι στον παράδεισο της Αβάνα.

Εκεί ο ουρανός είναι καταγάλανος, η καρτ-ποστάλ τους χρωματικά απαλή, ήρεμη, σαν όνειρο. Κρατά μόνο για λίγο- πίσω στο Μαϊάμι, είναι ξανά (πάντα) νύχτα, ο ουρανός αλλάζει αποχρώσεις ανάμεσα στο κόκκινο, το μαύρο και το βαθύ μωβ, συνεχώς μπουμπουνίζει και οι δυο τους συνεχίζουν τις πορείες τους.

Αυτοί οι ήρωες, σε αυτές τις διαδρομές, σε αυτή την πόλη, δεν καθορίζονται φυσικά με κλασικούς δραματουργικούς όρους, παρά αποκλειστικά από την ενέργειά τους. Η ζωή, κι οι κατευθύνσεις που παίρνουμε δεν είναι μια υπολογισμένη ακολουθία λογικών αποφάσεων, αλλά ένστικτα και ηλεκτρικές εκκενώσεις.

Είναι βαρύτητα.

Στη σκηνή της ταινίας που πιθανότατα έχω δει περισσότερες φορές στη ζωή από οποιαδήποτε άλλη κινηματογραφική σκηνή, οι δύο παράνομοι εραστές φαίνονται ανήμποροι να αντισταθούν στην έλξη τους και χορεύουν με τα δύο κορμιά τους σε ακανόνιστα ρυθμικές τροχιές σύγκρουσης, υπό το ηλεκτρισμένα υγρό βλέμμα του José Yero.

Είναι κάποιες φορές που μπορεί να μην ξέρεις τίποτα, αλλά τελικά να ξέρεις αρκετά ώστε να γνωρίζεις τα πάντα.

***

Η ψηφιακή εικόνα σήμερα είναι κανόνας και αν μη τι άλλο είναι η χρήση του φιλμ που ξενίζει, συνδεδεμένη συνήθως με κάτι το φετιχιστικό ή το αυτοαναφορικό. Φυσικά και αυτή η γενίκευση είναι άδικη, όπως άδικη ήταν κι η απόρριψη του πειραματισμού του Mann με τη φόρμα πίσω στις αρχές του 21ου αιώνα.

Είχε ήδη αρχίσει να χρησιμοποιεί ψηφιακή κάμερα από κάποιες στιγμές του Ali, όμως είναι εδώ που ο Mann επιστρέφει εμφατικά στο είδος ιστοριών που έλεγε στα ‘80s, από τους λιγομίλητους εγκληματίες του Thief ως τα παστέλ του τηλεοπτικού Miami Vice, αλλά με νέα ματιά. Η ψηφιακή κάμερα χαρίζει στις εικόνες του ακόμα πιο ρευστή αίσθηση, κάνοντας τα πάντα πιο απότομα, πιο απόκοσμα, πιο αιχμηρά. (Το πολιτισμικό σοκ που βιώνουμε παρακολουθώντας μια ταινία εποχής σαν το Public Enemies γυρισμένη σε κάτι άλλο εκτός φιλμ, κάνει αυτή την ταινία βέβαιο μελλοντικό σημείο αναφοράς.)

Πρώτα με το Collateral και τον πρακτικά άχρωμο Vincent του Tom Cruise σαν Χάρο σε επαναλαμβανόμενες, καταραμένες διαδρομές, κι ύστερα με το Miami Vice, ο Mann φαντάζεται από την αρχή το πώς μπορεί να μοιάζει το mainstream αφηγηματικό σινεμά στον 21ο αιώνα: Γεμίζει την οθόνη με πάθος, με αγωνία και με απόγνωση, κάτω από μια παλέτα ηλεκτρικών χρωμάτων που διαλύει σύνορα και εποχές.

Η απόχρωση του ελεκτρίκ μπλε ουρανού της νυχτερινής Αβάνας διαχέεται μες στα όρια των κεντρικών φιγούρων των ηρώων της ταινίας, όπως ακριβώς σε ένα άλλο σημείο μια νυχτερινή θαλάσσια λήψη κάνει αδύνατο το να διακρίνεις αν κοιτάς στεριά ή θάλασσα, ανθρώπους ή φαντάσματα. Ο ψηφιακός υπερ-ρεαλισμός του Michael Mann αποτυπώνεται τελικά με ιμπρεσιονιστικούς όρους: Με εικόνες όπου τα χρώματα προηγούνται των σχημάτων, όπως ακριβώς η αίσθηση μιας σύγχρονης αέναης παγκόσμιας πόλης δεν οριοθετείται, παρά συντίθεται μέσα από σκιές, ήχους, βλέμματα και ψηφιακές αποχρώσεις.

***

Όταν είδα το Miami Vice στη δημοσιογραφική του προβολή πριν 15 χρόνια, εν μέσω μιας γενικευμένης γκρίνιας, ένιωθα πως έβλεπα κάτι καινούριο, σα να βλέπω σινεμά για (μια νέα) πρώτη φορά. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω τότε πόσο πολύ θα κατέληγε αυτό το φιλμ να σημαδεύει την αισθητική μου, το σινεμά μου, στα επόμενα χρόνια. Όμως ήξερα πως εκεί που άλλοι έβλεπαν κενά, και δαιδαλώδεις πλοκές και μηδαμινά αναπτυγμένους χαρακτήρες, εγώ έβλεπα χρώματα, και ψηφιακές παλέτες, και ρυθμό και βαρύτητα. Το σινεμά που, σε διάφορες μορφές και παραλλαγές, θα εξελισσόταν σε αυτό που (υποσυνείδητα ίσως) πάντοτε αναζητούσα έκτοτε στη μεγάλη οθόνη.

Πριν δυο χρόνια σε ένα Φεστιβάλ Βενετίας βρέθηκα κάπως μπροστά στην Gong Li, που στην ταινία παίζει την αινιγματική Isabella. Ήταν εκεί με την κινέζικη ταινία Saturday Fiction, αλλά όταν έγινε μια συνέντευξη σε γκρουπ, κι αφού συζητήθηκε εκείνο το φιλμ, δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο. Ήθελα να ξέρω κάτι. Ήθελα να ξέρω πώς μια ηθοποιός μπορεί να κινηθεί μέσα σε ένα τέτοιο flow σαν εκείνο του Miami Vice.

24MEDIA

«Δε θέλετε να ρωτήσετε κάτι για την ταινία μας;» μου λέει η ξεκάθαρα θυμωμένη μεταφράστρια. Κοιτάω την Gong Li, που κάτι έχει πιάσει από την ερώτησή μου στα αγγλικά. Σπάει την αμήχανη σιωπή κοιτώντας με και ρωτώντας, «…Miami Vice; Michael Mann;». Της γνέφω θετικά ενώ η μεταφράστρια θέλει να με σκοτώσει. Η Gong Li ανασηκώνεται χωρίς να το πολυσκεφτεί. «Η άφιξή μου στο Χόλιγουντ ήταν μια πολύ ξεχωριστή στιγμή για μένα», μου λέει. «Αλλά δουλεύοντας με τον Michael Mann στην ταινία, τότε άνοιξε ένας ολόκληρος νέος κόσμος για μένα. Από τότε ένιωσα πως δεν υπάρχει κανένας χαρακτήρας που δεν μπορούσα να παίξω. Με έκανε να νιώσω πιο δυνατή και πως μπορούσα να πετύχω οτιδήποτε στοχεύσω».

Φυσικά και μετά το Miami Vice θα μπορούσε να παίξει οποιονδήποτε χαρακτήρα σκεφτόταν. Ξαφνικά το να ζωγραφίζεις μες στις γραμμές θα πρέπει να μοιάζει πολύ απλό.

Το καταλαβαίνω. 15 χρόνια μετά, μπορεί να έχω δει ταινίες πιο συγκλονιστικές, πιο πειραματικές, πιο περιπετειώδεις, πιο όμορφες, πιο φορμαλιστικά τολμηρές, πιο μεστές, πιο υπολογισμένες, πιο, πιο, πιο. Αλλά καμία δεν έχει ζήσει μέσα μου όπως αυτή. Καμίας η νύχτα, η μουσική, οι αποχρώσεις κι ουρανός δεν ένιωσα πως κινηματογραφούν καλύτερα το τι σημαίνει να βρίσκεις (για μια στιγμή, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτό μετράει) άγκυρα μες στον ωκεανό του σύγχρονου χάους.

Είναι κάποιες φορές που μετά από μια ταινία πιστεύεις πως -ναι, ακριβώς, Gong Li- είσαι έτοιμος για τα πάντα. Δεν ξέρω 100% αν ο Michael Mann είναι ο σκηνοθέτης της ζωής μου, πάντως το Miami Vice είναι σίγουρα η ταινία του 21ου αιώνα μου.

*Το Miami Vice άνοιξε στα σινεμά της Αμερικής στις 28 Ιουλίου του 2006. Ήρθε στην Ελλάδα τον ακόλουθο Σεπτέμβριο.