REVIEWS

Νέες ταινίες: Από το Mummy που αξίζαμε, μέχρι το Mother Mary που η Anne Hathaway δεν άξιζε καθόλου

Από καταραμένες μούμιες και ιαπωνικά έπη, μέχρι σκηνοθετικά ντεμπούτα για το ραντάρ σου, σχολιάζουμε ταινίες της εβδομάδας.

Από καταραμένες μούμιες και ιαπωνικά έπη, μέχρι σκηνοθετικά ντεμπούτα για το ραντάρ σου και ταινίες από τις Κάννες, σχολιάζουμε τις ταινίες της εβδομάδας.

Ακολουθούν οι ταινίες της εβδομάδας παρακάτω:

Lee Cronin’s The Mummy

Βαθμολογία: 85/100

Όταν οι millennials σκεφτόμαστε The Mummy, έχουμε συνήθως τη σειρά περιπετειών με τους Brendan Fraser και Rachel Weisz στο μυαλό, ή τελοσπάντων σίγουρα περισσότερο από την ερμηνεία του θρύλου του Χόλιγουντ, Boris Karloff, στον ρόλο του Imhotep τη δεκαετία του ‘30. Υπάρχει πλέον και η πιο πρόσφατη εκδοχή με πρωταγωνιστή τον Tom Cruise, όπου ένα τέρας απειλεί να καταστρέψει τον κόσμο. Θα ήταν η έναρξη ενός κινηματογραφικού σύμπαντος που θα αναβίωνε το Monsters Universe της Universal, αυτή όμως η ιδέα δεν είχε προχωρήσει μετά την ταινία του 2017.

Εδώ, ο Jack Reynor του Midsommar και η Laia Costa του Wheel of Time πρωταγωνιστούν ως Charlie και Larissa Cannon – εκείνος δημοσιογράφος, εκείνη νοσηλεύτρια, και γονείς της Katie (Natalie Grace), του Sebastián (Shylo Molina) και της Maud (Billie Roy).

Η οικογένεια ζει προσωρινά στην Αίγυπτο γιατί ο πατέρας εργάζεται εκεί ως ανταποκριτής, με απώτερο όνειρο να επιστρέψουν στην Αμερική με αφορμή κάποιο μεγάλο κανάλι. Η εντεκάχρονη Katie όμως εξαφανίζεται ξαφνικά στην αιγυπτιακή έρημο, χωρίς κανένα ίχνος για το πού βρίσκεται.

Οκτώ χρόνια αργότερα, στο παρόν, και αφότου έχουν μετακομίσει στο αρχοντικό της Larissa στο Νέο Μεξικό προσπαθώντας να επουλώσουν τις πληγές τους όπως μπορούν, η οικογένεια δέχεται ένα σοκαριστικό τηλεφώνημα: η Katie βρέθηκε ζωντανή, εντός μίας αρχαίας σαρκοφάγου, με επιτακτική ανάγκη φροντίδας σε οικογενειακό περιβάλλον ώστε να ανακτήσει τη μνήμη και την υγεία της.

Είναι προφανώς και πολύ διαφορετική από το γλυκό κοριτσάκι που θυμούνταν και έτσι η χαρούμενη οικογενειακή επανένωση που ονειρεύονταν μετατράπηκε σύντομα σε έναν φρικιαστικό εφιάλτη.

Είναι μάλλον ήδη σαφές πως δεν πρόκειται για την αστεία, περιπετειώδη συχνότητα όπου ζούσαν οι ταινίες με τον Fraser εδώ, δεν είναι όμως και εύκολο να περιγράψει κανείς πόσο κακόβουλη και ανελέητη είναι η Μούμια του Lee Cronin, χωρίς να κάνει σπόιλερ. Υπό κάθε καλή έννοια.

Ο σκηνοθέτης του ανατριχιαστικού, μικρού Hole in the Ground που είχε επιλεγεί για το σίκουελ του Evil Dead, Evil Dead Rise, έχει κατασκευάσει κάτι πολύ βιαιότερο εδώ, αμείλικτο απέναντι σε όλα τα πλάσματα – παιδιά, ηλικιωμένους, ζώα.

Με ένα κράμα body horror, δαιμονισμού και μυστηρίου, με αναφορές από Poltergeist και Seven, μέχρι Bring Her Back και το Invisible Man από το ίδιο στούντιο το 2020, αφιερώνει χρόνο και χώρο για να χτίσει τους χαρακτήρες και τις σχέσεις τους, για να τις διαλύσει με τρόπους που, σε πολλές περιπτώσεις, δεν θα δεις να έρχονται.

Με γυρίσματα ως επί το πλείστον την ημέρα, θα βλέπεις όλα όσα θα τους συμβαίνουν με κάθε λεπτομέρεια, σε ένα σκηνικό – το αρχοντικό στην Αλμπουκέρκη – που όχι μόνο δεν περιορίζει τη δράση, αλλά εξερευνάται κάθε του σπιθαμή, κάθε δυνατότητα που μπορεί να δώσει ως οίκημα, από διαφορετικές οπτικές γωνίες που ο Cronin επιφυλάσσει και για τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών.

Απότομα zoom ins, ακραία κοντινά, απειλητικά αποστασιοποιημένα καδραρίσματα, επιστρατεύονται όλα για να χτίσουν συμπάθεια, ένταση, θλίψη, αποστροφή, αίσθηση του παραλόγου.

Ο ηχητικός σχεδιασμός είναι εξαντλητικός (δεν θέλω να ξανακούσω νυχοκόπτη στη ζωή μου!), σε βαθμό που ενίοτε κλέβει από την εμπειρία γιατί υπερχρησιμοποιείται για jump scares, ενώ η διάρκεια της ταινίας κάνει μία μικρή κατάχρηση της φιλοξενίας μας, χωρίς όμως ιδιαίτερο δραματουργικό κόστος – η βοήθεια έρχεται συχνά από τον χαοτικό ρυθμό της ταινίας, που λειτουργεί θετικά αποσταθεροποιώντας κάθε φορά τις προσδοκίες μας.

Η στιβαρότερη, ως τώρα, ταινία τρόμου του 2026.

Η ταινία κυκλοφορεί από την Tanweer.

Kokuho

Βαθμολογία: 85/100

Απλωμένη σε μισό αιώνα και με διάρκεια σχεδόν τριών ωρών, αυτή η ήσυχη επική ταινία του Sang-il Lee αποτελεί την πιο εμπορικά επιτυχημένη ιαπωνική live-action παραγωγή όλων των εποχών. Καταλαβαίνει εύκολα γιατί κανείς: Ξεχειλίζει από συναίσθημα και ομορφιά, με εκθαμβωτικά κοστούμια, μαλλιά και μακιγιάζ, ενώ αφηγείται μια συναρπαστική ιστορία για τη φιλία, το βάρος της ιστορίας, την αναζήτηση της τελειότητας και τον βασανιστικό δρόμο προς το να γίνει κανείς «kokuho» — δηλαδή ένας ζωντανός εθνικός θησαυρός.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στον κόσμο του Kabuki, της 400 ετών θεατρικής παράδοσης που βρίσκεται στην καρδιά της ιαπωνικής κουλτούρας. Στο Ναγκασάκι της δεκαετίας του ‘60, στιγμές βίας και ανεκπλήρωτης εκδίκησης διαμορφώνουν την καταγωγή του νεαρού Kikuo που υποδύεται ο Ryo Yoshizawa – γιος ενός αρχηγού της yakuza που, αφότου μένει ορφανός, τίθεται υπό την προστασία ενός καταξιωμένου ηθοποιού Kabuki. Εκεί θα συναντήσει τον Shunsuke, τον γιο του Hanai, που προορίζεται να κληρονομήσει την καλλιτεχνική του θέση.

Οι ζωές των δύο ηρώων που γίνονται φίλοι και συνεργάτες, παραμένουν αλληλένδετες μέσα στις δεκαετίες, σε έναν μελοδραματικό χορό θριάμβου και ταπείνωσης, γεμάτο ερωτικές αντιζηλίες και παραμελημένα παιδιά. Μέσα από τη σχέση τους, η ταινία σκιαγραφεί μια Ιαπωνία του ύστερου 20ού αιώνα που ασφυκτιά κάτω από παρωχημένες αντιλήψεις περί καταγωγής και πολιτισμικής κληρονομιάς.

Γιατί μέσα από τον αγώνα του Kikuo να γίνει ο σπουδαιότερος ηθοποιός Kabuki της Ιαπωνίας, αναδεικνύεται η παγερή απομόνωση που συνεπάγεται η αφοσίωση σε μια τέχνη τόσο απαιτητική, που αφήνει ελάχιστο χώρο για ανθρώπινη σύνδεση.

Παρότι το Kokuho χάνει σε σημεία τη δυναμική του και διολισθαίνει σε ένα πιο σαπουνοπερικό ύφος, επανέρχεται με συγκινητικές στιγμές και αποκαλύπτει την ομορφιά, την αιματοχυσία και τη μοναξιά της αληθινής καλλιτεχνικής μεγαλοσύνης.

Η ταινία κυκλοφορεί από τη One from the Heart.


Mother Mary

Βαθμολογία: 50/100

Η Anne Hathaway υποδύεται μία ποπ σταρ που επιστρέφει θυελλωδώς στη ζωή της πρώην σχεδιάστριας των κοστουμιών της, σε αναζήτηση ενός κοστουμιού που μόνο εκείνη θα μπορούσε να της κατασκευάσει, καθώς μόνο εκείνη μπορεί να αποστάξει την ουσία της ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης πάνω σε ένα ρούχο. Μετά από μία εχθρική υποδοχή, οι δυο τους εμπλέκονται σε μία κοινή μεταφυσική εμπειρία που, ίσως, τις φέρει ξανά κοντά.

Ο David Lowery, ένας εκ των πιο ευέλικτων σκηνοθετών που έχουμε αυτή τη στιγμή, έτοιμος να περάσει με ευκολία από ντισνεϊκά παραμύθια όπως το Pete’s Dragon στη μεσαιωνική φαντασία του Βασιλιά Αρθούρου στον Πράσινο Ιππότη, και από το ευαίσθητο A Ghost Story στην τελευταία περιπέτεια του Robert Redford The Old Man and the Gun, επιχειρεί εδώ ένα δράμα δωματίου, αποτυγχάνοντας όμως να συντηρήσει την ένταση ενός είδους που τη χρειάζεται.

Η Hathaway και η Coel – που είχε αναδυθεί ως απαραίτητο ταλέντο για το ραντάρ μας μετά τη σειρά I May Destroy You – είναι αμφότερες παραδομένες σε μία καθοδήγηση που τις προδίδει, ζητώντας από αυτές να σιγοψιθυρίζουν διαρκώς βαρύγδουπες ενδοσκοπήσεις και αινιγματικές αναδρομές στο παρελθόν τους. Δεν κερδίζουν το ενδιαφέρον για τους χαρακτήρες τους όπως υπόσχεται η ιντριγκαδόρικη έναρξη του φιλμ, και η θεατρική, λουξ αισθητική του Lowery μοιάζει εν τέλει κούφια.

Με highlight τα τραγούδια που σκάρωσαν τα masterminds της ποπ μουσικής, Jack Antonoff και Charli XCX και τα ονειρώδη visuals που τα συνοδεύουν, το Mother Mary ανοίγει συνεχώς νέα χαρτιά για τις ηρωίδες του, χωρίς όμως διαυγείς αποκαλύψεις. Οι θεματικές για το κόστος της διασημότητας και της δημιουργικής αυτονομίας είναι εκεί, η τάση όμως της ταινίας για συνεχή συμβολισμό εξαντλεί και εξαντλείται γρήγορα και βίαια στο δεύτερο μέρος της. Η μούσα της Sam είχε απομακρυνθεί επώδυνα, το ίδιο και του Lowery.

Η ταινία κυκλοφορεί από τη Spentzos Film.

Enzo

Βαθμολογία: 78/100

Το τραγικό πλαίσιο πίσω από το Enzo γίνεται ακόμη πιο στενάχωρο από το γεγονός πως η ίδια η ταινία είναι υπέροχη. Ο βετεράνος Γάλλος σκηνοθέτης και κάτοχος Χρυσού Φοίνικα, Laurent Cantet, πέθανε κατά τη διάρκεια της παραγωγής της, και τα ηνία ανέλαβε ο φίλος και συνεργάτης του, Robin Campillo.

Εάν ο Cantet είχε ζήσει για να ολοκληρώσει την ταινία και παρέδιδε κάτι έστω και κοντινό σε αυτό που βλέπουμε εδώ, τότε θα στεκόταν ως ένα από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά του επιτεύγματα — ιδιαίτερα σε σχέση με το ευρύτερο έργο του, που εξερευνά τις ζωές των νέων ανθρώπων σε αυτή τη μεταβατική φάση μεταξύ εκπαίδευσης και εργασίας.

Με τη λιτή, καθαρή ματιά και τον διακριτικό χειρισμό σύνθετων συναισθημάτων και σχέσεων του φιλμ, ο Campillo πήρε τη σκυτάλη και δημιούργησε την ταινία που, νιώθω πραγματικά, ότι θα ήθελε ο Cantet.

Για το μεγαλύτερο μέρος του Enzo, ο ομώνυμος χαρακτήρας – που υποδύεται με σχεδόν μπρεσονική αδιαφάνεια ο Eloy Pohu – παραμένει κάπως αινιγματικός. Οι εύποροι γονείς του (Pierfrancesco Favino και Élodie Bouchez) ζουν σε μία πολυτελή βίλα με θέα στη θάλασσα που δεν αγοράζεται με χρήματα, και ο Enzo θα έπρεπε να ακολουθήσει τα βήματα του μεγαλύτερου αδελφού του, Victor, προς το πανεπιστήμιο και πέρα από αυτό.

Κι όμως, για λόγους που κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει, ο Enzo δεν θέλει τίποτα περισσότερο από το να γίνει ένας απλός εργάτης οικοδομής, να βρίσκεται σε εργοτάξια και να γεμίζει τα χέρια του φουσκάλες από τη σκληρή χειρωνακτική δουλειά.

Αρχικά η ταινία μοιάζει να φλερτάρει με μία μορφή ταξικής σάτιρας, θέτοντας το ερώτημα αν είναι δυνατόν ένας προνομιούχος νεαρός της μεσαίας τάξης να αποποιηθεί την οικονομική και κοινωνική του θέση και να υιοθετήσει μια αυθεντικά εργατική ζωή. Κατά στιγμές, η αφήγηση φαίνεται να γέρνει προς θεματικές κυρίως ανδρικές όπως ο δεσμός πατέρα-γιου, είναι ωστόσο η Bouchez στον ρόλο της μητέρας που καταφέρνει να αναδείξει απαλά τη νεύρωση του Enzo.

Δεν θα αποκάλυπτα τι ακριβώς τροφοδοτεί την αμετακίνητη αποφασιστικότητα του Enzo, η ιστορία όμως ανεβάζει σταδιακά ένταση και γίνεται ολοένα και πιο σπαρακτική, καθώς στρέφεται σε συναισθήματα πιο ρομαντικής φύσης. Στο τέλος, το Enzo επαναπροσδιορίζεται διακριτικά ως μία ιστορία αγάπης που ενδιαφέρεται να εξερευνήσει το πώς η ερωτική έλξη μπορεί να ασκεί μια μεθυστική επιρροή στις πρακτικές επιλογές της ζωής μας.

Η ταινία κυκλοφορεί από την AMA Films αποκλειστικά στο Άστυ.


Χρήσιμα Φαντάσματα/Pee Chai Dai Ka

Ο νικητής του Grand Prix της Εβδομάδας Κριτικής των Καννών της περσινής χρονιάς, ο σκηνοθέτης Ratchapoom Boonbunchachoke, ξεκινά υπόκωφα το γεμάτο ανατροπές παραμύθι του και το απλώνει σε ένα έπος για τη γραφειοκρατία, τον εκσυγχρονισμό και τη διαφθορά των ηθών.

Ένας blogger (Wisarut Homhuan) καταδιώκεται από συντρίμμια ενός κατεδαφισμένου μνημείου αφιερωμένου στους φοιτητές, τους εργάτες και τις οικογένειες της Ταϊλάνδης. Ο ανώνυμος πρωταγωνιστής μας, ένας τεμπέλης με μούσι, αγοράζει μία ηλεκτρική σκούπα με εγγύηση δύο εβδομάδων, η οποία, προς μεγάλη του ενόχληση, συνοδεύεται και από ένα φάντασμα που τον ξυπνά μέσα στη νύχτα. Κάπου εκεί εμφανίζεται και ένας πανκ τεχνικός, ο Krong (Wanlop Rungkumjad), για να εξηγήσει τι συμβαίνει.

Το παράξενο και αστείο σενάριο του Boonbunchachoke αποτελείται από πολλαπλές ιστορίες που εμπλέκονται μεταξύ τους, με κεντρικό άξονα ένα στοιχειωμένο εργοστάσιο ηλεκτρονικών, όπου ένας νεκρός εργάτης έχει επιστρέψει ως πολτεργκάιστ (όχι αυτός της σκούπας — εδώ τα πνεύματα είναι πολλά) για να κάνει υπερωρίες στη μεταθανάτια ζωή ως ενοχλητική παρουσία.

Ξεπηδούν θεματικές που δεν θα περίμενες από την πρώτη πράξη: προκλήσεις γύρω από την τάξη και την κοινωνική διαστρωμάτωση, τον παγκόσμιο καπιταλισμό και τα κράτη επιτήρησης. Είναι επίσης μία ενδιαφέρουσα σύμπτωση ότι ο σημερινός πρωθυπουργός της Ταϊλάνδης είναι απόγονος μιας πλούσιας κατασκευαστικής εταιρείας, όπως είναι και ο ηγέτης των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τα ζητήματα που θίγονται είναι επίκαιρα σε παγκόσμιο επίπεδο, αν και είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς πως η Ταϊλάνδη έχει τη δική της ιστορία αιματηρών καταστολών εναντίον φιλελεύθερων ακτιβιστών. Τα φαντάσματα βρίσκονται παντού.

Οι ιδέες του Boonbunchachoke είναι τόσο αιχμηρές που κρατούν το ύφος της ταινίας συγκρατημένο, ταιριάζοντας σε μια ιστορία όπου ο κόσμος των μηχανών και ο κόσμος των ανθρώπων αρχίζουν να μοιάζουν ασφυκτικά διαπλεκόμενοι — τα φαντάσματα καταπονούνται από αυξανόμενη κοινωνική πίεση και οι άνθρωποι δέχονται, κυριολεκτικά, «ηλεκτροσόκ» από καλώδια υψηλής τάσης.

Ένα κάπως παρατεταμένο μεσαίο μέρος στήνει κρίσιμες συναισθηματικές εξελίξεις πολύ διακριτικά, όταν όμως τα πράγματα ανατινάζονται η αλλαγή τόνου είναι σχεδόν υπερβολικά φρενήρης, με ξεσπάσματα εκρηκτικής τζαζ και βίαιες στιγμές που σοκάρουν, χωρίς να έχουν πάντα κερδηθεί πλήρως.

Παρόλα αυτά, τέτοιες αστάθειες δεν μειώνουν την αίσθηση ότι παρακολουθείς μια ταινία σπάνιας ευρηματικότητας.

Η ταινία κυκλοφορεί από τη NEO Films.


ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΑΚΟΜΗ:

Ξεκινήματα/Begyndelser

Η Έινε και ο Τόμας πρόκειται να πάρουν διαζύγιο, τα παιδιά τους όμως δεν το γνωρίζουν. Καθώς ο Τόμας είναι έτοιμος να μετακομίσει με τη νέα του σύντροφο, η Έινε παθαίνει ξαφνικά ένα εγκεφαλικό επεισόδιο και, ώσπου να αναρρώσει, το ζευγάρι αποφασίζει να ζήσει ξανά κάτω από την ίδια στέγη. Αντιμετωπίζοντας αυτή τη νέα περίπλοκη πραγματικότητα, θα ανακαλύψουν την ελπίδα με τον πιο απρόσμενο τρόπο. Άλλη μία ταινία που αξίζει, μεταξύ άλλων, για τη συμμετοχή και ερμηνεία της Trine Dyrholm.

Η ταινία κυκλοφορεί από τη Weird Wave.

Η Θάλασσα το Χειμώνα

Σε μία πόλη με παλιά μεταλλεία, η Ναντίν, γεωλόγος, θα συναντηθεί με τον Χρήστο, απόγονο μεταλλωρύχων, και με την Κατερίνα, μοναδική γυναίκα αλιέα της περιοχής, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο συναισθηματικό πλέγμα. Μέσα στο φορτισμένο τοπίο θα απαλλαχθούν από τα δεσμά του παρελθόντος τους αλλά και το βάρος της Ιστορίας, για να ζήσουν ένα αβέβαιο παρόν.

Η ταινία προβάλλεται Σάββατο και Κυριακή, 18 και 19 Απριλίου, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας.

Η Έλι και η Παρέα των Φαντασμάτων/Elli and the Ghostly Ghost Train

Το μικρό φάντασμα Έλι ψάχνει απεγνωσμένα για ένα νέο σπίτι. Ο αγαπημένος της θείος, ο Τσέιμπερλεν, έχει απαχθεί από μυστηριώδη μικρά drones και το παλιό στοιχειωμένο αρχοντικό, όπου ζούσαν μαζί, δεν είναι πια ασφαλές. Έτσι, ξεκινά μια περιπέτεια γεμάτη μυστήρια και ανατροπές για να τον βρει. Τα ίχνη την οδηγούν σε ένα μέρος αλλόκοτο και ξεχασμένο: ένα παλιό τρένο-φάντασμα, κρυμμένο σε ένα λούνα παρκ.

Η ταινία κυκλοφορεί από τη Rosebud.21.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.