Νέες ταινίες: Η αναρχία των Looney Tunes και η μαγική Σκιά του Πατέρα Μου
Από την αναρχία των Looney Tunes και το σχόλιο για την εταιρική απληστία από το Coyote vs. Acme, μέχρι τη Σκιά του Πατέρα μου και την αντίσταση του Moulin.
- 29 ΟΚΤ 2026
Από την αναρχία των Looney Tunes και το σχόλιο για την εταιρική απληστία από το Coyote vs. Acme, μέχρι τη Σκιά του Πατέρα μου και την αντίσταση του Moulin, οι ταινίες της εβδομάδας έχουν κάτι για όλα τα γούστα.
Ακολουθεί ο σχολιασμός για τις ταινίες της εβδομάδας
Coyote vs Acme
Βαθμολογία: 82/100
Το 2023, η Warner Bros., το στούντιο που κατέχει εδώ και σχεδόν έναν αιώνα το παλαβό σύμπαν των Looney Tunes, απέσυρε χωρίς πολλές εξηγήσεις το Coyote vs. Acme από το πρόγραμμα κυκλοφοριών της. Ακολούθησε θύελλα αντιδράσεων, τόσο στο διαδίκτυο όσο και εκτός αυτού, μέχρι που τελικά η Ketchup Entertainment ανέλαβε τη διανομή της ταινίας. Και ευτυχώς που το έκανε, γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα αληθινό πανηγύρι απολαυστικής παράνοιας!
Υπό τη διοίκηση του CEO David Zaslav και με ένα αναδιοργανωμένο τμήμα κινουμένων σχεδίων, επικεφαλής του οποίου ήταν ο Bill Damaschke, η εταιρεία είχε αναπροσαρμόσει τις προτεραιότητές της, εγκαταλείποντας συγκεκριμένα πρότζεκτ και στρατηγικές streaming, με στόχο τη μείωση του κόστους και την αναδιάρθρωση του προγράμματος παραγωγών της. Τα στελέχη της εκτίμησαν πως το κόστος της προώθησης και της παγκόσμιας διανομής της ταινίας ενδεχομένως να ξεπερνούσε τα αναμενόμενα εισπρακτικά της έσοδα, και έτσι, παρά τις ιδιαίτερα θετικές δοκιμαστικές προβολές της, η Warner Bros. αποφάσισε να τη βάλει στο συρτάρι, προκειμένου να αξιοποιήσει τη σχετική οικονομική ζημία ως φορολογική διαγραφή – ακολουθώντας μια πρακτική που είχε εφαρμόσει και σε άλλες ολοκληρωμένες ή σχεδόν ολοκληρωμένες παραγωγές, όπως το Batgirl.
Έξυπνη και σπιρτόζικη, φρέσκια και ξεκαρδιστικά ανόητη, η ταινία συνδυάζει με απόλυτα επιτυχημένο τρόπο τα κλασικά κωμικά ευρήματα των Looney Tunes με σύγχρονους προβληματισμούς. Το γεγονός, λοιπόν, ότι η Warner Bros. δεν πίστεψε σε αυτήν είναι πραγματικά απογοητευτικό, αλλά ακόμη χειρότερο είναι πως τα στελέχη της εταιρείας που τόσο επιδέξια μαγειρεύουν τα οικονομικά της, δεν σκέφτηκαν ότι η ίδια η υπόθεση της ταινίας θα προκαλούσε αναπόφευκτα κάθε λογής αμήχανους παραλληλισμούς με τις δικές τους πρακτικές.
Οι τίτλοι στην αρχή του Coyote vs Acme μάς ενημερώνουν ότι η Warner Animation Group είναι «εξ ολοκλήρου θυγατρική της Acme Corporation». Η Acme Corporation, όπως ασφαλώς γνωρίζετε, είναι ο μυστηριώδης, φανταστικός αλλά παραδόξως πειστικός επιχειρηματικός κολοσσός που κατασκευάζει διάφορα προϊόντα στο σύμπαν των συγκεκριμένων κινουμένων σχεδίων. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν φυσικά οι αναρίθμητες εφευρέσεις —πατίνια με πυραυλοκινητήρες, εκρηκτικά που δυσλειτουργούν, ένα ραβδί αναπήδησης με προωθητήρα— που έχουν προκαλέσει αμέτρητους σωματικούς τραυματισμούς στον Will E. Coyote, κατά τη σισύφεια προσπάθειά του να πιάσει τον Road Runner, από την πρώτη κοινή τους εμφάνιση το 1949. Δεν πρόκειται, άρα, για εταιρεία που φημίζεται για την αξιοπιστία των προϊόντων της, ούτε βέβαια για την προθυμία της να αναγνωρίζει τα λάθη της.’
Έτσι, όταν συναντάμε τον Coyote, έχει καταστρώσει ένα καινούργιο σχέδιο: θα μηνύσει την Acme! Αποφασίζει, λοιπόν, να προσλάβει τον Kevin Avery (Will Forte, απολαυστικά αστείος με το χαρακτηριστικά κακομοίρικο ύφος του), έναν δικηγόρο που ειδικεύεται σε μικρές αγωγές εναντίον της εταιρείας. Ο Kevin, που αργότερα μαθαίνουμε ότι έχει αποφοιτήσει από τη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ και μόνο ανίκανος δεν είναι, έχει εγκαταλείψει κάθε σοβαρή φιλοδοξία για την επαγγελματική του ανέλιξη. Είναι και αυτός προϊόν των παράξενων καιρών μας, που τον έχουν μετατρέψει σε έναν φοβισμένο, υποτακτικό άνθρωπο. Πιστεύει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να τα βάλει κανείς με δυνάμεις όπως η Acme και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να υποκύπτουμε στις απαιτήσεις τους.
Ο Will E. Coyote, ωστόσο, δεν σκοπεύει να συμβιβαστεί με ψίχουλα. Έτσι, οδηγεί τον Kevin και το υπόλοιπο δικηγορικό γραφείο σε μια κατά μέτωπο σύγκρουση με τον πανίσχυρο κολοσσό της Acme και τον επιβλητικό επικεφαλής νομικό της σύμβουλο, Buddy Crane (ένας απολύτως προσηλωμένος John Cena). Στην πορεία, ο Coyote και η ομάδα του θα συναντήσουν αγαπημένους χαρακτήρες όπως ο Daffy Duck, ο Bugs Bunny, ο Sylvester, ο Tweety και πολλούς ακόμη.
Ο συνδυασμός ζωντανής δράσης και κινουμένων σχεδίων είναι ιδιαίτερα προσεγμένος και συμβάλλει στη δημιουργία ενός πειστικού κόσμου, όπου άνθρωποι και καρτούν συνυπάρχουν αρμονικά, αν και είναι κρίμα που η ταινία δεν εμβαθύνει στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν συναισθηματικά με τους χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων στην καθημερινότητά τους. Είναι μάλλον άδικο να συγκρίνουμε οποιαδήποτε υβριδική παραγωγή με το αξεπέραστο Who Framed Roger Rabbit του 1988, όμως η σύγκριση αναδεικνύει πως η συνύπαρξη ανθρώπων και καρτούν παραμένει περισσότερο ένα εντυπωσιακό οπτικό εύρημα παρά μια ολοκληρωμένη κοινωνική πραγματικότητα. Έχουν οι δύο κόσμοι ξεχωριστές κοινωνικές ζωές; Αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τα καρτούν ως ισότιμα μέλη της κοινωνίας ή απλώς ως υπερβολικές εκδοχές των ίδιων; Τέτοια ερωτήματα μένουν αναπάντητα, στερώντας από την ταινία ένα επιπλέον επίπεδο αφηγηματικού βάθους.
Και έτσι όμως, το Coyote vs. Acme είναι μία σβέλτη, αστεία, γεμάτη αυτογνωσία ταινία, που δεν καταφεύγει ποτέ στην αυτάρεσκη εξυπνάδα. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι μια ζεστή και χιουμοριστική παραλλαγή ενός δικαστικού θρίλερ, αρκετά ευφυής ώστε να αναγνωρίζει ότι τόσο ο δικός μας κόσμος όσο και εκείνος των Looney Tunes σπανίως φέρονται με καλοσύνη στους αδύναμους. Και ότι μερικές φορές οι καλοί δεν κερδίζουν.
That’s all, folks!
Η ταινία κυκλοφορεί από τη Feelgood.
Μουλέν: Ο Αντιστασιακός/Moulin
Βαθμολογία: 65/100
Υπάρχει κάτι αξιοσημείωτο στη χρονική συγκυρία που φέρνει σχεδόν ταυτόχρονα στις κινηματογραφικές αίθουσες δύο διαφορετικές προσεγγίσεις της γαλλικής Αντίστασης: τη φιλόδοξη διλογία La Bataille de Gaulle του Antonin Baudry, στην οποία εμφανίζεται και ο Jean Moulin, και το Moulin του László Nemes, που τοποθετεί τον θρυλικό αντιστασιακό στο επίκεντρο της αφήγησής του. Κι όλα αυτά ενώ η σύγχρονη Γαλλία βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ένα κύμα κοινωνικών εξεγέρσεων, μαζικών διαδηλώσεων και βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική εξουσία. Φυσικά, η αντίσταση στη ναζιστική κατοχή και οι σημερινές κοινωνικές διεκδικήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως ιστορικά ισοδύναμες. Η συνύπαρξή τους, ωστόσο, γεννά ένα ενδιαφέρον ερώτημα: τι σημαίνει για μια κοινωνία να επιστρέφει στους ήρωες της αντίστασής της, τη στιγμή που επαναδιαπραγματεύεται τη δική της σχέση με την εξουσία;
Έντεκα χρόνια μετά το συγκλονιστικό Son of Saul, ο βραβευμένος με Όσκαρ Ούγγρος σκηνοθέτης επιστρέφει στη σκοτεινότερη περίοδο της ευρωπαϊκής ιστορίας, εστιάζοντας στις τελευταίες ημέρες του Jean Moulin. Με τον Gilles Lellouche στον πρωταγωνιστικό ρόλο, παρακολουθούμε τη σύλληψη του εμβληματικού αγωνιστή από τη Gestapo το 1943 και την αναμέτρησή του με τον διαβόητο Klaus Barbie, τον οποίο ενσαρκώνει ο Lars Eidinger. Από τις πρώτες σκηνές, ο Nemes επιδεικνύει την αναμφισβήτητη σκηνοθετική του δεξιοτεχνία, δημιουργώντας έναν κόσμο βυθισμένο στην παράνοια, στην καχυποψία και στον διαρκή φόβο. Η φωτογραφία του Mátyás Erdély, με τις υποτονικές αποχρώσεις του μαύρου, του καφέ και του ξεθωριασμένου κίτρινου, παραπέμπει σε παλιές φωτογραφίες και κιτρινισμένες εφημερίδες, ενώ οι σκοτεινοί δρόμοι και η ατμόσφαιρα συνωμοσίας αντλούν στοιχεία από την αισθητική του κατασκοπικού φιλμ νουάρ. Ωστόσο, εκεί όπου το Son of Saul αξιοποιούσε μια ριζοσπαστική κινηματογραφική γλώσσα για να μετατρέψει τη φρίκη σε σχεδόν σωματική εμπειρία, το Moulin ακολουθεί μια αισθητά πιο συμβατική προσέγγιση. Η κινηματογραφική του αρτιότητα παραμένει αδιαμφισβήτητη, αλλά η αφηγηματική του γραμμικότητα και η προσήλωση στις συμβάσεις του ιστορικού δράματος στερούν από την ταινία εκείνη την αίσθηση ανακάλυψης που χαρακτήριζε τις πιο τολμηρές δημιουργίες του σκηνοθέτη.
Το μεγαλύτερο μέρος της δραματουργικής έντασης προκύπτει από την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Moulin και τον Klaus Barbie, καθώς η αφήγηση μετατρέπεται σταδιακά σε μια εξαντλητική δοκιμασία σωματικής και ψυχολογικής αντοχής. Ο Lellouche αποδίδει με αξιοσημείωτη αυτοσυγκράτηση έναν άνθρωπο που επιμένει να διατηρεί την αξιοπρέπειά του ακόμη και όταν στερείται κάθε δυνατότητα ελέγχου, ενώ ο Eidinger ενσαρκώνει τον βασανιστή του με μια επιδεικτική, σχεδόν θεατρική σαδιστικότητα. Παρά την αποτελεσματικότητα των ερμηνειών, η επαναλαμβανόμενη απεικόνιση των ανακρίσεων και των βασανιστηρίων οδηγεί την ταινία σε μια δραματουργική στασιμότητα. Η επιμονή στη σωματική οδύνη δεν συνοδεύεται πάντοτε από μια αντίστοιχη εμβάθυνση στην προσωπικότητα του Moulin ή στις πολιτικές και ιδεολογικές αντιφάσεις της εποχής. Έτσι, ο πρωταγωνιστής κινδυνεύει να περιοριστεί σε ένα σχεδόν αγιοποιημένο σύμβολο ηθικής ακεραιότητας, αντί να αναδειχθεί σε μια περισσότερο σύνθετη ανθρώπινη προσωπικότητα.
Το Moulin παραμένει ένα καλοφτιαγμένο, υποβλητικό και κατά στιγμές συγκινητικό ιστορικό δράμα, που υπενθυμίζει ότι η αντίσταση απέναντι στον φασισμό δεν εκφράζεται αποκλειστικά μέσα από ηρωικές πράξεις, αλλά και μέσα από την άρνηση της υποταγής. Σε μια εποχή αναζωπύρωσης του αυταρχισμού και ενίσχυσης της ακροδεξιάς, η επιλογή του Nemes να επαναφέρει στη συλλογική μνήμη μια τέτοια προσωπικότητα αποκτά αναπόφευκτα σύγχρονη πολιτική βαρύτητα. Ωστόσο, αυτή η επικαιρότητα προκύπτει περισσότερο από το ίδιο το ιστορικό υλικό παρά από κάποια ιδιαίτερα διεισδυτική κινηματογραφική ανάγνωσή του. Ο Nemes τιμά τον ήρωά του με σοβαρότητα και σεβασμό, αλλά μοιάζει περισσότερο απασχολημένος με τη διατήρηση της ιστορικής του υστεροφημίας παρά με την αμφισβήτηση ή την επανεξέτασή της. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που διαθέτει το βάρος και την αξιοπρέπεια του θέματός της, χωρίς όμως να καταφέρνει να μετατρέψει μια σπουδαία ιστορική διαδρομή σε εξίσου σπουδαίο κινηματογράφο.
Η ταινία κυκλοφορεί από την TFG.
Η Σκιά του Πατέρα μου/My Father’s Shadow
Βαθμολογία: 86/100
Η 24η Ιουνίου 1993 έμελλε να μείνει στην ιστορία ως μία από τις πιο καθοριστικές ημέρες της σύντομης μετααποικιακής ιστορίας της Νιγηρίας. Για τα δύο μικρά αγόρια που βρίσκονται στο επίκεντρο του ημιαυτοβιογραφικού δράματος My Father’s Shadow του Akinola Davies Jr. ωστόσο, η ημερομηνία θα αποκτούσε πιο προσωπική σημασία.
Ήταν στις 24 Ιουνίου 1993 όταν ο υποστράτηγος Ibrahim Badamasi Babangida, αρνούμενος να αποδεχτεί πως οι πολίτες της Νιγηρίας είχαν ψηφίσει με συντριπτική πλειοψηφία τον αγαπημένο τους υποψήφιο, MKO Abiola, ακύρωσε τα αποτελέσματα των πρώτων δημοκρατικών εκλογών της χώρας μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα που είχε πραγματοποιηθεί δέκα χρόνια νωρίτερα. Η καμπή για τη χώρα υπήρξε ιστορική, όταν οι ελπίδες για δημοκρατική μετάβαση μετά από χρόνια στρατιωτικής διακυβέρνησης διαψεύστηκαν βίαια.
Μία τέτοια ημέρα βρίσκεται στον πυρήνα του My Father’s Shadow, του εντυπωσιακού σκηνοθετικού ντεμπούτου του Βρετανονιγηριανού Akinola Davies Jr., που έγινε. Μέσα σε αυτό το τεταμένο πολιτικό περιβάλλον στο ντεμπούτο του Davies Jr., η πρώτη νιγηριανή ταινία που συμμετείχε στην επίσημη επιλογή του Φεστιβάλ Καννών και υποβολή του Ηνωμένου Βασιλείου στα Όσκαρ, ο Akin και ο Remi, ακολουθούν τον συχνά απόντα πατέρα τους, Folarin, σε μια απροσδόκητη εκδρομή στο Λάγος, όπου εκείνος προσπαθεί να εισπράξει δεδουλευμένους μισθούς. Για τα παιδιά όμως, η διαδρομή αποτελεί κάτι πολύ σημαντικότερο: μια σπάνια ευκαιρία να γνωρίσουν τον άνθρωπο που μέχρι τότε υπήρχε στη ζωή τους περισσότερο ως ιδέα παρά ως παρουσία.
Ο Davies, που συνυπογράφει το σενάριο με τον αδελφό του Wale, αντλεί από προσωπικά βιώματα για να δημιουργήσει ένα βαθιά τρυφερό, ημιαυτοβιογραφικό πορτρέτο της παιδικής ηλικίας και της πατρικής απουσίας. Η αφήγηση υιοθετεί σχεδόν ολοκληρωτικά την οπτική των δύο αγοριών, αφήνοντας την πόλη, τους ανθρώπους και τις πολιτικές εξελίξεις να αποκαλυφθούν μέσα από αποσπασματικές εικόνες, μισοτελειωμένες συζητήσεις και γεγονότα που τα παιδιά αδυνατούν ακόμη να αποκωδικοποιήσουν. Το Λάγος μετατρέπεται έτσι σε έναν ζωντανό οργανισμό, γεμάτο αντιθέσεις, χρώματα, θορύβους και απρόβλεπτες συναντήσεις, όπου η παιδική περιέργεια συνυπάρχει με μία διαρκώς εντεινόμενη αίσθηση απειλής. Η ιμπρεσιονιστική κινηματογράφηση, η αισθητηριακή πυκνότητα των εικόνων και ο χαλαρός, σχεδόν περιπλανώμενος αφηγηματικός ρυθμός δημιουργούν την αίσθηση μιας ανάμνησης που ανασυντίθεται χρόνια αργότερα. Μιας ανάμνησης στην οποία δεν έχει σημασία τόσο η ακριβής αλληλουχία των γεγονότων όσο τα βλέμματα, οι χειρονομίες και τα συναισθήματα που επιβιώνουν από τον χρόνο.
Ο Ṣọpẹ́ Dìrísù ως Folarin είναι μια γοητευτική αλλά βαθιά αντιφατική προσωπικότητα. Στα μάτια των παιδιών του είναι ένας σχεδόν μυθικός ήρωας, ένας άνδρας επιβλητικός, προστατευτικός και παντοδύναμος. Καθώς όμως η ημέρα εξελίσσεται, η εξιδανικευμένη αυτή εικόνα αρχίζει σταδιακά να ραγίζει, αποκαλύπτοντας έναν άνθρωπο ευάλωτο, οικονομικά πιεσμένο και ατελή, που προσπαθεί να ανταποκριθεί σε έναν ρόλο τον οποίο οι κοινωνικές συνθήκες καθιστούν ολοένα δυσκολότερο. Η ταινία εξετάζει με ιδιαίτερη ευαισθησία την πατρότητα και την αρρενωπότητα, διερωτώμενη τι σημαίνει πραγματικά να είσαι παρών στη ζωή των παιδιών σου και κατά πόσο η οικονομική εξασφάλιση μπορεί να υποκαταστήσει τη συναισθηματική εγγύτητα. Παράλληλα, η πολιτική διάσταση της αφήγησης αποκτά μια εξαιρετικά εύστοχη συμβολική λειτουργία: όπως τα δύο αγόρια εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε έναν πατέρα που δεν μπορεί πάντοτε να τα προστατεύσει, έτσι και μια ολόκληρη χώρα αναζητά ένα πρόσωπο ικανό να της εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον, μόνο και μόνο για να έρθει αντιμέτωπη με την προδοσία των προσδοκιών της.
Η μεγαλύτερη επιτυχία του My Father’s Shadow βρίσκεται τελικά στον τρόπο με τον οποίο συνδέει το προσωπικό με το συλλογικό, χωρίς να θυσιάζει την ανθρώπινη διάσταση της ιστορίας του στον βωμό της πολιτικής αλληγορίας. Ο Davies αποφεύγει τους εύκολους συναισθηματισμούς και τη συμβατική δραματουργική κορύφωση, εμπιστευόμενος τη δύναμη των μικρών, φευγαλέων στιγμών. Το αποτέλεσμα είναι ένα σπάνια ώριμο ντεμπούτο, που αντιμετωπίζει τον κινηματογράφο ως έναν τρόπο να επιστρέψουμε σε όσα χάθηκαν και, έστω για λίγο, να ξανασυναντήσουμε εκείνους που εξακολουθούν να ζουν μέσα στις αναμνήσεις μας.
Η ταινία κυκλοφορεί από τη Weird Wave.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ:
Αετοί της Δημοκρατίας
Ο Ταρίκ Σαλέχ ολοκληρώνει την εντυπωσιακή «Τριλογία του Καΐρου» με ένα σκοτεινό και στοχαστικό πολιτικό θρίλερ με σατιρικές πινελιές που παίζει με τους παραμορφωτικούς καθρέφτες της τέχνης και της εξουσίας. Επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβάλ Καννών.
Η ταινία κυκλοφορεί από το Cinobo.
Τερατο-Μία
Στην πόλη του Πρίμροουζ Βάλεΐ, οι δρόμοι είναι πεντακάθαροι και τα γκαζόν είναι τέλεια περιποιημένα. Κάποιοι θα χαρακτήριζαν όμορφο το Πρίμροουζ, αλλά για τη δωδεκάχρονη Μία, είναι τρομερά συνηθισμένο. Όλη της τη ζωή, η Μία ένιωθε εκτός τόπου, όχι μόνο στην πόλη της, αλλά και στην ίδια της την οικογένεια. Η δίδυμη αδελφή της, η Μαρί, είναι το τέλειο κορίτσι του Πρίμροουζ. Διατηρεί μια κομψή εικόνα χωρίς να ιδρώνει καθόλου, ξέρει πάντα πώς να ταιριάζει και να παραμένει δημοφιλής. Η Μία, από την άλλη, αργεί πάντα, λατρεύει τα εκκεντρικά ρούχα και τον κατοικίδιο αρουραίο της και το πιο σημαντικό, είναι πεπεισμένη ότι τα τέρατα εξακολουθούν να υπάρχουν. Μετά από μία ακόμη φασαρία στο σχολείο, η διευθύντρια του Πρίμροουζ στέλνει τη Μία στη μυστηριώδη Ακαδημία Ρότγουντ. Εκεί, η Μία θα ανακαλύψει ότι όλοι οι νέοι συμμαθητές της είναι αληθινά τέρατα.
Η ταινία κυκλοφορεί από την Tanweer.
Μποϊούνα
Μια ομάδα νεαρών γιατρών ξεκινά μια ανθρωπιστική αποστολή στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου. Όλοι είναι γεμάτοι ενθουσιασμό για να βοηθήσουν όσους έχουν ανάγκη, αλλά ο καθένας από αυτούς έχει τους δικούς του σκοπούς. Ωστόσο, δεν αντιδρούν όλοι ευγενικά στην άφιξή τους και η επίσκεψή τους ξυπνά ένα αρχαίο αρπακτικό: την Μποϊούνα. Αυτό το μυθικό πλάσμα, που κυνηγά τόσο στη στεριά όσο και στο νερό, επιστρέφει για να υπερασπιστεί την επικράτειά του. Στη μέση της πυκνής ζούγκλας, ξεσπά ένας ανελέητος αγώνας επιβίωσης, στον οποίο τα όρια μεταξύ κυνηγού και θηράματος γίνονται όλο και πιο ασαφή.
Η ταινία κυκλοφορεί από την Tanweer.
Φτιαγμένος για Εκείνη/Wicker
Σε ένα απομονωμένο χωριό, μια περιθωριοποιημένη ψαρού, που ζει στο περιθώριο της κοινότητας, αποφασίζει να παραγγείλει έναν σύζυγο από τον τοπικό καλαθοπλέκτη. Όταν όμως ψάθινος άντρας αποδεικνύεται πολύ πιο εντυπωσιακός, γοητευτικός και ζωντανός απ’ όσο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί, η παρουσία του ξυπνά μέσα της μια νέα αίσθηση επιθυμίας, ελευθερίας και αυτοεκτίμησης. Η σχέση τους προκαλεί ζήλια, περιέργεια και αναστάτωση, απειλώντας να τινάξει στον αέρα την ίδια την κοινωνική τάξη του χωριού.
Olivia Colman, Alexander Skarsgård, Peter Dinklage και Elizabeth Debicki.
Η ταινία κυκλοφορεί από τη Spentzos.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.