REVIEWS

Νέες ταινίες: Το φαινόμενο των Backrooms είναι επιτέλους στη μεγάλη οθόνη

Βουτήξαμε στα Backrooms, τα διαταραγμένα παρασκήνια της πραγματικότητάς μας, και αυτό που βρήκαμε ήταν υπαρξιακά και νέο ταλέντο.

To Backrooms είναι επιτέλους στις αίθουσες, αλλά δεν είναι η μοναδική ταινία που αξίζει την προσοχή σου αυτή την εβδομάδα.

Ακολουθεί ο σχολιασμός μας για τις ταινίες της εβδομάδας, μέσα και έξω από τα Backrooms.

Backrooms

Βαθμολογία: 75/100

Ο σκηνοθέτης Kane Parsons είναι ο Όμηρος των Backrooms. Δεν είναι δική του επινόηση, η εξαιρετικά δημοφιλής σειρά του όμως στο YouTube, της οποίας το πρώτο επεισόδιο που κυκλοφόρησε το 2022, έχει πλέον σχεδόν 80 εκατομμύρια προβολές, βοήθησε να συγκεντρωθεί και να αποκτήσει πιο συγκεκριμένη μορφή όλη αυτή η ευρύτερη διαδικτυακή μυθολογία. Τώρα η κινηματογραφική βιομηχανία θέλει κι αυτή ένα κομμάτι από το φαινόμενο, και το διεκδικεί με το Backrooms της οσκαρικής A24 που ο Parsons προσελήφθη για να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη.

Εμπνευσμένη αρχικά από μία ανώνυμη ανάρτηση στο 4chan και εμπλουτισμένη διαδικτυακά από πρόθυμους χρήστες, η ιδέα των Backrooms περιστρέφεται γύρω από έναν μεταβατικό, οριακό χώρο έξω από την πραγματικότητα, όπου άδειοι χώροι «θυμούνται» και αναπαράγουν ατελώς πραγματικούς χώρους, συχνά παραμορφώνοντάς τους, αναμιγνύοντάς τους ή θολώνοντας τα όριά τους.

Η σειρά του Parsons στο YouTube αποτελείται κυρίως από βίντεο τύπου found footage, φτιαγμένα από το δωρεάν πρόγραμμα Blender στο laptop του, ως αποσπασματικά, κυρίως, κομμάτια χαμένου υλικού που υπονοεί μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία χωρίς ποτέ να την αφηγείται πλήρως. Η κινηματογραφική εκδοχή έρχεται να συμπληρώσει κάποια από τα κενά των μικρού μήκους, διατηρώντας συνειδητά μυστήριο και ασάφεια ώστε να αφήσει μπόλικο χώρο στη φαντασία μας.

Ο Chiwetel Ejiofor υποδύεται τον Clark, έναν βαθιά απογοητευμένο αποτυχημένο αρχιτέκτονα που προσπαθεί να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή του ανοίγοντας ένα κατάστημα επίπλων. Η σύζυγός του εξακολουθεί να μένει στο σπίτι τους, αλλά τον έχει διώξει εξαιτίας του αλκοολισμού του και των συνεχών ψεμάτων με τα οποία προσπαθεί να τον καλύψει. Έτσι, εκείνος καταλήγει να κοιμάται μέσα στο ίδιο του το μαγαζί, ανάμεσα στα δικά του φτηνά και κακοφτιαγμένα έπιπλα.

Ένα βράδυ όμως, καθώς προσπαθεί να εντοπίσει την αιτία κάποιων ανεξήγητων ηλεκτρικών προβλημάτων στο κτίριο, ανακαλύπτει μια πύλη στον τοίχο του καταστήματος που οδηγεί σε έναν φαινομενικά ατελείωτο και αδύνατο χώρο. Εκεί, τα φθορίζοντα φώτα παράγουν έναν αδιάκοπο και καταπιεστικό βόμβο, η γεωμετρία του χώρου μοιάζει παράξενη και παράλογη, ενώ τυχαία — συχνά παραμορφωμένα — αντικείμενα, που θυμίζουν τα δικά του έπιπλα, ξεπροβάλλουν από τους τοίχους και το πάτωμα.

Ο Clark αρχίζει να εξερευνά αυτό το μέρος, παρασύροντας μαζί του υπαλλήλους του αλλά και την ψυχοθεραπεύτριά του, Mary (Renate Reinsve). Πολύ γρήγορα γίνεται εμμονικός με την ανακάλυψη, και ακόμη γρηγορότερα συνειδητοποιεί πως δεν είναι μόνος σε αυτόν τον μυστηριώδη χώρο.

Με ένα σίγουρο χέρι που δεν μοιάζει με πρωτάρη και μέσα από εναλλαγές κάδρων που αποσταθεροποιούν κοινό και πρωταγωνιστές, ο Parsons μας εγκλωβίζει απολαυστικά σε έναν αρχιτεκτονικό εφιάλτη αέναης λούπας που μεταμορφώνει σε καλλιτεχνικό σινεμά, συμβολικά συνδεδεμένο με τη λούπα που ακολουθεί το δικό μας νευρικό σύστημα όταν θέλει να μας προστατεύσει από οτιδήποτε εκλαμβάνει ως κίνδυνο – ακόμη και αλλαγές που θα μας ευεργετούσαν. Πώς λειτουργεί η μνήμη μας; Πώς αναδιαμορφώνουμε τα γεγονότα; Δημιουργούμε τα δικά μας Backrooms, παραμορφωμένες εκδοχές των συνθηκών μας; Σε τι μοτίβα πέφτουμε ξανά και ξανά, ακόμη και προσπαθώντας να αλλάξουμε;

Η ένταση ανάμεσα στην αφηγηματική δομή και την καθαρά βιωματική μορφή τρόμου είναι τελικά αυτό που κάνει το Backrooms τόσο συναρπαστικό. Ακόμη κι όταν η αφήγηση σκοντάφτει, η δημιουργική φωνή του Parsons παραμένει αδιαμφισβήτητα ξεχωριστή. Λίγες πρώτες ταινίες τρόμου μοιάζουν τόσο ολοκληρωμένες σε επίπεδο ύφους ή τόσο αφοσιωμένες στη δημιουργία ατμόσφαιρας, και ο Parsons συστήνεται ως σκηνοθέτης που αξίζει να παρακολουθούμε στενά, προσφέροντας μία βαθιά ανησυχητική υπενθύμιση πως μερικές φορές το πιο τρομακτικό πράγμα στον κόσμο είναι να έρχεσαι αντιμέτωπος με τις ατέλειες και τις παραμορφώσεις της ίδιας της ύπαρξης.

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Spentzos Film.

Οι Κρίστοφερ/The Christophers

Βαθμολογία: 82/100

Μπορείς σχεδόν να ακούσεις εκείνη τη βροντερή, μελωδική φωνή του Ian McKellen να γεμίζει κάθε σωματίδιο αέρα στον χώρο του The Christophers. Είναι αυτή η φωνή που έχει υφανθεί βαθιά στον σύγχρονο πολιτισμό, μέσα από τον φλογερό και δεξιοτεχνικό τρόπο με τον οποίο ο ηθοποιός χειρίστηκε χαρακτήρες όπως ο Richard III, ο Gandalf ή ο Magneto των X-Men. Μία παρουσία που τα κατακλύζει όλα και αναζωογονεί, εδώ, τον Steven Soderbergh.

Αυτή η φωνή αξιοποιείται υπέροχα στο The Christophers, τη νέα δουλειά του Soderbergh μετά το περσινό διπλό χτύπημα των Presence και Black Bag. Οι ταινίες αυτές μοιράζονται μία εμμονή με την αφηγηματική οικονομία, είναι ταινίες λιτές μέχρι το κόκαλο, αλλά ταυτόχρονα τεράστιες στις εννοιολογικές τους φιλοδοξίες, στη γοητεία τους και στη συναισθηματική τους οικειότητα.

Ο McKellen υποδύεται έναν δύστροπο, γκρινιάρη ηλικιωμένο Άγγλο ζωγράφο ονόματι Julian Sklar, έναν καλλιτέχνη της Σχολής του Λονδίνου που κάποτε κυριαρχούσε, αλλά πλέον θεωρείται παρωχημένος και αντιπαθής. Η Laurie της Michaela Cole έχει λάβει οδηγίες από τα παιδιά του να βρει μια σειρά πολυσυζητημένων πινάκων που ο Julian είχε αρχίσει να εκθέτει τη δεκαετία του ‘90, όταν ήταν ακόμη μεγάλο όνομα, προτού τους αποσύρει από τη δημοσιότητα και τους κρύψει κάπου μέσα στο αρχοντικό του.

Οι επιδιώξεις του σεναρίου του Ed Solomon στήνουν το σκηνικό για ένα απολαυστικό και αιχμηρό δράμα δωματίου, που μοιάζει να κρύβει μια ντουζίνα παγίδες σε κάθε του χώρο, και ο Soderbergh φαίνεται τόσο ενθουσιασμένος με την προοπτική να τις ενεργοποιήσει που η κάμερά του δονείται κυριολεκτικά από τη στιγμή που μπαίνει στο σχεδόν ταφικό διαμέρισμα όπου εκτυλίσσεται το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας. Η λεκτική μονομαχία 30 λεπτών που προκύπτει αργότερα στο φιλμ αποτελεί μία από τις κορυφαίες σεκάνς της μετα-συνταξιοδοτικής περιόδου του Soderbergh.

Σε μια ερμηνεία τόσο πολυεπίπεδη όσο και οι ημιτελείς καμβάδες που ο Julian κρατά αποθηκευμένους, ο McKellen ενσαρκώνει έναν πραγματικά δύστροπο και ενοχλητικό άνθρωπο που απολαμβάνει την κοφτερή του ειρωνεία, αλλά παράλληλα — χωρίς ούτε ίχνος συναισθηματικής υπερβολής — του χαρίζει τη βαθιά πληγωμένη παραίτηση ενός άντρα που πληγώνει τους άλλους επειδή απλώς δεν ξέρει πώς να τους βοηθήσει.

Η Laurie, μία καλλιτέχνιδα εξουθενωμένη δημιουργικά που έχει χάσει την πίστη της στην ικανότητά της να παράγει έργο με ουσία, προσφέρει στον Julian έναν απρόσμενο καθρέφτη. Νέα, μαύρη, πολυσυντροφική και τόσο τρομοκρατημένη από την ευαλωτότητα ώστε αντιμετωπίζει κάθε αλληλεπίδραση με έναν ψυχρό μονότονο τρόπο, μοιάζει να είναι το ζωντανό σύμβολο αυτού που ένας ηλικιωμένος λευκός καλλιτέχνης θα κατηγορούσε για τη δική του παρακμή. Eκείνη και ο Julian είναι δεμένοι τόσο στενά, όσο μια βελόνα ραμμένη στον καμβά τους.

Το Christophers λειτουργεί καλύτερα όταν αυτοί οι χαρακτήρες χρησιμοποιούν το σχέδιο πλαστογράφησης ως αφορμή για να εξερευνήσουν τη δική τους σχέση με την τέχνη, αλλά και μεταξύ τους. Η ταινία σπάνια εγκαταλείπει το μουχλιασμένο εσωτερικό του διαμερίσματος του Julian, η δυναμική όμως ανάμεσα στους δύο αντιμαχόμενους ζωγράφους είναι από μόνη της θέαμα, και η κουλ, άμεση κινηματογράφηση του Soderbergh πάλλεται από μία ενέργεια που έλειπε από την πιο στατική αισθητική των πρόσφατων έργων του.

Ο Soderbergh διαθέτει μια ιδιαίτερη υπερδύναμη που δεν χαρίζεται εύκολα, ούτε στους σημαντικότερους σκηνοθέτες: την ικανότητα να εκπλήσσει.

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Spentzos Film.

Η Ομηρία/Dead Man’s Wire

Βαθμολογία: 72/100

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Gus Van Sant μετά το Don’t Worry, He Won’t Get Far on Foot του 2018 μεταφέρει μία αλλόκοτη πραγματική υπόθεση ομηρίας που είχε καθηλώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1977.

Στο Dead Man’s Wire πρωταγωνιστεί ο Bill Skarsgård στον ρόλο του ελληνικής καταγωγής Tony Kiritsis, ενός επιχειρηματία που πίστευε πως ο χρηματοδότης του είχε υπονομεύσει τα σχέδιά του για την κατασκευή ενός εμπορικού κέντρου. Πεπεισμένος ότι είχε πέσει θύμα εξαπάτησης και αντιμέτωπος με την απειλή κατάσχεσης, ο Kiritsis εισβάλλει ένα πρωινό του Φεβρουαρίου στα γραφεία του δανειστή του και έρχεται αντιμέτωπος με τον μεσίτη Richard O’ Hall που υποδύεται ένας κατάλληλα αναξιόπιστος Dacre Montgomery.

Η κατάσταση σύντομα κλιμακώνεται, με τον Kiritsis να οχυρώνεται στο διαμέρισμά του μαζί με τον όμηρό του, ισχυριζόμενος πως ο χώρος είναι γεμάτος εκρηκτικά. Για τις επόμενες 63 ώρες επικοινωνεί κυρίως μέσω ενός τοπικού ραδιοφωνικού παραγωγού (Colman Domingo), χρησιμοποιώντας τις εκπομπές ως βήμα για να εκφράσει τις καταγγελίες και την οργή του απέναντι στην εταιρεία στεγαστικών δανείων.

Βασισμένος στο σκοτεινά σατιρικό σενάριο του Austin Kolodney, ο Van Sant στήνει μία εκρηκτική αναμέτρηση που θυμίζει ταινίες όπως Network και Dog Day Afternoon. Ο Skarsgård αποδίδει τον Tony Kiritsis ως μία προσωπικότητα γεμάτη πικρία, επιδεικτική αυτοπεποίθηση και πληγωμένο εγωισμό, ισορροπώντας ανάμεσα στην απόγνωση και την επιθετικότητα. Στην ταινία εμφανίζεται και ο Al Pacino, αυτή τη φορά στον ρόλο ενός αλαζονικού και προνομιούχου μεγαλοπαράγοντα από την Ιντιανάπολη, που μοιάζει σχεδόν φτιαγμένος για να πυροδοτήσει κάθε αντισυστημικό αντανακλαστικό του θεατή.

Η ταινία αποφεύγει, ωστόσο, να παρουσιάσει τον Tony ως έναν απλό λαϊκό ήρωα, έναν Δαβίδ απέναντι στον Γολιάθ του αμερικανικού καπιταλισμού. Όπως ο Pacino στο Dog Day Afternoon, έτσι και ο Skarsgård δεν επιτρέπει στον χαρακτήρα να γίνει εύκολα συμπαθής ή εξιδανικευμένος. Στο βλέμμα του υπάρχει μια ανησυχητική σπίθα παράνοιας, μία αστάθεια που κρατά την Ομηρία ζωντανή και απρόβλεπτη, αντί να το μετατρέπει σε μία τυπική αναπαράσταση αληθινών εγκλημάτων.

Ο Van Sant οδηγεί τον θεατή σε σκοτεινές ψυχολογικές διαδρομές που τα μέσα ενημέρωσης δεν είχαν εξερευνήσει ποτέ, και μπορεί να μην προσφέρει ξεκάθαρες απαντήσεις, αλλά τα προκλητικά ερωτήματα που θέτει γύρω από την ενοχή και την αθωότητα είναι πιθανό να συνεχίσουν να σε απασχολούν για πολύ μετά την ολοκλήρωση της προβολής.

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Spentzos Film.

ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ:

Beast

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.

Romeria

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Weird Wave.

Ένας Ποιητής/A Poet

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Filmtrade.

Homo Sapiens?

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Danaos Films.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.