WireImage/Getty Images Joseph Okpako
ONE MORE TIME

Ο αιώνιος χορός των Daft Punk

Ένα μικρό αντίο σε μια μεγάλη μπάντα και σε όλες τις φορές που χορέψαμε τις εμβληματικές τους επιτυχίες.

«Και απλά, δε μπορούσα να πιστέψω ότι διαλύθηκαν οι Daft Punk και δε μπορούσα να πάω κάπου το ίδιο βράδυ να χορέψω».

Δεν έχει σημασία αν ήταν μια σκέψη που μου πέρασε από το μυαλό το απόγευμα διαβάζοντας την είδηση της διάλυσης ή αν ήταν μια αληθινή ατάκα που ειπώθηκε σε τηλεφώνημα μες στη μέση της νύχτας, εξάλλου το νιώσιμο ανήκει εξίσου και στις δύο αυτές καταστάσεις.

Από την άλλη, η χορευτική έκσταση στην οποία οδηγεί η γεμάτη επιρροές, και επίπεδα, και ιδέες μουσική του δίδυμου από τη Γαλλία, καταλήγει σχεδόν ως state of mind. Η μουσική τους μπορεί να άγγιζε τον ρετροφουτουρισμό ή μπορεί να μπόλιαζε χαρακτηριστικά στοιχεία από τις δικές τους αγαπημένες μουσικές με νέες ιδέες, όμως αυτό που δημιουργούσαν οι Daft Punk κατέληγε πάντα να έχει ως μοναδικό σημείο αναφοράς τον ίδιο τον εαυτό του. Μπορεί να ήταν κομμάτια φτιαγμένα από χίλια διαφορετικά υλικά, όμως όταν άκουγες Daft Punk δεν πήγαινε ο νους σου αλλού. Οι ορμητικοί τους ηλεκτρονικοί ήχοι δε σου επέτρεπαν ποτέ να αναλωθείς σε θεωρητικές ασκήσεις – το μόνο που υπήρχε ήταν ο ρυθμός, εσύ, και ο ιδρώτας.

Να τι θα πει Daft Punk:

Είναι μουσικά ουρλιαχτά φτιαγμένα από τους χορευτικούς παροξυσμούς των ζωντανών εμφανίσεων που προηγήθηκαν του ντεμπούτου άλμπουμ. Είναι το rave σε μια παριζιάνικη ταράτσα στο οποίο οι Thomas Bangalter και Guy-Manuel de Homem-Christo ανακάλυψαν τη μουσική σκηνή που έμελλε να επανακαθορίσουν. Είναι οι chill ήχοι του Nile Rodgers μαζί με την eurodisco electronica του Giorgio Moroder. Είναι ο τρόπος που οι techno, οι house και οι funk ήχοι γίνονται ένα. Είναι ο ρυθμός στο background που αρχίζει να εντείνεται εκεί από το 4ο λεπτό του One More Time, σαν μεθοδικό φλερτ από την απέναντι πλευρά του dancefloor που κορυφώνεται στο κέντρο του. Είναι η μεθυστική αγριότητα του Rollin’ & Scratchin’ όσο και η απόκοσμη μελαγχολία του Veridis Quo. Είναι το να αισθάνεσαι τα πάντα ενώ Χάνεσαι Στον Χορό.

Πώς μια μουσική ορμή τόσο προσωπική έφτασε σε ένα τόσο άφταστο, εμβληματικό επίπεδο; Η mainstream επιτυχία των Daft Punk σε κάνει να συνεχίσεις να θες να πιστεύεις σε κάτι το αγνό. Στο οποίο βοηθάει και ο τρόπος που πάντα πλάσαραν τον εαυτό τους. Ως αποστασιοποιημένα ρομπότ, όχι θνητοί άνθρωποι ζουν και αναπνέουν ανάμεσά μας. Καταλαβαίνεις: Οι Daft Punk δεν ήταν ποτέ εδώ για να συζητήσουν μαζί μας, ήταν εδώ για να μας κάνουν να βγούμε από τα σώματά μας.

Da Funk

Το άνοιγμα του Da Funk παραμένει σχεδόν 30 χρόνια μετά ένας από τους πιο σίγουρους τρόπους για να βάλεις ανθρώπους να χορέψουν. Ηχογραφήθηκε το ‘95, όταν οι Daft Punk ήδη υπήρχαν για 2 χρόνια έχοντας αρχίσει να αποκτούν δυσθεώρητο hype στους κόλπους της Γαλλικής house σκηνής. Σε αυτό το σημείο ακόμα δε σκοπεύουν καν να βγάλουν τα κομμάτια σε άλμπουμ. Η λογική που τους κατευθύνει είναι το τι κάνει τον κόσμο να λιώνει στα ήδη διάσημα live τους, που αποτελούν μίξη διαφορετικών μουσικών ειδών και τεχνικών, με τους ίδιους ήδη να κρύβονται πίσω από -κάθε λογής- μάσκες.

O Bangalter λέει σχεδόν με παράπονο πως «θέλαμε να κάνουμε ενός είδους gangsta rap και να σκοτεινιάσουμε τον ήχο μας όσο ήταν δυνατόν. Έχουμε ακούσει ότι τα ντραμς ακούγονται σαν τους Queen και τους Clash και πως η μελωδία θυμίζει τον Giorgio Moroder, και τα συνθεσάιζερ ακούγονται σαν electro. Αλλά κανείς δε συμφωνεί μαζί μας ότι ακούγεται σαν χιπ χοπ». Το κομμάτι τυπώνεται σε 12ιντο, με b-side το επικό Rollin’ & Scratchin’ και περνά απαρατήρητο το 1995 μέχρι που οι Chemical Brothers αρχίζουν να το χρησιμοποιούν στα δικά τους σόου.

Τελικά, και καθώς το hype για τους Daft Punk γιγαντώνεται μέσα από τα live τους, το κομμάτι θα γίνει το πρώτο single για το πρώτο τους άλμπουμ, Homework. Ακολουθούν singles σαν το Around the World ή το Revolution 909. Το άλμπουμ γίνεται παγκόσμια επιτυχία, φέρνει τεράστια προσοχή πάνω στη γαλλική house, απομακρύνοντάς την από τη τζενέρικ euro-dance. Το βίντεο του Da Funk σκηνοθετεί ο Spike Jonze. Εκείνο του Around the World, o Michel Gondry.

Κάποιες φορές απλά τα πάντα πετυχαίνουν. Κάποιες φορές είσαι οι Daft Punk κι ό,τι κι αν κάνεις, γίνεται εμβληματικό.

One More Time

Μιλώντας για εμβληματικό: Απομακρυνόμενοι από τον καθαρά ηλεκτρονικό ήχο που γεννήθηκε πρακτικά πάνω στα live τους, και εξερευνώντας περισσότερο φόρμες και δομές εμπνεόμενοι από garage και ντίσκο, οι Daft Punk δημιουργούν 4 χρόνια μετά αυτό που μάλλον ήταν και παραμένει το μεγαλύτερο μνημείο τους. Το Discovery τους βάζει για τα καλά στο mainstream και στα κλαμπ, πουλάει σε βάθος χρόνου περισσότερα από 2μιση εκατομμύρια αντίτυπα, σαμπλάρεται ανηλεώς από καλλιτέχνες μέχρι και σήμερα και εξακολουθεί να θεωρείται σταθμός για το είδος.

Πρώτο single το One More Time, ίσως το κομμάτι που έχουμε συλλογικά ως ανθρωπότητα χορέψει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο. «Πολλοί διαμαρτύρονταν για τη χρήση του Auto-Tune», λέει ο Bangalter. «Μου θυμίζει στα τέλη των ‘70ς όταν μουσικοί στη Γαλλία προσπάθησαν να απαγορεύσουν το συνθεσάιζερ. Αυτό που δεν είδαν ήταν ότι μπορούσες να χρησιμοποιήσεις αυτά τα εργαλεία με νέους τρόπους αντί να αντικαταστήσεις τα εργαλεία που ήρθαν πριν».

Around the World / Harder, Better, Faster, Stronger

Στη σφαίρα της μαζικής επιτυχίας, κυκλοφορούν το μάλλον πιο διχαστικό τους άλμπουμ, Human After All το 2005, γραμμένο και ερμηνευμένο σε πολύ σύντομο διάστημα και με πιο πειραματικές διαθέσεις. Σε αυτό το σημείο βέβαια απολύτως τίποτα δεν τους σταματά. Το Alive Tour κυκλοφορεί σε live άλμπουμ, γραμμένο φυσικά στη Γαλλία, το οποίο μεταδίδει πλήρως το οργασμικό vibe του κοινού. Οι Daft Punk αλλοιώνουν samples, μιξάρουν και εναλλάσσουν λούπες, συνδυάζουν και παραποιούν κομμάτια κρατώντας τις ορδές των fans στα μικρά τους ρομποτικά δαχτυλάκια.

(Γράφω αυτές τις γραμμές στον καναπέ του σπιτιού μου 3μιση το βράδυ, όταν σκάει το beat στα μισά του παραπάνω κομματιού βρίσκομαι κατευθείαν στο κάγκελο ενός κλειστού χώρου-κόλασης γεμάτου κόσμο που ουρλιάζει και ο Covid δεν έχει υπάρξει ποτέ. Η ώρα παραμένει φυσικά 3μιση.)

Derezzed

Είναι αντικειμενικά περίεργη δισκογραφία: 4 άλμπουμ, δίχως ούτε ένα αποτυχημένο, συν ένα σάουντρακ για ένα ντισνεϊκό sequel. ΟΚ! To Tron: Legacy είναι έτσι κι αλλιώς μια φανταστικά έκφραση των ψηφιακών aesthetics στο σινεμά και οι ήχοι των Daft Punk ταιριάζουν ιδανικά. Στο ξέφρενo Derezzed κάνουν και cameo στην ταινία.

Get Lucky

Όπως είχε πει κι ο Llewyn Davis στο αριστούργημα των αδερφών Coen, αν κάτι δεν είναι καινούριο και δε γίνεται ποτέ παλιό, τότε είναι μάλλον το Get Lucky. Το πρώτο single από το Random Access Memories του 2013 είναι συνεργασία με τον Nile Rodgers των Chic και τον Pharrell Williams και έχει τη χροιά ενός κομματιού που είναι ολοκαίνουριο αλλά το δευτερόλεπτο που το ακούς πρώτη φορά νιώθεις σα να υπήρχε από πάντα. Το όλο ρετροφουτουριστικό άλμπουμ, που κερδίζει ένα σωρό βραβεία Grammy και δίνει στους Daft Punk ακόμα έναν γύρο του θριάμβου στα μάτια μιας νεότερης γενιάς ακροατών, λειτουργεί ιδανικά στις συνεργασίες και με έναν παράξενο τρόπο καταφέρνει να είναι και υπερ-εκτεθειμένο αλλά και περίεργα υποτιμημένο την ίδια στιγμή.

Στο μεταξύ, στη διάρκεια της δεκαετίας το δίδυμο συνεχίζει να πραγματοποιεί δυνατές συνεργασίες. Κάνουν την παραγωγή 4 κομματιών στο αριστούργημα του Kanye West, Yeezus, ανάμεσα στα οποία και το κορυφαίο Black Skinhead. Τώρα κανείς δεν μπορεί να μην τους αναγνωρίσει πως δούλεψαν σε ραπ κομμάτια! «Ο West ράπαρε – βασικά κάπως ούρλιαζε με έναν πρωτογενή τρόπο», λέει ο Bangalter κλείνοντας το μάτι και στους Primal Scream, μια από τις πρώιμες επιρροές του για τους Daft Punk. Δουλεύουν και με τον Weeknd στο Starboy, όπου επιστρέφουν στις πιο moody στιγμές τους.

Βασικά, δεν υπήρχε κανένα σημείο της διαδρομής τους που δε φάνηκε σα να μπορούν να τα κάνουν όλα. Κι έτσι απλά και ξαφνικά, μια μέρα 8 χρόνια ύστερα από το τελευταίο τους άλμπουμ, οι Daft Punk αποφασίζουν να γίνουν παρελθόν, χωρίς λόγο. Τελείως ξαφνικά, αλλά ίσως μόνο έτσι έβγαζε νόημα.

Αφήνοντας πίσω 28 χρόνια αψεγάδιαστης καριέρας, στη διάρκεια της οποίας άλλαξαν τη μουσική. Στη διάρκεια της οποίας δε σταμάτησαν να κάνουν κόσμο να χορεύει. Ή να νιώθει κάπως έτσι. Πολύ Ντίσκο.