CAMERA PRESS/VISUALHELLAS.GR
ΒΙΒΛΙΟ

O Ian Curtis περνούσε τις νύχτες διαβάζοντας λογοτεχνία. Μετά, έγραφε τους στίχους του.

"Trying to find a clue, trying to find a way to get out".

“I’ve been waiting for a guide to come and take me by the hand. Could these sensations make me feel the pleasures of a normal man?” τραγουδούσε ο Ian Curtis στο πρώτο κομμάτι από το Unknown Pleasures (1979). O δίσκος που έριξε τη βόμβα στα θεμέλια της σύγχρονης μουσικής περιείχε ήδη από τις πρώτες γραμμές του Disorder τις λογοτεχνικές ανησυχίες του βασικού του δημιουργού. “Lose sensations, spare the insults, leave them for another day. I’ve got the spirit, lose the feeling. Take the shock away”. Αυτοί δεν ήταν στίχοι κάποιας χίπικης μπάντας, ούτε φωνακλάδικοι ύμνοι για το sex, drugs and rock n’ roll. Αυτή ήταν ποίηση βγαλμένη από το βιομηχανικό Μάντσεστερ. 

Πέρασαν ήδη 41 χρόνια από το βράδυ που ο frontman των Joy Division έβαλε τέλος στη ζωή του. Μέχρι σήμερα όμως, η κληρονομιά που άφησε πίσω του παραμένει πολύτιμη. Η επιρροή της death disco μπάντας από το Μάντσεστερ και του Ian Curtis στη μουσική είναι τόσο μεγάλη που μοιάζει με τεράστιο μονόλιθο στο κέντρο μίας αχανούς πεδιάδας.

Για να συμβεί, όμως, αυτό έπρεπε πρώτα εκείνος να αφήσει τη ζωή του πάνω στο χαρτί. Γράφοντας και σβήνοντας στίχους συνεχώς, ξανά και ξανά, αφού πρώτα είχε περάσει πολλά άυπνα βράδια διαβάζοντας το ένα βιβλίο μετά το άλλο.

Ian Curtis, ένας φανατικός αναγνώστης

“Βurroughs, Burroughs, Burroughs”. Οι τρεις λέξεις που χρησιμοποίησε o Mike Butterworth, ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου House on the Borderland, για να περιγράψει στην Guardian το μοναδικό αντικείμενο συζήτησης που απασχολούσε τον Ian Curtis εκείνη την εποχή. «Οι παράξενοι, αποξενωμένοι νεαροί πολύ συχνά έλκονται από ανθρώπους που σκέφτονται με παρόμοιο με εκείνους τρόπο. Έτσι, ο Ian έψαχνε κάτι να διαβάσει που δε θα ακολουθούσε τη νόρμα, και το βιβλιοπωλείο μας του το παρείχε. Ίσως, του φαινόταν σαν ένας φάρος μέσα στο θεοσκότεινο τοπίο του Μάντσεστερ των 70s».

Ο William Burroughs ήταν μάλλον ο πιο επικίνδυνος συγγραφέας της εποχής. Ένας θεότρελος γέρος που δεν τηρούσε τα προσχήματα προσπαθώντας να βρει την άκρη στο κουβάρι της ζωής: είχε κάνει ναρκωτικά, λάτρευε τα όπλα, δε δίσταζε να πατήσει τη σκανδάλη, η σεξουαλικότητά του προκαλούσε ρίγη ανατριχίλας στα αστικά ήθη, μισούσε τις όποιες κοινωνικές δομές. Μάλιστα, ακόμα και στα πλαίσια της λογοτεχνίας, η τεχνική cut-up που χρησιμοποιούσε τον έβαζε στο περιθώριο – ή στην πρωτοπορία αν προτιμάς. Ο νεαρός, αποξενωμένος Ian Curtis είχε κάθε λόγο να βρίσκει ενδιαφέρον στα βιβλία του.

Όπως αντίστοιχα έβρισκε κάποιου είδους γαλήνη σε όποιον συγγραφέα αγκάλιαζε μία απαισιόδοξη αλλά και κάπως μεγαλεπήβολη στάση για την ίδια τη ζωή. Ναι, τα πράγματα είναι χάλια, αλλά ο  δικό μας σκοπός δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό που βλέπουμε, είναι κάτι περισσότερο, κάτι πιο σημαντικό. Τα κείμενα του Fyodor Dostoevsky, του Franz Kafka, του Nikolai Gogol, του Friedrich Nietzsche αποτελούσαν τα δικά του, πολύ προσωπικά Ευαγγέλια. H επιλογή τίτλων για τραγούδια όπως το Colony (Στη σωφρονιστική αποικία, Franz Kafka) και το Dead Souls (Οι πεθαμένες ψυχές, Nikolai Gogol) μόνο τυχαία δε δείχνει.

«Τις περισσότερες νύχτες έμπαινε στο δωμάτιο και έκλεινε την πόρτα πίσω του με σκοπό να γράψει και να διαβάσει. Αυτή η διαδικασία σταματούσε μόνο για μερικά φλιτζάνια καφέ που έφταναν στα χέρια του μέσα από τον καπνό που δημιουργούσαν τα Marlboro» θυμάται η χήρα του Curtis, Deborah. «Δεν με ενοχλούσε καθόλου αυτή η κατάσταση: το αντιμετωπίζαμε σαν ένα project, σαν κάτι που πρέπει να συμβεί». Για τον σύζυγό της τα βιβλία ήταν πραγματικά σημαντικά· ήταν κομμάτι του δικού του έργου, ένα μέρος του εαυτού του.

Ο ψηλόλιγνος νεαρός με τα μαύρα ρούχα και το παγωμένο βλέμμα χωνόταν στα ράφια των βιβλιοπωλείων ψάχνοντας για κάτι που θα κορέσει την αναγνωστική του δίψα. Από paperbacks με υπερβολικές sci-fi ιστορίες μέχρι κλασική λογοτεχνία, και από ποίηση μέχρι πρωτοπόρα κείμενα που έσπαγαν τις νόρμες, όπως το Atrocity Exhibition του J.G. Ballard. Κάτι, δηλαδή, που έκανε και εκείνος με τους στίχους και τη μουσική του.

“Tying to find a clue, trying to find a way to get out” έγραφε στο Interzone του Unknown Pleasures. Ο Ian Curtis δεν ήταν απλά αναγνώστης. Είχε μία πραγματική εμμονή με τη λογοτεχνία, σαν να ήταν το μέσο για κάποιον βαθύτερο σκοπό που μόνο εκείνος αναγνώριζε. “Immortalists with points to prove, I put my trust in you. I put my trust in you” συμπλήρωνε στο A Means to an End του Closer.

Δεν ήταν κάποιος storyteller που ήθελε να πει ιστορίες, δεν ήταν αφηγητής, δεν ήταν αυτό το δυνατό του σημείο. Ήταν ένας μεταμοντέρνος ποιητής, ένας δημιουργός που γνώριζε καλά πως να προκαλεί συναισθήματα βάζοντας τις λέξεις στη σειρά – ή μάλλον στη σωστή σειρά- σε τέτοιον βαθμό ώστε ομότεχνοι του, σαν τον Robert Smith των The Cure, να θέλουν να πεθάνουν από την τελειότητα που συναντούσαν στις δικές του δουλειές. 

H βιβλιοθήκη του Ian Curtis ήταν ένα κολάζ από όλα όσα απασχολούσαν τους ανθρώπους με ανησυχίες εκείνη την εποχή. Όσους τουλάχιστον αναζητούσαν νέους δρόμους. Δίπλα στα βιβλία φιλοσοφίας του Jean-Paul Sartre και τα «εσωτερικά» μυθιστορήματα του Herman Hesse μπορούσε κανείς να βρει pulp εκδόσεις της κακιάς ώρας που γαργαλούσαν ακόμα και τα πιο χαμηλά ένστικτα.

Το μόνο σίγουρο είναι πως η τέχνη του ήταν ένα προσωπικό ημερολόγιο για τον frontman της θρυλικής μπάντας. Εκεί, άλλωστε, μπορεί να δει κανείς την πορεία προς την κόλαση μίας ιδιοφυΐας που αυτοκτόνησε μόλις στα 23 της χρόνια: από την απαισιοδοξία στην απόλυτη απελπισία, από τις νεανικές αναζητήσεις στις σκληρές ανθρώπινες αλήθειες. Το μονοπάτι με άλλα λόγια που χάραξε ένας άνθρωπος ο οποίος σκάλιζε συνεχώς το μέσα του με μοναδικά εργαλεία τα μολύβια και τις λευκές κόλλες.

Ο τρόμος της άδειας σελίδας δεν ήταν κάτι που φόβιζε τον Ian Curtis. Ο ίδιος αναμετριόταν με πολύ πιο ισχυρά μεγέθη: την αιωνιότητα, την αλήθεια, το νόημα της ζωής. Τελικά, η καθημερινότητα τον νίκησε. Η γυναίκα του τον βρήκε κρεμασμένο με τον δίσκο The Idiot του Iggy Pop να παίζει στο πικάπ.

Λίγο πιο εκεί βρίσκονταν, λογικά, τα βιβλία του Dostoevksy όπως ο Ηλίθιος και το Υπόγειο. Σε αυτό το τελευταίο συνάντησε έναν ήρωα που όπως και εκείνος δεν άντεχε την ανθρώπινη κωμωδία, όπως παίζεται καθημερινά εδώ και αιώνες.

Ο Ian Curtis αναζητούσε κάτι πιο μεγάλο – κάτι που ο ίδιος ίσως δεν βρήκε, οι υπόλοιποι όμως βιώνουμε κάθε φορά που στα αυτιά μας φτάνει ένα κομμάτι των Joy Division.