ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Οι ταινίες: Για ένα στυλ ζούμε

Το “Fifty Shades of Grey” θα ξαναφέρει τον κόσμο στις αίθουσες, το “Kingsman” είναι η περιπέτεια της βδομάδας και το “Leviathan” το Φεστιβαλικό χιτ που αξίζει να δεις.

Και εκείνη η άλλη (ξέρεις ποια) ταινία της βδομάδας νοιάζεται πολύ για το στυλ και δεν είναι κακό να το παραδεχτούμε, αλλά πριν φτάσουμε εκεί ας μιλήσουμε για το στυλ στο έργο της βδομάδας που εγγυημένα θα σε στείλει στην έξοδο ευτυχισμένο.

Έχει κι εκείνο να κάνει με βία, ναι, και με έναν χαρακτήρα που εισάγει έναν άλλον σε έναν κόσμο κάπως απίστευτο, αλλά τουλάχιστον το “Kingsman” παραδίδει όσα υπόσχεται σε απόλυτο βαθμό. Είναι η ιστορία κάθε ταινίας Τζέιμς Μποντ που έχεις δει ποτέ, αλλά διαλυμένης στα εκατό της συνθετικά κομμάτια, και μονταρισμένης ξανά απ’την αρχή, όλα τα κομμάτια εκεί που ήταν, αλλά πιο γυαλισμένα. Και το καθένα πάνω έχει κι από ένα γκράφιτι. Και μια κολλημένη τσίχλα.

Η ιδέα είναι πως υπάρχει μια μυστική οργάνωση Άγγλων πρακτόρων που λειτουργεί εδώ και δεκαετίες διατηρώντας την ειρήνη δίχως κανείς να γνωρίζει πως υπάρχει. Ένας πεθαίνει. Και ένας άλλος παίρνει τη θέση του. Αλλά αυτός ο άλλος είναι ένας νεαρός chav, γεννημένος και μεγαλωμένος στη λάθος πλευρά του δρόμου, καμία σχέση με τους ακριβοθώρητους τζέντλεμεν που κραδαίνουν το όπλο στο ένα χέρι και την κομψή τους ομπρέλα στο άλλο.

Το “Kingsman” είναι βασικά οι σημειώσεις που πήρε ένας πιτσιρικάς γεμάτος ενέργεια όταν κάθισε να δει μια κατασκοπική περιπέτεια και κάπου στα μισά βαρέθηκε και βγήκε στην αυλή για να παίξει με τους φίλους του τη δική του εκδοχή.

Το υλικό προέλευσης του “Kingsman” είναι ένα κόμικ του Μαρκ Μίλλαρ, του πιο φωνακλά και προφανούς σεναριογράφου των μοντέρνων υπερηρωικών κόμικς, παλιότερη δουλειά του οποίου υπήρξε και το “Kick-Ass”. Ο Μάθιου Βον, σκηνοθέτης εκείνης της διασκευής, μετέφερε και το “Kingsman” στο σινεμά και, παρότι ελάχιστα πράγματα είχα εκτιμήσει σε εκείνο το φιλμ (βασικά τον Νίκολας Κέιτζ και τον χαρακτήρα του), ετούτη τη φορά το καταδιασκέδασα.

Δεν ξέρω- ίσως να μην μπορούσα να αντισταθώ στη θέα ντυμένων στην τρίχα, πενηντάρηδων εγγλέζων να διαλύουν στο ξύλο εχθρος και να ποτίζουν την οθόνη με αναπολογητικά ψεύτικο αίμα. Έχεις δει τελευταία κάποια σκηνή δράσης με τον Κόλιν Φερθ; Ναι, ούτε εγώ είχα, αλλά σου εγγυώμαι πως θα περάσεις φανταστικά καθώς σαπίζει στο ξύλο ένα τσούρμο αγροίκους σε μια παμπ.

Κατά τα άλλα σε επίπεδο περιεχομένου μιλάμε για τη συνταγή της συνταγής ω συνταγή, με πράγματα που τα έχουμε δει ένα εκατομμύριο φορές παντού: δορυφόροι που κουβαλούν την καταστροφή της Γης, έφηβοι σε αγώνες επιβίωσης, τσιτάτα περί τζέντλμαν και στυλ, Σάμιουελ Τζάκσον. Δεν υπάρχει καμία πωτοτυπία, αλλά σε αυτό ακριβώς ποντάρει και η ταινία. Πως τα πάντα είναι γνώριμα, πως ναι, αυτή είναι “μια από εκείνες τις ταινίες”, αλλά όχι και ακριβώς. Γιατί ακριβώς για αυτό το λόγο οι εκπλήξεις όταν έρχονται είναι απολαυστικές με τον τρόπο που είναι (και εδώ δε θα υπονοήσω καν σε τι αναφέρομαι), και γι’αυτό η κάφρικη επαναπροσέγγιση (αντί προσεκτικής αποδόμησης) παραδίδει μια τόσο διασκεδαστική περιπέτεια.

Έχεις τον μανιακό villain (αν και κουράζει ο Σάμιουελ Τζάκσον με το μονότονο αστείο του), έχεις το δεξί χέρι (ή, εχμ, πόδι) του villain που κλασικά κλέβει την παράσταση (και την οποία ο Μίλλαρ ξεκάθαρα σκέφτηκε λόγω του Όσκαρ Πιστόριους επειδή είναι ο Μαρκ Μίλλαρ), έχεις δυνατό καστ με Κόλι Φερθ, Μάικλ Κέιν, Μαρκ Στρονγκ να δίνουν πόνο κουστουμάτο, και έχεις το καρτουνίστικο over the top της δράσης ακριβώς στις δόσεις που το χρειάζεται, σε μια ταινία που πρακτικά ξεχνά πώς να κάνει κοιλιά.

Είναι σαν κείμενο που έγραψε κάποτε ένας μεγαλωμένος από τζάκι τζέντλμαν καθώς έπινε τσάι, διαβασμένο με ύφος και θεόβαρη προφορά από ένα 18χρονο αλάνι. Και είναι, ναι, ακριβώς όσο απολαυστικό ακούγεται.

Η πιο απρόσμενη (και ίσως, τελικά, αχρείαστη) άσκηση στυλ αυτή τη βδομάδα να προέρχεται από το τελευταίο μέρος που θα περίμενες. Οι άνθρωποι πίσω από το κινηματογραφικό “Fifty Shades of Grey” προσπάθησαν, ειλικρινά προσπάθησαν, να γυρίσουν μια καλή ταινία.

*Η Σαμ Τέιλορ-Τζόνσον είναι εξαιρετική εικαστική δημιουργός και σκηνοθέτις, που προσεγγίζει το uber-trash υλικό της με ειλικρίνια και εκτίμηση, και κοιτάζει τους ήρωές της με την ευλάβεια που μπορείς να κοιτάζεις μόνο αρχέτυπα.

*Το σενάριο της Κέλι Μαρσέλ καταφέρνει να κάνει άνθρωπο τουλάχιστον τον έναν από τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες (όχι το κομμάτι χαρτονιού που είναι ο Κρίστιαν Γκρέι, αλλά την ηρωίδα) και μέσω αυτής να εξερευνήσει την ιδέα ενός καταστροφικού ρομάντζου όπου δύο άνθρωποι προσπαθούν να φέρουν τον άλλο στα μέτρα τους και αποτυγχάνουν.

*Η Ντακότα Τζόνσον σε έναν μάλλον lose-lose ρόλο, αφοσιώνεται απόλυτα, και μάλιστα ειδικά στο πρώτο μισό της ιστορίας καταφέρνει να βρει περιθώριο για να εισάγει μια παιχνιδιάρικη, χιουμοριστική διάσταση στην Άνα- και κατ’επέκταση στην ταινία.

Δεν μπορείς να πεις πως δεν προσπαθούν όλοι αυτοί. Και, αφήνοντας στην άκρη την προδιάθεση για κατακρεούργηση του έργου λόγω των trash καταβολών, δεν μπορείς να πεις πως δεν έχουν κατά τόπους καταφέρει να φτιάξουν κάτι αν μη τι άλλο ενδιαφέρον.

Θέλω να πω, o διευθυντής φωτογραφίας αυτού του πράγματος είναι ο Σίμους ΜακΓκάρβεϊ, ένας εξαιρετικός καλλιτέχνης, δις υποψήφιος για Όσκαρ, που έχει φωτογραφήσει κομψοτεχνήματα σαν το “Atonement” ή το “The Hours” ή το πανέμορφο “Godzilla” του φετινού καλοκαιριού. Το “Fifty Shades of Grey” είναι πιο όμορφο από ό,τι δικαιούται να είναι, δείτε:

Οι άνθρωποι προσπάθησαν. Δημιούργησαν κάτι κομψό και οριακά ενδιαφέρον μέσα από κάτι το οποίο είναι, απλά, σκουπίδι.

(Ζούμε σε μια εποχή όπου τα τείχη ανάμεσα σε αντιλήψεις περί πρεστίζ και σοβαρότητας καταρρέουν στο σινεμά, κι αυτό είναι ένα καλό πράγμα. Είναι επίσης αντικείμενο μιας εντελώς άλλης συζήτησης, που φυσικά και σκοπεύω να ξεκινήσω κάποια άλλη στιγμή, εξηγώντας γιατί ας πούμε το “Pain and Gain” είναι καλύτερο art film από οτιδήποτε έχει κερδίσει σε Κάννες, Βερολίνο και Βενετία την τελευταία διετία.)

Όλα τα παραπάνω τα λέω γιατί πραγματικά, ποτέ δε θα προσεγγίσω κάτι με δεδομένη την αρνητική μου γνώμη, όσο -θεωρητικά- σκουπίδι κι αν είναι. Αλλά και επειδή, ενδεχομένως, το “Fifty Shades of Grey” θα έπρεπε να έχει παραμείνει αυτό ακριβώς για να βγάζει νόημα.

Επί του παρόντος, η ταινία την οποία λάβαμε είναι μια αμήχανα καλοφτιαγμένή κενότητα η οποία δε μπορεί να αφήσει πίσω τις trash ρίζες της για να εξελιχθεί σε κάτι έστω συμπαθές. Τα πάντα είναι τόσο φτιαχτά που δεν ξεπερνά ποτέ το επίπεδο της πρόχειρης φαντασίωσης, και με ατάκες όπως (ΜΕ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΣΟΒΑΡΟ ΥΦΟΣ) “Δεν κάνω έρωτα. Γαμάω. Σκληρά.” δεν πας πουθενά. Δηλαδή πας, δεν ξέρω, αλλά χρειάζεται αυτοσυγκέντρωση μοναχού Σαολίν για να μην αρχίσεις να ουρλιάζεις από τα γέλια.

Δεν είναι όμως αρκετά κακό για να διασκεδάσεις από την αρχή ως το τέλος (όπως, εικάζω, θα μπορούσε ανέτως να είναι βάσει βιβλίου), ούτε είναι αρκετά καλό για να σε πάει κάπου αλλού, μακριά από το “Twilight” fanfiction που καταφανώς είναι. Άρα τι είναι;

Επιπλέον, όταν η ταινία περνάει στο ζουμί της υπόθεσης βλέπει οτιδήποτε είχε σε ρυθμό και χιούμορ μέχρι τότε να εξανεμίζεται αφήνοντας πίσω μόνο κάτι άβολο και βαρετό. Δεν είναι καν αρκετά τολμηρό, δίνοντας την αίσθηση πως τα πάντα έχουν αραιωθεί και αναλυθεί μέχρι τελευταίου κάδρου, επιτυγχάνοντας ακριβώς αυτή τη μεσαία αδιαφορία που ούτε εξοργίζει, ούτε ταξιδεύει.

Γιατί ξέρεις τι; Υπολογισμένη φαντασίωση δεν είχε ποτέ κανείς.

Εκεί παραπάνω που αναφέρθηκα σε νικητές σε Κάννες, Βερολίνο και Βενετία; Ξεκαθαρίζω πως αναφερόμουν στα τοπ βραβεία του κάθε Φεστιβάλ. Γιατί ας πούμε πέρσι στις Κάννες το βραβείο σεναρίου πήγε στο ρώσικο “Leviathan” το οποίο είναι μεγάλη ταινία και το οποίο προτείνεται δίχως δεύτερη σκέψη. (Κέρδισε επίσης τη Χρυσή Σφαίρα Ξενόγλωσσης Ταινίας και είναι υποψήφιο και για το αντίστοιχο Όσκαρ.)

Είναι η 4η μεγάλου μήκους ταινία του Αντρέι Ζβυάγκιντσεφ, ενός εκπληκτικού νέου Ρώσου δημιουργού (η “Επιστροφή”, το ντεμπούτο του, είχε συμπεριληφθεί από το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ στο τοπ-10 ταινιών των ‘00ς), και ταυτόχρονα η πιο απλωτή, η πιο μεγαλειώδης -σε επίπεδο μεγαλείου και ‘σύμπαντος’ τουλάχιστον- όλων ως τώρα.

Έμπνευση είναι η στάνταρ Αληθινή Ιστορία Τοπικής Διαφθοράς που έχει συμβεί παντού στον κόσμο, αλλά ο Ζβυάγκιντσεφ μεταφέρει στη Ρωσία. Για μια οικογένεια της οποίας το σπίτι πρόκειται να αποκτηθεί από την τοπική αρχή, με τον πατέρα να αντιστέκεται με ό,τι τρόπο μπορεί. Φέρνει και έναν δικηγόροαπό τη Μόσχα για να τον βοηθήσει, εκείνος με τη σειρά του μπλέκει με όλους τους χαρακτήρες με όλους τους λάθος τρόπους, και τελικά αυτό που σχηματίζεται είναι μια κοινωνική μουτζούρα, μια εικόνα ηθικής και πολιτικής και θρησκευτικής διαφθοράς που δεν αφήνει κανέναν ανέγγιχτο.

Το φιλμ, εκτός από αισθητικά επιβλητικό, είναι και τεράστιο με έναν άλλο τρόπο. Χτίζει σύμπαν: Έχοντας ως σημείο εκκίνησης μια μικρογραφία (μια οικογένεια, έναν διαπληκτισμό) μεταφέρεται από σκηνικό σε σκηνικό κι από πρόσωπο σε πρόσωπο, με τον τρόπο που ένας ιός μεταδίδεται από τον ένα άνθρωπο στον άλλο. Κάθε μερικά λεπτά είναι σαν η αφήγηση να αλλάζει ήρωα με αποτέλεσμα να μην είσαι ποτέ σίγουρος ποιου την ιστορία βλέπεις, ποιος είναι ο ηθικός ήρωας, ποιος είναι ο καταστροφικός villain. (Αυτό είναι και το point του Ζβυάγκιντσεφ φυσικά.)

Καμία απορία που στη Ρωσία η ταινία βρίσκει τεράστιας κρατικές αντιστάσεις από μια κυβέρνηση που (εκ παραδρομής;) πλήρωσε για τη δημιουργία της. Το καθεστώς Πούτιν είναι απογοητευμένο με την Οσκαρική υποψηφιότητα και πιέζει να μην παιχτεί στις αίθουσες, με τον ίδιο το σκηνοθέτη να ζητά από τους Ρώσους θεατές να την κατεβάσουν και να τη δουν παράνομα.

Φυσικά, ακριβώς επειδή οι μικροσυμπεριφορές είναι πλήρως αναγνωρίσιμες σε παγκόσμιο επίπεδο (ίσως απλά να μην πίνουμε όλοι τόση βότκα), επειδή αυτή η ιστορία έχει συμβεί κι εδώ κι εκεί και παραπέρα, επειδή οι εκβιασμοί, τα ψέμματα, οι εγωισμοί, η υποκρισία, είναι όλα χαρακτηριστικά συνώνυμα της ανθρώπινης κατάστασης, το “Leviathan” καταφέρνει ξεκινώντας από ένα σπιτικό στη Ρώσικη επαρχία, να χωρέσει στην κοιλιά του κήτους όλους μας.

Ποιο είναι το αντίθετο της κοσμογονίας; Γιατί ο Αντρέι Ζβυάγκιντσεφ μόλις το έκανε σινεμά.